Cinema

Published on Ιούνιος 10th, 2016 | by Nίκος Γιακουμέλος

2

Warcraft: Μια αδέξια αλλά φιλόδοξη αρχή!

Χθες τονίσαμε κάποια βασικά πράγματα που πρέπει να έχουμε υπόψη μας πρωτού μπούμε στην αίθουσα για το Warcraft. Πως όμως ήταν η ίδια η ταινία, ως αυθύπαρκτη καλλιτεχνική δημιουργία;  Τι λέει η ταινία που ήταν σε στάδιο παραγωγής 10 ολόκληρα χρόνια, και περίμενε, σαν άλλο γεφύρι της Άρτας να ολοκληρωθεί;

Η απάντηση είναι σχετικά δύσκολη. Τα πρώτα σημάδια δείχνουν ότι το μείγμα χάλασε. Αυτό που παρατηρεί κανείς ως πρώτο αρνητικό στο Warcraft είναι κατά βάση η ξύλινη ηθοποιία, ειδικά από την πλευρά των ανθρώπων, οι οποίοι δείχνουν πόσο άβολα και αφιλόξενα είναι τα τεράστια κοστούμια τους και πόσο ξένοι νιώθουν σε έναν κατά βάση φανταστικό κόσμο. Και αυτό είναι τόσο μεγάλο πρόβλημα που για πολύ δεν μπορείς να εστιάσεις σε κάτι άλλο. Η ειρωνεία είναι πως δεν πρόκειται (στο μεγαλύτερο μέρος τους) για κακούς ηθοποιούς: Ο κατα τα άλλα τρομερός Dominic Cooper (Preacher, Agent Carterεδώ φαίνεται σαν υπνωτισμένος και τελείως ανίκανος να επιβληθεί στον τεράστιο χώρο που οριοθετεί ο σκηνοθέτης. Το μόνο λοιπόν που του μένει είναι να εκφέρει τις ατάκες του σαν κοιμισμένος και να ελπίζει πως το μαρτύριο θα τελειώσει γρήγορα… Ανάλογη ήταν και η συμπεριφορά της έτερης σταρ του Preacher, της Ruth Negga  (World War Z,The Samaritan). Από αυτήν δεν είχε μείνει σταγόνα της γοητείας και της μεθυστικής στάσης που την χαρακτήριζε άλλοτε και μένει σαν πτώμα να κάνει παρέα στον Cooper .  Το τραγικό είναι ότι αυτοί οι δύο ανέλαβαν να υποδυθούν ένα βασιλικό ζεύγος, χωρίς να δείξουν ουδεμία μεγαλοπρέπεια ή χημεία μεταξύ τους….

Λίγα μπορούν να ειπωθούν για τον Travis Fimmel (Vikings,The Experiment  ο οποίος, μη μπορώντας προφανώς και ο ίδιος να πιστέψει πως κατάφερε να πρωταγωνιστήσει σε ταινία, διστάζει να δοκιμάσει κάτι καινούργιο και αρκείται στο να μεταφέρει αυτούσια σχεδόν την μανιέρα που χρησιμοποίησε  στο Viking, δίνοντας μας έναν λιγότερο γοητευτικό και τρελό Ragnar Lothbrok. Δυστυχώς όμως αυτή η περσόνα σε πολλά σημεία δεν ταίριαζε με την ροή της αφήγησης και ο  Fimmel  μένει ξεκρέμαστος ουκ ολίγες φορές. Ίσως ο μοναδικός άνθρωπος που που φαίνεται άνετος σε όλη την ταινία είναι ο Ben Foster, (3:10 to Yuma,Pandorum) o oποίος, χωρίς να εφευρίσκει τον τροχό, παραδίδει μια ερμηνείαπου προσεγγίζει το ανθρώπινο. Να σημειωθεί πως ο νεαρός Ben Schnetzer (Pride, Goat) ήταν ίσως η πιο απογοητευτική παρουσία της ταινίας…

Από την πλευρά των Οrc τα πράγματα είναι κάπως καλύτερα! Οι  ειδικοί των CGI έκαναν το θαύμα τους  και οι παρουσίες των τεράστιων  Οrc στάθηκαν πιο ανθρώπινες από οποιοδήποτε άνθρωπο. Ειδικά ο εξαιρετικός Toby Kebbell (Fantastic Four, RocknRolla) παρουσιάζει εδώ έναν χαρακτήρα βαθύ και πολύπλευρο που καταφέρνει και συνεπαίρνει το κοινό, και θα τα καταφέρνε  ακόμα καλύτερα αν ο περίγυρος του έδινε περισσότερες ευκαιρίες: Δυστυχώς και εδώ υπήρχαν οι άβολοι και ξύλινοι χαρακτήρες, οι εντελώς λανθασμένες κατευθυντήριες και ξανά το τεράστιο χάσμα μεταξύ ηθοποιού και περιβάλλοντος…

Στην ταινία του Duncan Jones (Μοοn, Source Code) το περιβάλλον είναι ο πραγματικός πρωταγνωνιστής, αυτό ουσιαστικά πληρώνετε με το εισιτήριο σας. Όλο το βάρος της ταινίας μετατίθεται από την ιστορία (που είναι, όπως αναφέραμε καθαρά εισαγωγική) στο να δείξει τον κόσμο του Αzeroth στο διψασμένο κοινό. Όλη η μεγαλοπρέπεια αυτού του κόσμου ξεχύνεται στις οθόνες μας, από τους πύργους του Stormwind, στα στενα δρομάκια του Goldshire, ανάμεσα στα φυλλώμματα του Εlwyn Forest και τα καμίνια του Ironforge. Και δίδεται με τόση αγάπη, τόση εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του χώρου να συνεπαίρνει και τόση δεξιότητα από τον  Jones  που είναι αδύνατον να μην μαγευτείς, ακόμα και αν δεν γνωρίζεις για την ιστορία του Αzeroth. Το τοπίο μπορεί να είναι ψηφιακό, όμως η κινηματογραφηση του απηχεί το στυλ  και την ομορφιά του Revenant…

Jones  όμως δεν μπορεί να κάνει τα πάντα και είναι σαφές ποιο σημείο μονοπώλησε το ενδιαφέρον του.  Ο ρυθμός σε πολλά σημεία φεύγει, ενώ το τέλος είναι βεβιασμένο, ενδεικτικό του γεγονότος ότι ο  Jones,  μπορεί να αγαπά την ιστορία του Warcraft, δεν είναι όμως απόλυτα σίγουρος πως να την διαχειριστεί…

Τελικά, κρίνοντας το ψύχραιμα, ούτε το Warcraft καταφέρνει να σπάσει την καταρά των videogames movies, έθεσε όμως όλα τα κατάλληλα θεμέλια για να το κάνει η επόμενη της! Γιατί η Βlizzard, η εταιρεία στην οποία ανήκει το Warcraft είναι εκτός από έμπειρη, και φιλόδοξη, και δεν θα σταματήσει μέχρι το lore  του Warcraft να έχει την απόδοση που του αξίζει! Ας δούμε λοιπόν το Warcraft, κρατόντας στο νού ότι κάθε αρχή είναι δύσκολη!!

 

Tags: , , , , , , , ,


About the Author

Γεννήθηκε με μεγάλη επιτυχία αλλά μετά άρχισε καπου να δυσκολεύει το πράγμα. Σπούδασε Επικοινωνία και μετά αποφάσισε πως δεν του αρέσει να επικοινωνεί. Όνειρο του να μετακομίσει στην Σαχάρα όπου θα έχει ησυχία, αλλά μέχρι να το καταφέρει δουλεύει κωπηλάτης.



2 Responses to Warcraft: Μια αδέξια αλλά φιλόδοξη αρχή!

  1. Pingback: Βlack Mirror: Το μέλλον είναι τώρα- και είναι τρομακτικό

  2. Pingback: Ο Preacher γύρισε και έχει κέφια – Smassing Culture

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑