Mε μια αρκετά μεγάλη καθυστέρηση, το παρόν κείμενο θα αναφερθεί σε μία από τις αυτοεκδόσεις που μας κέντρισε περισσότερο το ενδιαφέρον για το 2025.
Γενικότερα αγαπούμε πολύ το urban fantasy, αυτό το δύσκολο υποείδος που προσπαθεί να συνταιριάξει τις στρεβλώσεις και νευρώσεις που προκαλεί η ζωή σε μια σύγχρονη μεγαλούπολη με τις υποσχέσεις μαγείας και θαύματος που μπορεί, κυριολεκτικά και μεταφορικά, να κρύβονται πίσω από κάθε γωνία ή σκοτεινό σοκάκι.
Περισσότερο συχνά όμως, αυτές οι ύποπτες και ήσυχες εσοχές αστικού χάους κρύβουν κινδύνους, τόσο υπαρκτούς όσο και πιο φανταστικούς (και φαντασιακούς).
Το Vilehunter – Tα Άνθη του Πόνου, του Νίκου Τραγγανίδα, ακολουθεί μεν μια μακρά παράδοση τέτοιων έργων, όπως το The Dresden Files λόγου χάρη. Μέσα στις σελίδες του θα βρούμε αστικούς μύθους φαντασμάτων, λυκανθρώπους, μάγους και μυστικούς φύλακες του κόσμου των ζωντανών από την απόκρυφη φρίκη που καραδοκεί στις σκιές. Ωστόσο, ο Τραγγανίδας, παρά την αγάπη του για το fantasy, παραμένει ένας κινηματικός σχεδιαστής, με επιτόπια γνώση τόσο της ελληνικής πραγματικότητας όσο και της πολιτικής της ανθρωπογεωγραφίας
Έτσι, η συνείδησή του και τα βιώματά του του επιτάσσουν να καταδείξει με την πένα του την πηγή μιας τόσο αποτρόπαιης φρίκης η οποία διαπνέει όλη μας τη ζωή, σε τέτοιο σημείο μάλιστα ώστε να μην τη δίνουμε σημασία, να τη θεωρούμε φυσική, ενώ δεν είναι τίποτα άλλο από μια αφύσικη, παραληρηματική παράνοια που δε μας αφήνει να ανασάνουμε. Αυτή δεν είναι άλλη από την καπιταλιστική πραγματικότητα και τα εγκλήματα τα οποία διαπράττει καθημερινά, από την εργασιακή καταπίεση έως την αστυνομοκρατία με όσα αυτή συνεπάγεται, από εκφοβισμό έως κανονικοποιημένα βασανιστήρια και ωμές κρατικές δολοφονίες.
Στον κόσμο του Vilehunter τα βαμπίρ δεν είναι περισσότερο φονικά από τους μπάτσους που παρενοχλούν κόσμο καθημερινά στα Εξάρχεια. Οι μυστικές υπηρεσίες και τα φαντάσματα που παρακολουθούν είναι λιγότερα επικίνδυνα φαινόμενα από το Airbnb και την αστεγία στην οποία καταδικάζει ένα μέρος του πληθυσμού, με την άνοδο των ενοικίων. Το πιο βασικό όμως στοιχεία του κόμικ είναι αυτές οι συνθήκες δεν παρουσιάζονται ως αναπόφευκτα φαινόμενα. Ο Μαρκ, o πρωταγωνιστής, δε σηκώνει αδιάφορα ή κυνικά τους ώμους λέγοντας «ό,τι είναι είναι». Αντίθετα, όταν εκτίθεται σε όλη τη φρίκη τους, επιδιώκει την ανατροπή αυτών ακριβώς των φαινομένων και την αναζητά όχι μόνος του, μέσα από τις μαγικές του δυνάμεις, ως κάποιος άλλος γνήσια αμερικανοθραφής ατομικιστής ήρωας. Προσπαθεί να χτίσει σχέσεις αλληλεγγύης, για έναν οργανωμένο από τα κάτω και συλλογικό αγώνα.
Η μαχητική διάσταση του κόμικ έρχεται στον αναγνώστη μέσα από το ιδιαίτερα ενδιαφέρον σχέδιο του Τραγγανίδα, το οποίο συνδυάζει έναν εξπρεσιονιστικό χαρακτήρα με μια καθαρά street art αισθητική. Μέσα από το σχέδιο ο σχεδιαστής καταφέρνει και μεταφέρει το αίσθημα οργής που κυριαρχεί στο έργο αλλά και μια πληθώρα συναισθημάτων, σε διαφορετικά φάσματα και συχνότητες. Ακόμα τα χρώματα, από το κυρίαρχο (κοινωνικό) κόκκινο και μαύρο, μέχρι το (συστημικό) μπλε, καταφέρνουν και μεταφέρουν κώδικες συνεννόησης και συμπεριφορές που αναγνωρίζουμε αμέσως.
Σε επίπεδο πλοκής, ο Τραγγανίδας προσπαθεί με πολύ όρεξη να δώσει μια στρωτή ιδέα, διανθίζοντας τη με ανατροπές, εκπλήξεις και μια μεγάλη ελευθερία και συμπερίληψη στους χαρακτήρες. Όμως τελικά αυτοί οι τελευταίοι αποδεικνύονται ίσως το πιο αδύναμο σημείου ενός πολύ δυνατού έργου, καθώς δεν φτάνει ποτέ στον αναγνώστη η τρισδιάστατη υπόστασή τους. Παράλληλα, σαν υποσημείωση περισσότερο, αξίζει να αναφερθεί ότι οι διάλογοι ίσως χρειαζόντουσαν έναν μεγαλύτερο βαθμό τριβής, καθώς οι βρισιές από μόνες του δεν αρκούν για να δοθεί ο απαραίτητος ρεαλισμός, ακόμα και στα πλαίσια ενός (urban) fantasy έργου
Επιλογικά, το Vilehunter αποτελεί μια ιδιαίτερα αξιόλογη προσπάθεια, στην οποία το πολιτικό σκέλος αναδεικνύεται από το εικαστικό αλλά και το ανάποδο, δημιουργώντας ένα αλληλοτροφοδοτούμενο μοτίβο που σου κεντρίζει το ενδιαφέρον.