Αγώνες και Μεταμορφώσεις Μίας Γυναίκας – Η απελευθέρωση από τη δυστυχία

Μάνος Βασιλείου - Αρώνης Από Μάνος Βασιλείου - Αρώνης 6 Λεπτά Ανάγνωσης

Ο Εντουάρ Λουί μέσα σε λίγα μόλις χρόνια (το Να Tελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ κυκλοφόρησε πρώτη φορά στα γαλλικά το 2014), έχει καταφέρει να αφήσει ένα γερό στίγμα στη σύγχρονη ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Η βιωματική του γραφή και ο σκληρός ρεαλισμός της αφήγησής του, τον έχουν αναδείξει σε σημείο αναφοράς στη νέα γενιά συγγραφέων. Η φωνή του Λουί είναι τρυφερά δραματική, αλλά και βαθιά πολιτική. Στις αυτοβιογραφικές ιστορίες του αναμετράται με τα τραύματά του, αλλά αναζητά παράλληλα χαραμάδες ελπίδας, στιγμές χαράς και απόδρασης απ’ την κακία του κόσμου. Σίγουρα, δεν περιμένεις από ένα βιβλίο του Λουί να έχει happy ending, όμως μπορείς να αναζητήσεις σε αυτά την πεποίθηση ότι μπορούμε να αλλάξουμε τις ζωές μας, αν πάρουμε τις κατάλληλες (δύσκολες συνήθως) αποφάσεις. Η «φυγή» του Εντύ στο Παρίσι ήταν μία τέτοια απόδραση – απελευθέρωση απ’ την προδιαγεγραμμένη του ζωή στη γαλλική επαρχεία. Μία αντίστοιχη ιστορία απελευθέρωσης – μεταμόρφωσης συνιστά και η «εξέγερση» της μητέρας του στα 44 της χρόνια, στη διήγηση της ζωής της οποίας αφιερώνει το τελευταίο του βιβλίο (πρωτότυπος τίτλος Combats et Métamorphoses d’une Femme), το οποίο μετέφρασε στα ελληνικά η Στέλλα Ζουμπουλάκη για τις εκδόσεις Αντίποδες.

Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος που ο Λουί επανέρχεται σε κάθε του βιβλίο στην ίδια ιστορία, αλλάζοντας κάθε φορά την οπτική του γωνία, φωτίζοντας διαφορετικές της πλευρές. Πρόκειται για μία συνειδητή του επιλογή, η οποία παρουσιάζεται από τον ίδιο ως μία άρνηση των λογοτεχνικών «κανόνων», των επιβεβλημένων απ’ την παραδοσιακή λογοτεχνική κριτική κι απ’ τις εκδοτικές προτεραιότητες της εποχής:

«Μου έχουν πει πως η λογοτεχνία δεν πρέπει ποτέ να επαναλαμβάνεται κι εγώ δεν θέλω να γράφω παρά μόνο την ίδια ιστορία, ξανά και ξανά, να επιστρέφω σ’ αυτήν μέχρι να την κάνω να αποκαλύψει τα θραύσματα της αλήθειας της, να της ανοίγω τη μία τρύπα μετά την άλλη μέχρι να αρχίσει να στάζει αυτό που κρύβεται μέσα της»

Η πρωταγωνίστρια του βιβλίου (η μητέρα του Εντύ) ήταν μία γυναίκα παγιδευμένη σε μία εποχή, ένα κοινωνικό πλαίσιο και μία νοοτροπία που της επέβαλλαν να σπαταλά ολόκληρη τη ζωή της για την ικανοποίηση των αναγκών των άλλων. Ήταν το πρότυπο της συντηρητικής ιδεοληψίας που επιβάλλει στη γυναίκα το ρόλο της ανατροφής των παιδιών και της φροντίδας του σπιτιού. Η μονότονη καθημερινότητά της δεν της επιφύλασσε ποτέ καμία έκπληξη. Όμως υπήρχε πάντοτε μία ρωγμή που διατάρασσε την κανονικότητα της ζωής της. Η επιθυμία της να ζήσει! Αναζητούσε, λοιπόν, μικρές χαραμάδες ελευθερίας ακόμα και με την πιο ασήμαντη αφορμή: σε ένα τραγούδι που της θύμιζε τα νιάτα της ή σε μία παράσταση ενός τσίρκου. Επρόκειτο για μία μύχια ανάγκη της να σπάσει τη μονοτονία, να νιώσει ξανά ελεύθερη όπως ήταν λίγο πριν παντρευτεί και γεννήσει το πρώτο της παιδί:

«Νομίζω πως είχα ξεχάσει ότι είχε υπάρξει ελεύθερη πριν από τη γέννησή μου – ευτυχισμένη;»

Συγκρίνοντας τα δύο τελευταία βιβλία του συγγραφέα παρατηρούμε τα διαφορετικά συναισθήματα που του γεννούν οι ιστορίες των δύο γονιών του. Από τη μία, η αφήγηση της ιστορίας του πατέρα του (στο Ποιος Σκότωσε τον Πατέρα μου ) προκαλεί ένα μείγμα συναισθημάτων συμπόνοιας και οργής. Περισσότερο φαίνεται να τον λυπάται για την κατάσταση στην οποία τον καταδίκασαν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές του Σαρκοζί και η επικίνδυνη ζωή στο εργοστάσιο, παρά να εκδηλώνει αισθήματα αγάπης και κατανόησης. Διαφορετική είναι η αντιμετώπιση που επιφυλάσσει στην ιστορία της μητέρας του, την οποία προσπαθεί να κατανοήσει ως μία γυναίκα καταπιεσμένη, εγκλωβισμένη σε ένα προσωπικό αδιέξοδο απ’ το οποίο υπήρχε ανάγκη να αποδράσει. Κάνοντας κι ο ίδιος αυτοκριτική στη στάση του απέναντί της στο παρελθόν, προσπαθεί να κατανοήσει και να δικαιολογήσει τα ψεγάδια του χαρακτήρα της, γνωρίζοντας πλέον ότι η γυναίκα που τον μεγάλωσε για χρόνια καταπίεζε τον πραγματικό της εαυτό, ο οποίος εκδηλώθηκε μόνον όταν βρήκε ξανά την ευτυχία, εκείνο το λησμονημένο συναίσθημα που είχε να βιώσει από τα πρώτα εφηβικά της χρόνια.

Ο Λουί εμπνεύστηκε το βιβλίο του παρατηρώντας μία παλιά φωτογραφία της 20χρονης μητέρας  του, στην οποία ανίχνευσε ένα χαμόγελο, το οποίο μαρτυρούσε μία ευτυχία την οποία σε όλη του την παιδική ηλικία δεν είχε αντικρίσει ποτέ στο πρόσωπό της. Αυτή η φωτογραφία τον παρακίνησε να αναζητήσει τις αιτίες που εξαφανίστηκε αυτό το χαμόγελο απ’ τα χείλη της, να αναρωτηθεί πώς κατέληξε τόσο δυστυχισμένη. Εξ’ ου και χαρακτηρίζει το βιβλίο του για εκείνη ως μία «αρχαιολογία της εξαφάνισης ενός χαμόγελου».[1]


[1] Ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τους σκοπούς του κατά τη διάρκεια συγγραφής του βιβλίου του αποκαλύπτει στις συνεντεύξεις του στο περιοδικό Les Inrockuptibles και στον Guardian

Μοιραστείτε το Άρθρο
Γεννήθηκε το 1993, δηλαδή ήταν 6 χρονών όταν είδε πρώτη φορά το Star Wars. Κάπου στο Λύκειο κατέληξε ότι η αλήθεια βρίσκεται στον Sheldon και από τότε προσπαθεί να ανακαλύψει τον κόσμο των nerds και των superheroes, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Αγαπημένο του χρώμα το κόκκινο: στις σημαίες, στον Flash, στον Deadpool, ενώ στις μπλούζες το προτιμά με λευκές λωρίδες. Τελευταία το παίζει και δικηγόρος, χωρίς καμία επιτυχία.