ε μια εποχή που το mainstream blockbuster σινεμά κυριαρχείται από κουρασμένα sequels και συνέχειες IPs που έχουν από καιρό πεθάνει, το να βλέπεις μια αυτοτελή ταινία δράσης δεν είναι πια κάτι εύκολο. Βέβαια το 2025 ήταν μια, όπως έχουμε ήδη πει, πολύ καλή χρονιά για τον κινηματογράφο συνολικά. Έτσι, φαίνεται ότι τουλάχιστον κάποια μεγαλοστελέχη κατανόησαν καλύτερα τα πεσμένα νούμερα του σινεμά της νοσταλγίας και έτσι αποφάσισαν να το πλασάρουν τουλάχιστον με έναν νέο/παλιό τρόπο. Έτσι δημιουργήθηκε το F1, ένα blockbuster που βρωμάει οκτάνια, δύναμη και ανδρική ανασφάλεια με έναν τρόπο που φέρνει στο μυαλό τη διασκέδαση που προκαλούσαν οι ταινίες δράσης περασμένων δεκαετιών.
Ο Brad Pitt (Ad Astra, Once Upon A Time in Hollywood) επιστρέφει στον ρόλο ενός κουρασμένου, απογοητευμένου από τη ζωή και τον εαυτό του οδηγού που αναλαμβάνει να προπονήσει τη νέα γενιά οδηγών, η οποία πάσχει από όλα τα κλισέ που μπορεί να θεωρήσει κανείς ότι πάσχει μια γενιά μεγαλωμένη στις οθόνες και την προσομοίωση. Η διάδραση μεταξύ των χαρακτήρων, από την ελαφρώς macho και συναισθηματικά κλειστή φιγούρα του Pitt μέχρι την επηρμένη νιότη του Damson Idris (Snowfall, Farming), μαζί με τη συνολικότερη ανάπτυξη των χαρακτήρων είναι ίσως το πιο κουραστικό μέρος της ταινίας, συμπαρασύροντας και στη μετριότητα τις ερμηνείες. Κάτι που είναι κρίμα εάν αναλογιστεί κανείς ότι σε αυτή την ταινία συμμετέχουν τρομεροί ηθοποιοί, όπως ο αγαπητός Javier Bardem (Dune, mother!) και η υποτιμημένη Kerry Condon (The Banshees of Inisherin, Train Dreams).
Εάν κάποιος έχει δει ένα sports drama, θα αναγνωρίσει όλα τα κλισέ και τις φόρμουλες που χρησιμοποιούνται στην ταινία. Με λίγα λόγια, στη γεμάτη αναφορές στη F1 παλέτα της, ένας έμπειρος θεατής θα δει αρκετές σκηνές που θα μπορούσε να ορκιστεί ότι έχουν παίξει, οριακά λέξη προς λέξη, στο Any Given Sunday. Κάτι που από μόνο του δεν είναι κακό. Εάν είναι να αντιγράψεις, κάν’ το από τον καλύτερο. Ή από τον εαυτό σου, γιατί στο θέμα της εξέλιξης της πλοκής μπορεί να βρει κανείς πολλές (και ύποπτες) ομοιότητες με το Top Gun: Maverick, του ίδιου σκηνοθέτη. Αλλά και πάλι, εάν ήταν μόνο αυτό, η ταινία δε θα βρισκόταν υποψήφια για Όσκαρ. Η δύναμη της ταινίας είναι αλλού.
Το μεγαλύτερο επίτευγμα της ταινίας του Joseph Kosinski (Top Gun: Maverick, Oblivion), ο οποίος συνυπογράφει και το σενάριο μαζί με τον Ehren Kruger, είναι, αναμφίβολα, η τεχνική της εκτέλεση. Οι σκηνές αγώνων είναι από τις πιο εντυπωσιακές της χρονιάς και ίσως οι πιο εντυπωσιακές σε ταινία με θέμα τη F1. Η παραγωγή αξιοποίησε πραγματικά μονοθέσια τροποποιημένα για κινηματογράφηση και κατέγραψε σκηνές κατά τη διάρκεια πραγματικών αγώνων, φέρνοντας ένα αποτέλεσμα ρεαλιστικό και ταυτόχρονα οικείο, κάτι που από μόνα τους τα ψηφιακά εφέ δε θα μπορούσαν να αποδώσουν. Οι κάμερες τοποθετημένες χαμηλά στο σασί ή δίπλα στο κράνος των οδηγών δημιουργούν την αίσθηση ότι ο θεατής βρίσκεται μέσα στο αυτοκίνητο. Ο ήχος των κινητήρων, οι κραδασμοί και η αίσθηση της ταχύτητας μεταφέρονται με εντυπωσιακή ένταση, η οποία παρασύρει τον θεατή, ειδικά εάν το είχε δει στη μεγάλη οθόνη. Αυτή η βιωμένη αίσθηση της ταχύτητας, της πίεσης και του καταιγισμού αποτέλεσε μία από τις πιο δυνατές κινηματογραφικές εμπειρίες της χρονιάς, είτε κάποιος είναι φαν του μηχανοκίνητου αθλητισμού είτε το μόνο που ξέρει από F1 είναι ο Σουμάχερ.
Σε κάθε περίπτωση, το F1 ήταν μια πολύ δυνατή στιγμή που ακόμα για εμάς, οριακά βρέθηκε εκτός 10άδας καλύτερων ταινιών του 2025. Και σε μια τόσο πλούσια χρονιά, αυτό λέει κάτι.