The Banshees of Inisherin – Η υποσχόμενη έκρηξη ενός καζανιού που βράζει

Σόλωνας Παπαγεωργίου Από Σόλωνας Παπαγεωργίου 5 Λεπτά Ανάγνωσης

Σε ένα μικρό νησί της Ιρλανδίας του 1923, ο αγρότης Πάντρικ (Colin Farrell) εκπλήσσεται όταν ο επιστήθιος, υποτίθεται, φίλος του, ο μουσικός Κολμ (Brendan Gleeson), παίρνει την απόφαση να του κόψει την καλημέρα και αρχίζει να τον αγνοεί εντελώς. Πλέον, ο Κολμ θεωρεί τον Πάντρικ χασομέρη και βαρετό, και έτσι αποφασίζει να αφοσιωθεί στη μουσική του, με την ελπίδα να αφήσει κάτι πίσω του μετά απ’ τον θάνατό του. Παρ’ όλα αυτά, ο Πάντρικ συνεχίζει να αποζητά τη συντροφιά του Κολμ, κι έτσι ο δεύτερος αποφασίζει να πάρει δραστικά μέτρα: υπόσχεται πως κάθε φορά που θα του μιλάει ο Πάντρικ, θα κόβει κι ένα δάχτυλό του. Ταυτοχρόνως, στην απέναντι ακτή μαίνεται εμφύλιος πόλεμος.

Πρόκειται για την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του Martin McDonagh, αλλά και για την πρώτη φορά που ο σκηνοθέτης ρίχνει τους ρυθμούς, σοβαρεύεται περισσότερο. Παρόλο που το Banshees of Inisherin φέρει τη σκηνοθετική σφραγίδα του McDonagh, παρόλο που οι χαρακτήρες του έχουν κάτι το αλλοπρόσαλλο, το υπερβολικό, όπως πάντα, φαίνεται πως αυτή τη φορά, έχει επιλέξει να χειριστεί το θέμα του διαφορετικά.

Το Banshees of Inisherin εκτυλίσσεται σε ένα χωριό που ποτέ δεν συμβαίνει τίποτα. Οι χαρακτήρες υποφέρουν εξαιτίας αυτού, είναι υποχρεωμένοι να δεχτούν πως οι ζωές τους δεν οδηγούν πουθενά. Σε αυτό το επαρχιακό σκηνικό, εμφανίζονται όλα τα γνωστά αρχέτυπα: ο σκληροτράχηλος, αυταρχικός χωροφύλακας, που εν προκειμένω κακοποιεί τον γιο του, ο «τρελός» του χωριού (Barry Keoghan), η εμπόρισσα που ασχολείται μονάχα με κουτσομπολιά, οι ηλικιωμένοι που περιμένουν τον θάνατο. Ο McDonagh χρησιμοποιεί αυτούς τους ήρωες για να περιγράψει το κλίμα της επαρχίας, τη μοναξιά και την ασφυξία που αποδέχεται, ως έναν βαθμό, ο πρώτος ήρωας, ο Πάντρικ, και από την οποία προσπαθεί να ξεφύγει ο δεύτερος, ο αγανακτισμένος Κολμ, που γυρίζει την πλάτη του στον φίλο του και αφοσιώνεται εξολοκλήρου στη σύνθεση της μουσικής του. Πραγματική λύτρωση, όμως, ενδέχεται να βρει μόνο η χαρακτήρας που δραπετεύει, που μετακομίζει μακριά (Kerry Condon).

Δραματουργικά, η ταινία «λειτουργεί». Ο McDonagh γνωρίζει καλά πώς να παντρεύει το κωμικό με το τραγικό, πώς να αλλάζει ύφος από τη μια στιγμή στην άλλη. Οι δυο πρωταγωνιστές του είναι πειστικοί χαρακτήρες, αμφότεροι έχουν κάτι το αντι-ηρωικό: είναι ικανοί να καταφύγουν σε πράξεις βίας και σκληρότητας, παρά τις συμπαθητικές τους πλευρές. Η βία εισβάλλει συνεχώς στις ζωές των ηρώων, το χωριό, από ήρεμο, γίνεται ένα καζάνι που βράζει, και στο τέλος, υπάρχει μια μεγάλη πράξη εκδίκησης. Όμως, το φινάλε υστερεί σε κάτι: όταν ένας εκ των δυο αποφασίζει επιτέλους να καταστρέψει ολοκληρωτικά τον άλλον, αυτή η απόφαση αναιρείται ως έναν βαθμό, και παρότι υπάρχει συνεχόμενη κλιμάκωση, δεν παρατηρείται η υποσχόμενη έκρηξη του καζανιού. Ο McDonagh κάπου θέλει να το πάει, μα δεν είναι βέβαιος πού: σαν να λείπει κάτι από την τελευταία πράξη. 

Όσον αφορά στο τεχνικό κομμάτι, ο McDonagh είναι εξίσου συγκρατημένος – με την καλή έννοια. Πρόκειται για μια ταινία που μαρτυρά τις θεατρικές καταβολές του δημιουργού της, ο οποίος βασίζεται περισσότερο στις αλληλεπιδράσεις των ηθοποιών -που λαμβάνουν χώρα μέσα στα μικροσκοπικά αγροτόσπιτα και στις ιρλανδικές παμπ-, παρά στα εντυπωσιακά πλάνα της καταπράσινης Ιρλανδίας, παρά στη παραδοσιακή ιρλανδική μουσική. Το σκηνικό του, λοιπόν, είναι σχετικά λιτό. Παρόλα αυτά, υπάρχουν πράγματι τα γενικά πλάνα της ιρλανδικής εξοχής, κυρίως για να ορίσουν τον τόπο της δράσης, ή για να εξυπηρετήσουν κάποια δραματουργική ανάγκη, ποτέ για απλό εντυπωσιακό, και υπάρχει πράγματι και η ιρλανδική μουσική, κυρίως χάρη στο βιολί του χαρακτήρα του Brendan Gleeson. Ακόμα και η μουσική, λοιπόν, ως έναν βαθμό, γίνεται κομμάτι της δράσης των ηρώων.

Ώριμοι, δεξιοτεχνικοί χειρισμοί της αφήγησης. Μια ταινία που, παρά τους ισχυρισμούς κάποιων, δεν πιστεύω πως έχει να πει πολλά -και ουσιώδη- για τον Ιρλανδικό Εμφύλιο, μα θίγει περισσότερο την παράνοια και τη δυστυχία που επικρατεί εξαιτίας μιας (οποιασδήποτε) εμφυλιοπολεμικής σύγκρουσης.

Μοιραστείτε το Άρθρο
Γεννήθηκε, μεγάλωσε και σπούδασε στου Ζωγράφου. Δεν άλλαξε και ποτέ παραστάσεις, οπότε η ζωή του μάλλον θα είναι αρκετά βαρετή. Τι δεν είναι βαρετό, όμως; Το περιεχόμενο αυτή της σελίδας.