Υπάρχει μία αφελής πρόσληψη της λογοτεχνίας (και της τέχνης ευρύτερα) που αναζητά σε αυτήν κάποια «χρησιμότητα». Τα «χρήσιμα» βιβλία προσφέρουν στον -συνήθως ανήλικο- δέκτη τους κάποια γνώση, ενώ τα υπόλοιπα αναγνώσματα είναι -στην καλύτερη- χάσιμο χρόνου. Η απαξία περασμένων δεκαετιών για τα «μικυμάου» αποτύπωνε εύσχημα αυτό το γονεϊκό σύνδρομο. Σκοπός δεν είναι να πούμε σε αυτό το σημείο ότι τα «μικυμάου» πήραν την εκδίκησή τους και με τον μανδύα του «graphic novel» πλέον γίνονται εκείνα τα νέα «χρήσιμα» και «προσβάσιμα» αναγνώσματα που αντιπροτείνουν οι γονείς στα παιδιά τους, τα οποία τους περιμένουν ήδη στο ταμείο του κομιξάδικου με στοίβες manga. Η αντιμετώπιση αυτή θα αδικούσε μία σειρά πολύ αξιόλογων έργων της ελληνικής κόμικ σκηνής, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει μεν στραφεί έντονα στις λογοτεχνικές διασκευές και την ιστορική μυθοπλασία, αλλά το κάνει με καλλιτεχνική ευαισθησία και όχι με όρους εμπορικής αρπαχτής.
Η διασκευή σε κόμικ ως γιορτή
Μία τέτοια αξιόλογη περίπτωση αποτελεί και η μεταφορά σε κόμικ από την Δήμητρα Νικολαΐδη του «Όταν Έφυγαν τ’ Αγάλματα» της Αγγελικής Δαρλάση. Η κυκλοφορία του κόμικ, μάλιστα, συνδυάστηκε ιδανικά με τον εορτασμό των δέκα ετών του βιβλίου, το οποίο είχε μία εντυπωσιακή εκδοτική διαδρομή, καθώς αγαπήθηκε από το αναγνωστικό κοινό, περιλήφθηκε στη βραχεία λίστα για Κρατικό Βραβείο Εφηβικού – Νεανικού Βιβλίου, διασκευάστηκε για το θέατρο, ενώ πολλάκις αποτέλεσε την πρώτη ύλη για τον σχεδιασμό σχολικών γιορτών. Ήδη μέσα σε μία δεκαετία, πρόλαβε να γίνει ένας κλασικός τίτλος στα ράφια της παιδικής – εφηβικής λογοτεχνίας.
Επιπλέον, με την έκδοση αυτή, οι εκδόσεις Μεταίχμιο δείχνουν ότι το ενδιαφέρον τους για τις λογοτεχνικές κόμικς διασκευές έχει μεγαλώσει, μετά και τις επιτυχημένες μεταφορές έργων της Άλκης Ζέη (στο πρώτο, μάλιστα, εκ των οποίων -στον «Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου»– είχε ρόλο διασκευάστριας του σεναρίου και η Αγγελική Δαρλάση). Ήδη είδαμε τον προηγούμενο χρόνο τον εκδοτικό οίκο να εντάσσει στον κατάλογό του σημαντικούς -πρωτότυπους και μεταφρασμένους- τίτλους κόμικς («Πορτρέτα», «Ιστορίες από την Αίθουσα Αναμονής», «Η Εγκυκλοπαίδεια της Πρώιμης Γης», «Η Τριλογία της Νέας Υόρκης» κ.α.), σηματοδοτώντας την ενίσχυσή του στον εκδοτικό αυτό τομέα.
Από την μαγεία του Μουσείου στην Αντίσταση
Η ιδέα του βιβλίου της Δαρλάση εκκινεί από μία απ’ τις λιγότερο ηχηρές -και μέχρι προσφάτως σχετικά άγνωστες- αντιστασιακές πράξεις την πρώτη περίοδο της Κατοχής: την απόκρυψη των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια των κατακτητών. Την ηρωική αυτή προσπάθεια των αρχαιολόγων του μουσείου, την αφηγείται μέσα από τα μάτια της Αγγελίνας, ενός κοριτσιού που, μεγαλώνοντας -κυριολεκτικά- μέσα στο μουσείο, το αντιμετώπιζε ως έναν τόπο μαγικό, όπου τα αγάλματα ζωντανεύουν και αποτελούν τους πιο πιστούς της φίλους. Με τα λόγια της ίδιας της πρωταγωνίστριας: «Οι νύχτες στο μουσείο, αντίθετα με ό,τι μπορεί να πιστεύουν οι περισσότεροι είναι μαγικές· γεμάτες ψιθύρους και κίνηση […] είμαι πια βέβαιη πως όλοι το ήξεραν. Πως τις νύχτες τα αγάλματα ζωντανεύουν». Όταν, όμως, μία μέρα ξαφνικά οι πόρτες του μουσείου έκλεισαν και οι γονείς της δεν της εξηγούσαν τι έχει συμβεί, άρχισε να υποψιάζεται ότι οι φίλοι της βρίσκονταν σε κίνδυνο.
Με αυτό το εύρημα, η Δαρλάση ανέδειξε τον καίριο κοινωνικό ρόλο της πολιτιστικής κληρονομιάς και τη βιωματική διάσταση της διάπλασης της ιστορικής συνείδησης. Έτσι, το παρελθόν της Κατοχής συνδέεται με το απώτερο παρελθόν της αρχαιότητας, όχι, όμως, με όρους σοβινισμού, αλλά μέσα από ένα πρίσμα βαθιά ανθρωπιστικό και διαχρονικά αντιπολεμικό. Επιπλέον, η σύνδεση των αγαλμάτων με το ημιτελές χέρι της πρωταγωνίστριας προσφέρει την ιδανική παρομοίωση για να κατανοηθεί η αξία της διαφορετικότητας.
Η διάκριση μεταξύ Ιστορικής και Μυθιστορηματικής Φαντασίας
Επιστρέφοντας, όμως, στη διάσωση των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, μπορούμε, με τη βοήθεια της σκέψης του Ιταλού ιστορικού Enzo Traverso, να αντιληφθούμε την σημασία της διάκρισης μεταξύ της «ιστορικής φαντασίας» και της «μυθιστορηματικής φαντασίας». Αναφέροντας τους τίτλους ποικίλων ιστορικών μυθιστορημάτων στα «Ιδιότυπα Παρελθόντα» (στα ελληνικά από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου), ο Traverso παρατηρεί ότι τα μυθιστορήματα «χειραφετούνται απ’ το πραγματικό για να επεξεργαστούν μυθοπλαστικά ένα σύνολο ερωτημάτων, τα οποία οι ιστορικοί μπορεί να τα χειριστούν μόνο διατυπώνοντας εικασίες και ερμηνείες». Αντίθετα, τα μυθιστορήματα «αντί να διατυπώνουν εικασίες, κατασκευάζουν πλοκές, ξετυλίγουν φανταστικές καταστάσεις, ανιχνεύουν την ψυχολογία των προσώπων τους και εξερευνούν το νοητικό τους τοπίο», προχωρώντας «με τα δικά τους μέσα στην αναζήτηση μίας κατανόησης, πιο βαθιάς και με λεπτότερες αποχρώσεις, της πραγματικότητας».
Η λειτουργική αξία αυτής της διάκρισης καθίσταται σαφής στο υπό συζήτηση έργο της Δαρλάση, το οποίο πραγματεύεται μία άκρως μυστική αποστολή της αρχαιολογικής υπηρεσίας, η οποία έλαβε χώρα ελάχιστο χρονικό διάστημα πριν την εισβολή των Ναζί στην Αθήνα, δηλαδή σε συνθήκες που θέτουν αντικειμενικά προσκόμματα στην ιστορική τεκμηρίωση. Ωστόσο, τέτοιοι περιορισμοί δεν αποτρέπουν την μυθιστορηματική φαντασία να αναμετρηθεί με την αφήγηση του παρελθόντος, συνυφαίνοντας την πλοκή με τα ίχνη του παρελθόντος, απαλλαγμένη από τις δεσμεύσεις της αυστηρής επιστημονικής μεθοδολογίας.
Αξίζει να παρατηρηθεί, επιπλέον, ότι η αφήγηση της ημέρας της εισβολής του ναζιστικού στρατού Κατοχής στην Αθήνα, αντλεί βεβαίως απ’ το καταγεγραμμένο ιστορικό παρελθόν, όμως λειτουργεί παράλληλα και ως διακειμενική αναφορά στην αντίστοιχη αφήγηση της Άλκης Ζέη στον «Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου». Η αφηγηματική σύγκλιση των δύο έργων στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο, δημιουργεί την αίσθηση δύο παράλληλων ιστοριών, εκ των οποίων η μία εκτυλίσσεται στο σπίτι του Πέτρου και η άλλη στο σπίτι της Αγγελίνας. Αντίστοιχα και στις δύο κόμικ διασκευές, οι δημιουργοί (η Νικολαΐδη και ο Μαστώρος) αποτυπώνουν με παρόμοιο τρόπο την σιωπή εκείνης της ημέρας και τον τρόμο που προκαλούσε η είσοδος των κατοχικών στρατευμάτων σε μία πόλη που έμοιαζε ερημωμένη.
Ενώ, όμως, όλοι οι Αθηναίοι είχαν κλείσει τα πατζούρια των σπιτιών τους, σε μία συμβολική κίνηση ενάντια στους κατακτητές, στο σπίτι της αντιπαθητικής γειτόνισσας της Αγγελίνας «τα παραθυρόφυλλα ήταν ορθάνοιχτα» λες και έκαναν «μια μικρή οικογενειακή γιορτή για να γιορτάσουν την εισβολή των Γερμανών στην Αθήνα». Στη λεπτομέρεια αυτή του βιβλίου, αναδεικνύεται η τολμηρή επιλογή της Δαρλάση να μην μιλήσει στο νεανικό αναγνωστικό της κοινό για την τραγωδία και το έπος της Κατοχής, αλλά και για το αντίθετό της: το φαινόμενο της συνεργασίας με τον κατακτητή. Πρόκειται για ένα υπαρκτό και μάλιστα εκτεταμένο ιστορικό φαινόμενο της περιόδου της Κατοχής, το οποίο μελέτησε σε βάθος ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης στους «Δωσίλογους» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) και στο οποίο απέδωσε «τις πραγματικές αιτίες που δίχασαν την ελληνική κοινωνία και συγκρότησαν τα δύο κοινωνικά και πολιτικά στρατόπεδα που συγκρούστηκαν στους δρόμους της Αθήνας τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής και τον Δεκέμβριο του 1944 και στην ορεινή Ελλάδα στα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου». Οι «οικονομικοί συνεργάτες», όπως τους χαρακτηρίζει, προκάλεσαν «βίαιη ανακατανομή του πλούτου κυρίως τον πρώτο ενάμιση χρόνο της Κατοχής», η οποία επέφερε τεράστιες οικονομικές ανισότητες που παγιώθηκαν για δεκαετίες στην ελληνική κοινωνία.
Μία πιστή διασκευή χαμηλού ρίσκου
Οι παραπάνω θεματικές του έργου της Δαρλάση αναδεικνύονται με συνέπεια και πιστότητα και στην φροντισμένη μεταφορά της Δήμητρας Νικολαΐδη. Για παράδειγμα, ενώ η παραπάνω εικόνα με τα ανοιχτά πατζούρια δεν περιλαμβάνεται στο δικό της σενάριο, αντίθετα δεν απουσιάζει η ανάδειξη του φαινομένου των συνεργατών των ναζί, που οδηγεί σε μία έντονη σκηνή με μαλλιοτραβήγματα και σκληρές εκφράσεις: «-Σιχαμένη φασίστρια!», αποκαλεί η Αγγελίνα την Τζένη, η οποία της απαντά «Βλαμμένη σακάτισσα. Κι εσύ, παλιο-στραβούλιακα, παλιο-ορφανέ, αλήτη!».
Παρά ταύτα, η επιλογή της πιστής διασκευής του πρωτότυπου έργου, φαίνεται ότι περιόρισε τα περιθώρια της να πάρει σημαντικά αφηγηματικά και εικονογραφικά ρίσκα. Έτσι, η δημιουργός εστίασε σε μία προσεγμένη -πλην όμως ασφαλή- αναπαράσταση της λογοτεχνικής πλοκής, βασισμένη στο εκφραστικό ρεαλιστικό της σχέδιο και τη γήινη χρωματική της παλέτα, χωρίς να καταφέρει να αφήσει την προσωπική της σφραγίδα στο εγχείρημα αυτό. Πρέπει, όμως, να συνυπολογιστεί, πως, μολονότι η Νικολαϊδη έχει ήδη διακριθεί εδώ και χρόνια στον τομέα των αυτοεκδόσεων (με τις βραβευμένες στα ΕΒΚ «Τελετουργίες» και «Στα Βαθιά Ρέματα»), το συγκεκριμένο έργο πρόκειται μόλις για το πρώτο μεγάλου μεγέθους έργο της -και σε συνεργασία παράλληλα με μεγάλο εκδοτικό οίκο. Συνεπώς, για την ίδια ως δημιουργό αποτελεί ένα σημαντικό βήμα, μία ακόμη απόδειξη ότι έχει το ταλέντο και την ικανότητα να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της μεγάλης αφηγηματικής φόρμας, δημιουργώντας προσδοκίες για ακόμα πιο τολμηρά εγχειρήματα στο μέλλον.