Τα τελευταία χρόνια ζούμε μία παράξενη συνθήκη. Οι -δυτικές τουλάχιστον- κοινωνίες, κατά γενική ομολογία, βυθίζονται όλο και βαθύτερα στον σκοταδισμό και τον ανορθολογισμό, με αίτιο και αποτέλεσμα την άνοδο μίας εντελώς αλλοπρόσαλλης ακροδεξιάς, η οποία βρίσκεται στα πρόθυρα να προκαλέσει έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Στην Ελλάδα τα πράγματα δεν είναι καλύτερα, προφανώς ούτε στο επίπεδο της κυβέρνησης, 1 με τους Πλεύρη, Γεωργιάδη και Βορίδη να διαγκωνίζονται για την θέση του πρώτου βιολιού της τραμποποίησης της ΝΔ και παράλληλα τον Δένδια -υιοθετώντας το πολιτικό προφίλ του στρατάρχη Παπάγου- να προετοιμάζει την κοινωνία για μία πιθανή επερχόμενη πολεμική κατάσταση αλλά ούτε στο επίπεδο της κοινωνίας, στο οποίο έρευνες όπως του Σημείου για την Μελέτη & την αντιμετώπιση της Ακροδεξιάς και του Eteron, αποτυπώνουν μία σταθερά αυξανόμενη συντηρητικοποίηση και μία εντονότερη ροπή προς την Ακροδεξιά, σε σχέση με λίγα χρόνια νωρίτερα.
Και πού είναι το παράδοξο, θα αναρωτηθεί κανείς; Στο χώρο του βιβλίου είναι η απάντηση, στον οποίο μπορούμε να εντοπίσουμε αντίρροπες τάσεις σε σχέση με την θλιβερή γενική πολιτική εικόνα. 2 Βέβαια θα αντιτάξει εύλογα κανείς ότι το αναγνωστικό κοινό αποτελεί μονάχα μία μικρή μειοψηφία της κοινωνίας, η οποία κατά μέσο όρο δεν διαβάζει περισσότερα από δύο βιβλία τον χρόνο, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΟΣΔΕΛ Κοιτώντας αφενός την εγχώρια εκδοτική παραγωγή και αφετέρου (και κυρίως) τα ευπώλητα αυτής, φαίνεται αυξημένη η αναζήτηση της έγκυρης γνώσης απ’ το ευρύ κοινό, τόσο μέσα από βιβλία εξειδικευμένου επιστημονικού ενδιαφέροντος (ξεχωρίζουν σε αυτήν την κατηγορία τα απόλυτα best sellers «Δωσίλογοι» του Μενέλαου Χαραλαμπίδη και «Προπαγάνδα και Παραπληροφόρηση» του Άρη Χατζηστεφάνου), όσο και από τον ραγδαία αναπτυσσόμενο κλάδο της επιστημονικής εκλαΐκευσης. Στα ράφια αυτής της κατηγορίας βιβλίων μπορεί να ανακαλύψει κανείς μία τεράστια ποικιλία: κόμικς γραμμένα (ή εμπνευσμένα) από κορυφαίους επιστήμονες (όπως το «Ένας Κόσμος Χωρίς Τέλος» των Jean-Marc Jancovici και Christophe Blain για την κλιματική αλλαγή), βιβλία από δημοφιλείς youtubers με κανάλια ειδικών γνώσεων (όπως του The Mythologist ή του Astronio), σύντομες «εισαγωγές» σε ζητήματα κάθε επιστημονικού πεδίου ή στην σκέψη διανοητών κ.ο.κ.
Ένα από τα αγαπημένα βιβλία (πλέον σειρά βιβλίων) του ελληνικού αναγνωστικού κοινού είναι το «Μύθοι, Παρεξηγήσεις και Άβολες Αλήθειες της Ελληνικής Ιστορίας» του Σταύρου Παναγιωτίδη. Ο συγγραφέας των βιβλίων αυτών δεν επιδίωξε να εκθέσει κάποια δική του έρευνα σε αυτά, αλλά να ανακεφαλαιώσει, να συμπυκνώσει και να παρουσιάσει με απλή και προσιτή γλώσσα στο ευρύ αναγνωστικό κοινό ορισμένες από τις παραδεδεγμένες γνώσεις της ιστορικής επιστήμης για θέματα τα οποία στη δημόσια σφαίρα παρουσιάζονται παραδοσιακά διαστρεβλωμένα. Ο μύθος του «Κρυφού Σχολειού» υπήρξε για δεκαετίες το κλασσικότερο παράδειγμα τέτοιων διαστρεβλώσεων του παρελθόντος, τον οποίο όταν η ιστορική κοινότητα επιχείρησε να καταρρίψει στο επίπεδο της δημόσιας σφαίρας στις αρχές της χιλιετίας (στις τότε βραδινές ενημερωτικές εκπομπές και τα δελτία ειδήσεων), βρέθηκε να δέχεται ανηλεή πόλεμο από τους εκπροσώπους της εκκλησίας (και όχι μόνο). Ο Παναγιωτίδης αναμετράται στα βιβλία του με αυτόν και άλλους μύθους και η προσπάθειά του αυτή γρήγορα εκτιμήθηκε από το αναγνωστικό κοινό, το οποίο έχει στείλει πολλές φορές τα βιβλία του για ανατύπωση. Εξάλλου, όπως παρατηρούσε και ο Νίκος Σαραντάκος στην ομιλία του στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου: «Είναι επίπονη δουλειά η ανασκευή ενός μύθου, είναι δουλειά ντετέκτιβ, διότι πρέπει να βρεις τον κόκκο αλήθειας που συνήθως περιέχει ο μύθος, αφού ξετυλίξεις ένα προς ένα τα στρώματα ψεύδους που τον περιβάλλουν, και το κακό είναι ότι για τη διαδικασία αυτή απαιτείται πολύς κόπος και χρόνος. Μάλιστα, έχει διατυπωθεί και ο λεγόμενος «νόμος του Μπραντολίνι», που λέει πως η ποσότητα ενέργειας που χρειάζεται για να καταρριφθεί μια σαχλαμάρα είναι μία τάξη μεγέθους μεγαλύτερη από την ποσότητα που χρειάζεται για να παραχθεί η σαχλαμάρα -ή, κατά την κρητική παροιμία που μ’ αρέσει να επαναλαμβάνω, «Έριξε ο κουζουλός μια πέτρα στο πηγάδι και σαράντα γνωστικοί δεν μπορούν να τηνε βγάλουν»».
Το Μυθοκόμιξ, ουσιαστικά, είναι το comic adaptation της δημοφιλούς δουλειάς του Σταύρου Παναγιωτίδη. Στις σελίδες του, ο τεκμηριωμένος ιστορικός λόγος του Παναγιωτίδη συναντά το χιούμορ του Αντώνη Βαβαγιάννη, ο οποίος δεν περιορίζεται σε ρόλο απλού εικονογράφου, αλλά συνομιλεί δημιουργικά με το εκάστοτε κείμενο, προσφέροντας μία ξεχωριστή, ημι-αυτοτελή αφήγηση. Η σειρά, μάλιστα, ξεκίνησε από το Instagram, χώρο στον οποίο αντικειμενικά, λόγω της φύσης του μέσου, κυριαρχούσε το στριπάκι. Η εικόνα λειτουργούσε ως «κράχτης» για τους χρήστες του μέσου, οι οποίοι στη συνέχεια θα έπρεπε να επιλέξουν να κάνουν swipe προκειμένου να διαβάσουν το κείμενο της ιστορικής τεκμηρίωσης. Ωστόσο, στην έντυπη έκδοση, που κυκλοφόρησε -όπως και τα άλλα βιβλία της σειράς- από τις εκδόσεις Κέδρος, η συνθήκη αυτή αναστράφηκε, με το κείμενο να προηγείται και το κόμικ στριπ να ακολουθεί ως επιμύθιο.
Η συνεργασία μεταξύ Παναγιωτίδη και Βαβαγιάννη λειτουργεί αρμονικά και το κόμικ είναι βέβαιο ότι σύντομα θα βρει το κοινό του. Αυτό που προσωπικά, όμως, με προβληματίζει -με αφορμή και όχι εξαιτίας της συγκεκριμένης έκδοσης- αφορά κάτι βαθύτερο: τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να «καταναλώνουμε» την γνώση, σε μία εποχή μάλιστα που η υπερσυσσώρευση πληροφορίας και η ψηφιακή διάσπαση έχουν εδραιώσει την λεγόμενη «οικονομία της προσοχής».
Με βάση αυτόν τον προβληματισμό, μπορώ να κατανοήσω την προσπάθεια να προσαρμοστεί ο επιστημονικός λόγος στη γλώσσα ενός σύγχρονου ψηφιακού μέσου, παρόλο που είναι δεδομένο ότι ποτέ αυτή δεν θα γίνει χωρίς συνέπειες (βλ. την εσπευσμένη μεταφορά των ΜΜΕ στο tiktok, η οποία -με την έμφαση στα media- αφήνει πίσω τον πυρήνα της λειτουργίας τους, δηλαδή το ρεπορτάζ και την κριτική). Όμως, κρύβει σίγουρα περισσότερους κινδύνους η μεταφορά της μεθοδολογίας των νέων μέσων στα παραδοσιακά, τα οποία με αυτόν τον τρόπο μεταλλάσσονται κι αυτά. Αυτό δεν το επισημαίνω με τεχνοφοβική διάθεση, αλλά με σκοπό προβληματισμού για τον τρόπο που επιλέγουμε να προσλαμβάνουμε και να μεταδίδουμε τις γνώσεις. Σκοπός της επιστημονικής εκλαΐκευσης είναι να λειτουργήσει σαν γέφυρα μεταξύ της επιστημονικής κοινότητας και του ευρέως κοινού. Λειτουργεί στην πραγματικότητα ως μία αντίρροπη τάση στα κυρίαρχα social media που έχουν εκ φύσεως την τάση να μετατρέπουν την γνώση σε content, δηλαδή σε καταναλωτικό προϊόν απαραίτητο για να τροφοδοτούν τις πλατφόρμες τους. Η άνευ πλαισίου γνώση δεν διαφέρει από τα random facts που χρησιμεύουν, βέβαια, για να κερδίσεις σε μία βραδιά κουίζ (σίγουρα όχι στα Δεν Είναι Καν (Pub) Κουίζ) ή για να λύσεις κανένα σταυρόλεξο, όχι όμως για να κατανοήσεις τον κόσμο. Τη διάκριση αυτή δείχνουν να μην αντιλαμβάνονται πολλές κοινότητες στα social media που αναπαράγουν μεν πληθώρα έγκυρων πληροφοριών, χωρίς όμως επεξεργασμένα μεθοδολογικά εργαλεία.
Χωρίς να επιρρίπτω τα παραπάνω στα έργα του Παναγιωτίδη, προσπαθώ να υποστηρίξω ότι αυτό που λείπει από το ευρύ κοινό δεν είναι περισσότερες σκόρπιες πληροφορίες που δεν έφτασαν εγκαίρως στο feed του, αλλά οι συνεκτικές αφηγήσεις ως αντίλογος στον σύγχρονο ανορθολογισμό. Ο Σμαραγδής προσέφερε μία σίγουρα αντεπιστημονική, αλλά συνεκτική αφήγηση για τον Καποδίστρια, ρίχνοντας μια πέτρα που «σαράντα γνωστικοί δεν μπορούν να τηνε βγάλουν». Σήμερα κυκλοφόρησε στις αίθουσες άλλη μία ταινία με τίτλο «Άγιος Παΐσιος», ο οποίος με δύο ταινίες και μία σειρά σε λίγο θα φέρει και anime adaptation. Την ίδια ώρα που συμβαίνουν εδώ αυτά, καθηγητές πανεπιστημίων των ΗΠΑ εγκαταλείπουν τα ιδρύματα αυτά, γιατί δεν μπορούν πλέον να διδάξουν ελεύθερα το αντικείμενό τους, λόγω της πολιτικής Τραμπ να κόψει την χρηματοδότηση σε όσα πανεπιστήμια υιοθετούν -κατά τον ίδιο- την woke ατζέντα.
Πολύ πιο κοντά στην long form αφήγηση που περιγράφω βρίσκεται η σειρά «Δεν είναι αυτό που νομίζεις» του Σταύρου Παναγιωτίδη στο youtube κανάλι του fyi news, στο οποίο μεταφέρει σε οπτικοακουστική μορφή τις αφηγήσεις του που καταρρίπτουν μερικούς από τους μύθους που έχει αναπτύξει στα βιβλία του. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μπουκιές ιστορίας του Μυθοκόμιξ δεν είναι κι αυτές απολαυστικές με τον δικό τους τρόπο.