Είναι δύσκολο σήμερα να βγαίνουν ταινίες που φτιάχνονται με γνώμονα την εμπειρία της αίθουσας για μαζική κατανάλωση. Και όσο περνάει ο καιρός, δυστυχώς θα γίνεται χειρότερο. Όσο και αν μας φαίνεται παράξενο, το One Battle After Another του Paul Thomas Anderson (There Will Be Blood, Licorice Pizza), με το γεμάτο αστέρες cast, βασισμένο σε ένα πολύ γνωστό βιβλίο και με τεράστια διανομή και marketing, αποκτώντας οσκαρικό buzz πριν καν βγει στις αίθουσες, ήταν ένα στοίχημα για τους συντελεστές, το οποίο, οικονομικά, βγήκε οριακά. Και δεν ήταν μια απλή ταινία της βδομάδας, αλλά ένα έργο που ένας από τους πιο καταξιωμένους σκηνοθέτες προσπάθησε με νύχια και με δόντια να βγει στο φως.
Kοιτώντας το τώρα, με μια ψυχραιμία λόγω απόστασης, καταλαβαίνουμε το γιατί. Το One Battle After Another μπορεί να είναι μαζικό, διασκεδαστικό σινεμά, όμως δε χαρίζεται πουθενά. Δημιουργεί ένα πολύ ξεκάθαρο, έντονα πολιτικό πλαίσιο όπου μέσα σε αυτό θέτει τη δράση και το thriller καταστάσεων του. Ο Anderson διαπλέκει αυτά τα 2, σε σημείο να μην είναι ξεκάθαρο που σταματά το ένα και που ξεκινά το άλλο. Η πολιτική συνθήκη, που δείχνει ωμά στρατόπεδα συγκέντρωσης σε “δημοκρατικό” έδαφος. Απεικονίζει φασιστικά ανθρωποκυνηγητά με όχι απλά την ανοχή αλλά την ολόψυχη στήριξη του ανώτερου πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου, το οποίο, με μια άρια λογική και συναίσθημα κάνει τα πάντα για την καταστροφή όλων των στοιχείων που δεν ταιριάζουν με το όραμά του για μια λευκή, ετεροκανονική υπεροχή. Την ίδια στιγμή, βέβαια, το εν λόγω διατηρεί μια διεστραμμένη, βαθιά ρατσιστική και ανομολόγητη λαχτάρα και πόθο για το Μαύρο Σώμα, ένα φετίχ που πηγάζει από την άρνηση της κατανόησης και τον εξοβελισμό όλων όσων δεν μοιάζουν στο ίδιο. Και αυτό το φετίχ πρέπει να παραμένει (κοινό) μυστικό, ανεπικοινώνητο.
Παράλληλα ο Anderson δεν αρνείται σε μια στείρα απεικόνιση της πολιτικής συνθήκης που βιώνουν οι ΗΠΑ (και σταδιακά, με την εκρηκτική άνοδο της ακροδεξιάς) και ο υπόλοιπός (δυτικός) κόσμος. Δείχνει την ένοπλη, πολυσυλλεκτική αντίδραση, ένα δυναμικό αντάρτικο πόλεων απέναντι σε μια εσωτερική αποικιοκρατία. Παράλληλα βέβαια, δεν αμελεί να δείξει και τις αδυναμίες μια τέτοιας, καλοπροαίρετης μεν αλλά χωρίς κοινωνικό έρεισμα και δουλειά προπαγάνδησης αντίδρασης. Μια περίεργη, πολιτική νομενκλατούρα, χαωμένη στο δικό της jargon και επαναστατικές πρακτικές που πολλές φορές δεν αγγίζουν τον μέσο καταπιεζόμενο και έχουν ως μόνο αποτέλεσμα να την αποξενώνουν. Ταυτόχρονα, η ταινία εστιάζει ιδιαίτερα και στον έντονο ατομικισμό που μαστίζει αυτές τις πρακτικές, ο οποίος τελικά γίνεται και το έναυσμα για την εξέλιξη της πλοκής, ευτυχώς χωρίς ισαποστακισμούς και μασκαρέματα του σε ποια πλευρά βρίσκεται η εξουσία.
Η ταινία είναι βαθιά πολιτική. Για το σήμερα. Για αυτό είναι ίσως τόσο απογοητευτικό που συντελεστές μιας τέτοιας ταινίας έχουν βρεθεί να στηρίζουν τις γενοκτονικές πολιτικές του κράτους-δολοφόνου του Ισραήλ, όπως ο Leonardo DiCaprio (Don’t Look Up, Once Upon A Time in Hollywood).
Aπό άποψη φιλμογράφησης, η ταινία είναι μια εμπειρία που της αξίζει μόνο η μεγάλη οθόνη του κινηματογράφου. Ειδικότερα η πολυσυζητημένη σκηνή καταδίωξης είναι μια έπος κινηματογράφησης παλαιάς κοπής, την οποία η ψηφιακή εποχή δεν μπορεί να ακολουθήσει ή να αντιγράψει. Συνολικά όμως, το μοντάζ, ο έντονος, καταιγιστικός ρυθμός, που σπάει μόνο για ακανόνιστα, σύντομα και χαοτικά σκηνικά παρωδίας και πολιτικής ουσιαστικά σάτιρας, σκληρής για την απάνθρωπης ακροδεξιάς, φιλικού πειράγματος για τους αντιστεκόμενους, φέρνει το κοινό στο να κρατά την ανάσα του και την ταινία να μην πλατειάζει ποτέ.
Ερμηνευτικά, αν και πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο DiCaprio είναι ιδιαίτερα καλός, οφείλουμε να πούμε πως δεν σπάει σε κανένα σημείο τη μανιέρα που μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια. Από την άλλη, ερμηνείες όπως του Sean Penn ( Μilk, 21 Gramms), του larger than life Benicio Del Toro (Sicario, The French Dispatch) αλλά και της θυελλώδους Teyana Taylor (Straw, The Ripp) ήταν αυτές που κράτησαν την ταινία και πλέον, στους μήνες που διαμεσολάβησαν από την πρώτη θέαση, είναι αυτές που έρχονται πιο συχνά στο νου.
Επιλογικά, το One Battle After Another είναι σίγουρα μία από τις καλύτερες ταινίες του 2025 και πλέον θέτει πολύ ψηλά τον πήχη για το τι μπορούμε να περιμένουμε από ταινίες μεγάλης διανομής στο πολιτικό επίπεδο.
Και, δυστυχώς, κάποιες φορές, αυτόν τον πήχη δεν τον φτάνουν ούτε καν οι άνθρωποι που την έφτιαξαν. Πόσο δε μάλλον σε μια εποχή που ο κινηματογράφος μοιάζει με τέχνη υπό πολιορκία, στην οποία τελειώνουν και τα πολεμοφόδια…