Αν το πρώτο βιβλίο του Ντ. Χάντερ («Chav: Αλληλεγγύη από τα Υπόγεια») ήταν μια γροθιά στο στομάχι που μας ανάγκασε να κοιτάξουμε κατάματα τη βία της φτώχειας στα υπόγεια των μητροπόλεων, το νέο του πόνημα με τίτλο «Αθλητικά ρούχα, ψυχικά τραύματα, προδότες της τάξης μας», το οποίο επίσης κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων, αποτελεί μία ακόμα διεισδυτικότερη μελέτη των «ανθρώπων που ζουν σε καθεστώς φτώχειας». Αξιοποιώντας, αυτή τη φορά, τα εργαλεία της «αυτοεθνογραφίας», των κουίρ μεθοδολογιών, της ταξικής ανάλυσης, των μελετών λευκότητας και του καταργητισμού, ο Χάντερ επιχειρεί να καλύψει το θεωρητικό κενό που διαπίστωσε ο ίδιος στην αφήγηση των βιωμάτων του στο πρώτο του βιβλίο, χωρίς να αλλάζει το στυλ της γραφής του. Παρά την εκδοτική του επιτυχία, ο ίδιος ο συγγραφέας θεωρεί ότι το πρώτο βιβλίο του δεν εκπλήρωσε τον πολιτικό του στόχο που ήταν να καταδείξει τις δομικές και συστημικές αιτίες της φτώχειας, κάτι που επιχειρεί να επανορθώσει στο νέο του βιβλίο, αξιοποιώντας και πάλι την αφήγηση των εμπειριών και των σχέσεων που τον διαμόρφωσαν, ως εφαλτήριο της πολιτικής – θεωρητικής του ανάλυσης.
Αυτή είναι η λειτουργία της μεθόδου της «αυτοεθνογραφίας». Με την αφήγηση της «ενσώματης εμπειρίας» του, ο συγγραφέας επιχειρεί να θολώσει «τα όρια ανάμεσα στην παραδοσιακή γραφή των κοινωνικών επιστημών και την περισσότερο επιτελεστική και δημιουργική λογοτεχνική γραφή», με σκοπό να διεγείρει στο αναγνωστικό κοινό μία «κριτική ενσυναίσθηση» για τους πρωταγωνιστές του βιβλίου του και τα υποκείμενα της έρευνάς του: τους ανθρώπους του περιθωρίου.
Ο Χάντερ αρνείται να παίξει τον ρόλο του «θύματος» ή του «καλού πολίτη» που ενσωματώθηκε στο σύστημα. Αντίθετα, χωρίς να αποκόβει τον εαυτό του από το παρελθόν του, υιοθετεί μια ρευστή, queer προσέγγιση που αποδομεί τα φιλελεύθερα ηθικά πρότυπα υπερασπιζόμενος τους ανθρώπους που τον «ανέθρεψαν», τους ανθρώπους «δίπλα στους οποίους μεγάλωσε», τους «έγκλειστους σε φυλακές ή σε ψυχιατρεία», του άστεγους, τους ψυχικά τραυματισμένους, τους εργαζόμενους «στις παράνομες οικονομίες του σεξ και των ναρκωτικών», τα «λευκά σκουπίδια και τα μαύρα και μελαμψά παιδιά των αστικών κέντρων», αυτούς δηλαδή που συγκροτούν την «φτωχή τάξη». Μέσα από την αφήγηση των ιστοριών τους (και των προσωπικών του βιωμάτων) αποκαλύπτει την λειτουργία της «Μηχανής του Στίγματος», η οποία στοχεύει να τους «απογυμνώσει από την ανθρωπινότητά» αυτών των προσώπων, που αντιμετωπίζονται απ’ την κοινωνία ως κοινωνικά απόβλητα.
Η ανάλυσή του, ωστόσο, γίνεται ακόμα πιο αιχμηρή όταν αποφασίζει να ασκήσει κριτική εκ των έσω, για τους «προδότες της τάξης μας», δηλαδή για εκείνους τους φτωχούς που υιοθετούν ρατσιστικές, πατριαρχικές ή ατομικιστικές συμπεριφορές, υπονομεύοντας τα συλλογικά συμφέροντα της τάξης τους για μια εφήμερη αίσθηση ισχύος. Θέτει, μάλιστα, σε αμφισβήτηση ακόμα και το δικό του λευκό προνόμιο. Εξετάζοντας τη «λευκότητα» ως ιστορική κατασκευή που λειτουργεί ως ψευδαίσθηση ανωτερότητας για τους φτωχούς λευκούς αναστοχάζεται το παρελθόν του και συνειδητοποιεί ότι το δικό του λευκό προνόμιο του χάρισε «δεύτερες ευκαιρίες» σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τον φίλο του, τον Εμ Ντι, ο οποίος του υπενθυμίζει μέσα από την φυλακή ότι «δεν είχες τίποτα, όμως είχες το λευκό σου δέρμα» για να του υποδείξει την απόσταση μεταξύ τους. Κι όταν σε ένα τηλεφώνημά τους, ο Εμ Ντι τον φέρνει αντιμέτωπο με την πραγματικότητα της οργής των μαύρων για τους λευκούς (ακόμα και εκείνων που εμφανίζονται ως σύμμαχοί τους), απογυμνώνει με βιωματικό τρόπο τον δομικό ρατσισμό του σωφρονιστικού μηχανισμού:
«Δεν φτιάχνουμε οι μαύροι άνθρωποι αυτά τα κελιά, μονάχα ζούμε μέσα τους. Μονάχα πεθαίνουμε μέσα τους. Οι λευκοί τα φτιάχνουν. Οι λευκοί μας σκοτώνουν με αυτά. Κι εδώ μέσα κι εκεί έξω.»»
Απορρίπτοντας τη λογική της ατομικής διαφυγής, με την οποία, εάν ήθελε, θα μπορούσε ο ίδιος να είχε αποδράσει, έχοντας πλέον αποκτήσει πολιτισμικό κεφάλαιο, ο Χάντερ προτάσσει το όραμα του ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού και της πολιτικής ρήξης με τους κρατικούς μηχανισμούς καταπίεσης. Με τα λόγια του ίδιου:
«Το ταξικό «μας» συμφέρον συλλογικά είναι να εργαστούμε για την κατάργηση του λευκοκρατικού, ετεροκανονικού, πατριαρχικού καπιταλισμού και για την κατάργηση καθενός από τους θεσμούς του»