Το Κοράκι του Στίβεν Κινγκ (πρωτότυπος τίτλος: The Stand) αποτελεί ένα από τα πιο φημισμένα μυθιστορήματα του δημοφιλούς συγγραφέα. Όπως παραδέχεται ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου (εκδ. Κλειδάριθμος), είναι το έργο του που «φαίνεται πως αρέσει περισσότερο σε εκείνους που αγαπούν τα βιβλία του», ενώ εφημερίδες όπως η Palm Beach Post το έχουν χαρακτηρίσει «τον ευφυέστερο εφιάλτη που ονειρεύτηκε κανείς» τον 20ό αιώνα. Η καταξίωση που έχει γνωρίσει το έργο, μαζί με το γεγονός ότι πρόκειται για το πιο εκτενές μυθιστόρημα του Κινγκ (η πλήρης έκδοση φτάνει σχεδόν τις 1500 σελίδες), το καθιστούν ένα από τα πιο φημισμένα λογοτεχνικά έργα όχι μόνο του συγκεκριμένου συγγραφέα, αλλά του είδους του τρόμου ευρύτερα.
(Στο κείμενο αυτό, θα εξεταστεί η πλήρης έκδοση του κειμένου (1990) και όχι η αρχική (1978), από την οποία ο εκδοτικός οίκος με τον οποίο συνεργαζόταν ο Κινγκ είχε αφαιρέσει περίπου 500 σελίδες λόγω του κόστους διανομής στην αγορά.)
Στο «επικών προδιαγραφών» αυτό μυθιστόρημα, ο Βασιλιάς του τρόμου αφηγείται τη διαδικασία της κατάρρευσης του πολιτισμού μετά την επέλαση μιας επιδημίας «σούπερ γρίπης» η οποία, χωρίς να διαφέρει σε ό,τι αφορά τα συμπτώματα από έναν συνηθισμένο τύπο γρίπης, αποδεικνύεται απίστευτα μεταδοτική όσο και φονική: σκοτώνει το 99,4% του παγκόσμιου πληθυσμού σε μόλις έναν μήνα! Από το σημείο αυτό και έπειτα, η εστίαση του συγγραφέα αλλάζει, με τον ίδιο να αφηγείται την προσπάθεια ανοικοδόμησης του κοινωνικού ιστού από όσους έχουν απομείνει, οι οποίοι χωρίζονται σε δύο στρατόπεδα: το ένα αντιπροσωπεύει τις δυνάμεις του καλού, το άλλο του κακού. Το «κοράκι» του ελληνικού τίτλου δεν είναι άλλο από τον ηγέτη της δεύτερης ομάδας, τον Ράνταλ Φλαγκ, ένα δαιμονικό ον με σχέσεις με τον ίδιο τον σατανά, που συχνά παίρνει τη μορφή του κορακιού. Ο Φλαγκ, ο «σκοτεινός άντρας», είναι ο πιο σταθερός villain του σύμπαντος του Κινγκ, αφού έχει εμφανιστεί και σε αρκετές άλλες ιστορίες. Πιο χαρακτηριστική είναι η κεντρική του παρουσία στη σειρά των μυθιστορημάτων του Μαύρου Πύργου, όπου είναι γνωστός ως «ο μαυροντυμένος».
Με τον τρόπο αυτόν, το έπος του Βασιλιά μπορεί να χωριστεί σε δύο μέρη, υφολογικά, ακόμη και ειδολογικά: το πρώτο, περίπου το 1/3 του βιβλίου, είναι μια ιστορία μετα-αποκαλυπτικού τρόμου. Το δεύτερο, μέσω του μανιχαϊστικού του διπόλου, είναι μια dark fantasy θρησκευτική αλληγορία.
Η αργή διαδικασία της διάλυσης ενός ολόκληρου πολιτισμού, μετά την ασταμάτητη διάδοση ενός τόσο φονικού και μεταδοτικού ιού, είναι μάλλον σε επίπεδο σύλληψης ένα από τα πιο τρομακτικά πράγματα που μπορεί να διαβάσει κανείς. Ο Κινγκ αξιοποιεί το στοιχείο αυτό στο έπακρο, αναδεικνύοντας τον βαθιά εφιαλτικό του πυρήνα με τη γραφή του: μέσα από μια ιδιαίτερα ζωντανή αφήγηση κάνει τον αναγνώστη να νοιαστεί πραγματικά για καταστάσεις και γεγονότα που περιγράφονται και αφορούν τους χαρακτήρες (όπως η εγκυμοσύνη της Φράνι και η σχέση της με τους γονείς της). Όταν όμως αναφερθεί ένα απλό φτάρνισμα ή συνάχι, ο αναγνώστης αμέσως καταλαβαίνει ότι η συναισθηματική επένδυση στα γεγονότα και τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος δεν έχει τόση σημασία, αφού τίποτα δεν μπορεί εντέλει να σταθεί όρθιο μπροστά στον φονικό ιό… Έτσι, ο Κινγκ καταφέρνει, στο πρώτο μέρος του βιβλίου, να χτίσει ένα έντονο παιχνίδι με τις προσδοκίες και τα συναισθήματα του αναγνώστη. Ακόμη περισσότερο, με τη δυστοπική περιγραφή του μετα-αποκαλυπτικού αστικού ιστού της Νέας Υόρκης (πολύ, πολύ θανατικό… ακόμα και για μυημένους στη μυθοπλασία τρόμου!) προσκαλεί τον αναγνώστη να φανταστεί τη δική του πόλη σε μια αντίστοιχη, εφιαλτική, κατάσταση!
Έτσι, το δυνατό σημείο του πρώτου μέρους του βιβλίου, αυτού δηλαδή που αντικείμενο αφήγησης έχει την κατάρρευση του πολιτισμού μετά το ξέσπασμα της επιδημίας, είναι αδιαμφισβήτητα το γεγονός ότι ο Κινγκ δημιουργεί μια εφιαλτική κατάσταση που δεν διαθέτει κάτι μεταφυσικό. Δεν πρόκειται για ζόμπι, για βαμπίρ ή εξωγήινους˙ ο τρόμος προκύπτει από μια επιδημία, μια πάρα πολύ φονική επιδημία βέβαια, αλλά στην τελική μια ασθένεια που μπορούμε να φανταστούμε να ξεσπάει -αν τα πράγματα πήγαιναν πάρα, πάρα πολύ άσχημα- χωρίς τη μεταφυσική παρέμβαση κάποιου όντος από ένα άλλο σύμπαν που διαταράσσει τη λογική συνοχή του κόσμου μας.
Είναι αυτό το στοιχείο που κάνει τον κίνδυνο να μοιάζει πολύ πιο κοντά σε εμάς σε σχέση με άλλες ιστορίες τρόμου, πόσο μάλλον με τις μνήμες του πρώτου κύματος COVID και τον τρόμο που έφερε η είδηση της πανδημίας ακόμα νωπές στη μνήμη μας σήμερα: πόσο τρομακτικό μπορεί να είναι να διαβάζεις ότι κάποιος μόλις φταρνίστηκε, γνωρίζοντας τι ακολουθεί στη συνέχεια; Αν πρόκειται για κείμενο του Κινγκ, πολύ! Η συνθήκη του κορονοϊού θα ήταν σίγουρα η χειρότερη περίοδος να διαβάσει κανείς το μυθιστόρημα αυτό. Ας αναφερθεί, βέβαια, ότι ένας βασικός λόγος που ο Κινγκ κατάφερε να εκδώσει την πλήρη έκδοση του έργου του το 1990 ήταν ότι, από το 1978 έως τότε, είχε μεσολαβήσει το ξέσπασμα της επιδημίας του AIDS.
Με τον τρόπο αυτόν, το πρώτο μέρος του βιβλίου είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα στοιχειώνει για καιρό τον αναγνώστη. Στη συνέχεια όμως, η κατάσταση αυτή ανατρέπεται: στα υπόλοιπα 2/3 του βιβλίου στο προσκήνιο τίθεται η μάχη μεταξύ των δύο αντίπαλων στρατοπέδων στα συντρίμμια του πάλαι ποτέ ανθρώπινου πολιτισμού. Οι μακάβριες περιγραφές μέσα στο ρεαλιστικό πλαίσιο του αστικού ιστού των πόλεων δίνουν τη θέση τους στην αφήγηση των περιπλανήσεων των πρωταγωνιστών από τη μία πολιτεία των ΗΠΑ στην άλλη, αλλά και στην περιγραφή των ονείρων τους, που λειτουργούν ως δίαυλοι επικοινωνίας με τις μεταφυσικές δυνάμεις του καλού και του κακού. Έτσι, είναι στο δεύτερο αυτό μέρος του βιβλίου που το μετα-αποκαλυπτικό πλαίσιο δίνει τη θέση του στο dark fantasy μεταφυσικό, θρησκευτικό στοιχείο.
Η μετάβαση όμως από το ένα ύφος, αλλά κι από το ένα είδος στο άλλο, δεν γίνεται απότομα: ο Κινγκ φροντίζει αυτή να γίνει αρμονικά. Και το υπόλοιπο βιβλίο, αν και όχι τόσο σοκαριστικό όσο η αρχή του (δεν ήταν αυτός ο στόχος του συγγραφέα εξάλλου), είναι οπωσδήποτε καλογραμμένο, ιδίως σε ό,τι αφορά τους χαρακτήρες. Ο Κινγκ φροντίζει οι, ιδιαίτερα προσεκτικά σχεδιασμένες, δυναμικές που είχαν σκιαγραφηθεί στο πρώτο μέρος να αναπτυχθούν υποδειγματικά και σε αυτές τις διαφορετικές συνθήκες.
Ενώ ισχύουν τα παραπάνω κι ενώ η έκφραση του Κινγκ δεν παύει στιγμή να κερδίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, είναι στο δεύτερο αυτό μέρος που ο πολυγραφότατος συγγραφέας μοιάζει οριακά να φλυαρεί σε σημεία. Ομολογουμένως πολλά σημεία του δεύτερου αυτού μέρους θα μπορούσαν να λείπουν, δίχως να υπάρξει κάποια σημαντική έλλειψη στην ιστορία που ο ίδιος θέλει να αφηγηθεί. Αυτό όμως ενδεχομένως να είναι κάτι που εντοπίζεται μόνο στην πλήρη έκδοση (500 περίπου σελίδες παραπάνω δεν είναι και λίγες!).
Κάτι που δεν αλλάζει σε καμία από τις δύο εκδοχές του κειμένου είναι το τέλος. Δικαίως θεωρείται απογοητευτικό, δικαίως έχει αναπτυχθεί τόσες δεκαετίες ένας τόσο έντονος διάλογος για αυτό, ιδίως αν το λάβει κανείς υπόψη σε σχέση και με ό,τι έχει προηγηθεί. Πρόκειται μάλλον για μια από τις πιο κραυγαλέες περιπτώσεις όπου ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το τέχνασμα “από μηχανής θεού” στη σύγχρονη λογοτεχνία. Αυτό προκαλεί μια αρνητική εντύπωση και, σε κάθε περίπτωση, είναι αρκετά αταίριαστο στο τόσο προσεκτικό χτίσιμο της πλοκής και της δυναμικής μεταξύ των χαρακτήρων, που μεθοδικά εξελισσόταν σε όλη τη μεγάλη έκταση του μυθιστορήματος αυτού. Υπό αυτό το πρίσμα, ποιος να κατηγορήσει όποιον συνδέσει το φαινόμενο αυτό με πρόχειρο γράψιμο εκ μέρους του συγγραφέα; Ένα επιχείρημα υπέρ του τέλους μπορεί να είναι το θρησκευτικό πλαίσιο εντός του οποίου εξελίσσεται το δεύτερο μέρος του βιβλίου˙ μπορεί η μεταφυσική να «δικαιολογήσει» την τόσο απότομη έκβαση μιας κατά τα άλλα ιδιαίτερα προσεκτικά χτισμένης ιστορίας; Η απάντηση είναι μάλλον όχι…
Γενικότερα πάντως, η γραφή του Κινγκ στο σύνολο του μυθιστορήματος είναι εξαιρετική, όπως τόσο συχνά. Δε θα μπορούσε σε ένα από τα πιο δημοφιλή του έργα να ισχύει κάτι διαφορετικό. Η σκιαγράφηση των χαρακτήρων είναι άρτια και αυτό είναι μάλλον το πιο δυνατό σημείο του βιβλίου, μαζί με τις περιγραφές της μετα-αποκαλυπτικής πραγματικότητας στις πρώτες εκατοντάδες σελίδες του. Από εκεί και έπειτα, είναι λογικό όσοι-ες τολμηροί-ες καταπιαστούν με το πόνημα αυτό να προτιμήσουν είτε την αρχή του είτε το υπόλοιπό του, ανάλογα με το γούστο τους και το αν αυτό κλίνει περισσότερο προς τον τρόμο ή το dark fantasy. Σε κάθε περίπτωση, είναι αδιαμφισβήτητο ότι κάθε αναγνώστης του Κινγκ, αλλά και κάθε οπαδός του τρόμου, του dark fantasy και της λογοτεχνίας του φανταστικού ευρύτερα αξίζει και με το παραπάνω να διαβάσει Το Κοράκι, έναν από τους σπουδαιότερους σύγχρονους λογοτεχνικούς εφιάλτες που έχει πλάσει ανθρώπινος νους κι ένα από τα πιο… σκοτεινά ορόσημα της λογοτεχνίας τρόμου.