Του Πέτρου Χριστούλια
Με τον Θανάση Πέτρου θα ήταν πολύ δύσκολο να μην συναντηθούμε. Παρότι είχε φύγει από την Θεσσαλονίκη όταν εγώ ανέβαινα για σπουδές, είχαμε μπει ήδη σε μια κοινή τροχιά. Μετά και από την δική μου θητεία στις ταβέρνες της συμπρωτεύουσας, κατέβηκα και εγώ στην Αθήνα για να τον συναντήσω στην καλλιτεχνική διεύθυνση του ακμαίου τότε «9» της Ελευθεροτυπίας και στις συναντήσεις του θρυλικού περιοδικού «Γαλέρα» του Γ. Καλαϊτζή. Από τότε παρακολούθησα την πορεία του μέσα στον μικρόκοσμο των ελληνικών κόμικς. Έναν μικρόκοσμο που όμως εκείνη την περίοδο όλο και μεγάλωνε και μεταμορφωνόταν δημιουργώντας και το αντίστοιχο αίσθημα ευφορίας που φέρνει πάντα μια τέτοια ανάπτυξη. Τα κοινά μας βιώματα και ανησυχίες γύρω από την ιστορία και την ελληνική λογοτεχνία με έκαναν να περιμένω κάθε φορά με ανυπομονησία την επόμενη του δουλειά, που μας ανακοίνωνε σε κάποιον καφέ ή κομικσοεκδήλωση παρέα με τον Δημήτρη Βανέλη, με τον οποίο για καιρό δούλεψαν σαν καλλιτεχνικό δίδυμο. Παραρλάμα (2011) και άλλες ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά, Το Γιούσουρι (2012), που περιείχε ιστορίες των Κ.Π. Καβάφη, Ανδρέα Καρκαβίτσα και άλλων και Η Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη (2015) του Μ.Καραγάτση ήταν κάποιες από τις διασκευές που μας προσέφεραν εκείνη την περίοδο. Μαζί μπήκαν και στα νερά της γκράφικ νόβελ βιογραφίας με την αφήγηση της τραγικής ζωής του Γιαννούλη Χαλεπά (2019), ενώ πρόσφατα σχεδίασε την βιογραφία του Θ. Βέγγου Η Γαλέρα της Ζωής μου (2025), που την υπογράφει μαζί με τον Σπύρο Δερβενιώτη. Επίσης παράλληλα με τις δικές μου συνεργασίες με τον Τάσο Ζαφειριάδη, ο Πέτρου μπήκε και εκείνος στο αφηγηματικό σύμπαν του συμπατριώτη του Θεσσαλονικιού δημιουργού και μας χάρισε τρία πολύ όμορφα γκράφικ νόβελ. Το Πτώμα (2011), το Γρα Γρου (2017) και την κόμικ μαρτυρία Ξημέρωσε ο Θεός τη Μέρα (2021).
Παρά τα κοινά συστατικά όμως η αισθητική ιδιοσυγκρασία του, τον οδήγησε σε έργα πολύ διαφορετικής υφής από τα δικά μου. Το μεγάλο πρότζεκτ του Θ. Πέτρου είναι ένα ρεαλιστικό, ιστορικό και δραματικό έργο, μέρος του οποίου είναι και το τελευταίο του βιβλίο, το 1941 – Αυστηρά Συσκότισις (2025). Δεν θα μπορούσε βέβαια να μην έχει αυτήν την τραγική υφή αφού αφηγείται μια από τις πιο δραματικές περιόδους της ελληνικής ιστορίας.
Αποφάσισε μάλιστα σε αυτό το τελευταίο μέρος να μεταφέρει το δράμα στην Θεσσαλονίκη όπου τα γεγονότα με την γενοκτονία του εβραϊκού πληθυσμού εκεί ακολουθούν μια τρομερή κορύφωση. Το ότι ο Πέτρου είναι Θεσσαλονικιός νομίζω ότι δίνει σε αυτό το βιβλίο πέρα από την αξία που έχουν έτσι κι αλλιώς όλα τα βιβλία αυτής της σειράς και μια ακόμα νομιμοποίηση: αυτήν του απογόνου των κατοίκων της πόλης που είναι και οι πρωταγωνιστές αυτού του βιβλίου. Με αυτό το δικαίωμα αποφασίζει δυο γενιές μετά, να μεταφέρει και να εκφράσει ένα διαγενεακό τραύμα. Μέσα από την ιδιαίτερη επιμέλεια στις περιγραφές του τόπου, τόσο με τον λόγο όσο και με την εικόνα, ο αναγνώστης διαισθάνεται ότι ο συγγραφέας-σχεδιαστής έχει έναν ιδιαίτερο σύνδεσμο με την σκηνή του δράματος. Πάντα βέβαια η τεκμηρίωση του Θ. Πέτρου στα έργα του έχει την σοβαρότητα ενός ερευνητή ντοκιμαντερίστα αλλά σε αυτό το τελευταίο βιβλίο πιστεύω ότι έχει κάτι παραπάνω. Έχει έναν βιωμένο πόνο που ένας τουρίστας στη σύγχρονη Θεσσαλονίκη δεν θα νιώσει. Όσο κι αν στη συγκεκριμένη πόλη κανείς συναντάει μπροστά του σε κάθε γωνιά, μέσα από τα μνημεία της, τα επίπεδα ιστορίας της. Για να ξύσεις την ιλουστρασιόν επιφάνεια του παρόντος χρειάζεσαι κάποιες αφηγήσεις. Αν δεν είσαι κάτοικος ώστε αυτές να προέρχονται από το σπίτι σου και τους γείτονές σου ή τον κόσμο στα λαϊκά στέκια, ίσως το καταφέρεις κάπως μέσα από κάποιο διήγημα του Γιώργου Ιωάννου ή κάποιου άλλου εκπροσώπου της λογοτεχνικής παράδοσης της πόλης.
Προσωπικά ξέρω ότι αν και έχω ζήσει έξι χρόνια στην Θεσσαλονίκη και έχω χτίσει από τότε κάποιους δεσμούς, αυτό δεν με εξισώνει με τους γέννημα θρέμμα Θεσσαλονικιούς. Ούτε η μικρή μου έρευνα για μια μικρή περίοδο της Ιστορίας της πόλης, για τις ανάγκες του τελευταίου παιδικού βιβλίου μου, με κάνει Ιστορικό. Νομίζω ότι νομιμοποιούμαι περισσότερο να μιλάω για αυτό το έργο με την ιδιότητα του συναδέλφου δημιουργού κόμικς.
Το πρώτο σχόλιό μου λοιπόν ως κάποιος που έχει σχεδιάσει και αφηγηθεί αρκετές ιστορίες με αυτό το μέσο έκφρασης, έχει να κάνει με το μέγεθος του έργου. Πάντα με εντυπωσίαζε στη δουλειά του Θ. Πέτρου ο ρυθμός που παρήγαγε τις ιστορίες του χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην ποιότητα του σχεδίου. Σε μια πραγματικότητα όπως είναι η ελληνική, όπου ο δημιουργός κόμικς αν θέλει να ασχολείται με αυτό επαγγελματικά θα πρέπει να έχει μια πολυδιασπασμένη δραστηριότητα, αυτό είναι αξιοθαύμαστο. Δείχνει ότι έχει φτάσει σε ένα επίπεδο καλλιτεχνικής ωριμότητας που έχει λύσει τεχνικά ζητήματα και θέματα ύφους και αφηγείται με άνεση χωρίς να κουράζεται, ακριβώς σαν καλοπροπονημένος αθλητής.
Το ύφος του σχεδίου του, απόλυτα συνεπές με το περιεχόμενο της ιστορίας, χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό παρότι η ελεύθερη και ζωγραφική γραμμή τον κατατάσει στυλιστικά σίγουρα στην ευρωπαϊκή σχολή. Η τεχνική της ακουαρέλας έρχεται να συμπληρώσει και να ενισχύσει την γραμμή δημιουργώντας ξεκάθαρες σκηνές που βοηθούν την αφήγηση και προσθέτουν συναισθηματική φόρτιση. Οι φορτωμένοι γκρίζα σύννεφα ουρανοί στις σκηνές του διωγμού του Εβραϊκού πληθυσμού νομίζω ότι είναι χαρακτηριστικές. Πέρα από την ατμόσφαιρα όμως, η οπτική πληροφορία των σκηνικών είναι τεκμηριωμένη με σοβαρότητα ενισχύοντας την αίσθηση μιας ιστορικής ακρίβειας.
Είναι όμως και κάτι άλλο. Όσο ρεαλιστικό και τεκμηριωμένο κι αν είναι το υπόβαθρο των ιστοριών του δεν παύει να είναι ένα σύμπαν κατασκευασμένο. Έχει δημιουργήσει έναν κόσμο που τον στήνει όλο και πιο σίγουρα από βιβλίο σε βιβλίο. Έναν κόσμο όπου οι ήρωές του ζουν και αναπνέουν και ο δημιουργός από ένα σημείο και μετά παρατηρεί και αποτυπώνει την ζωή τους.
Ρέει λοιπόν ο 20ός αιώνας για άλλη μια φορά στο έργο του Θ. Πέτρου και εμείς κρυφοκοιτάμε μέσα από τα καρέ του, τις ζωές των ηρώων του και του πρωταγωνιστή του, του Αμπατζή. Αυτός έχουμε την αίσθηση ότι συμπυκνώνει στο πρόσωπό του τις περιπέτειες περισσότερων από έναν ηρώων. Είναι και αιχμάλωτος στο Γκέρλιτς και φαντάρος στην Μικρασιατική Εκστρατεία. Έρχεται σαν πρόσφυγας στον Πειραιά αλλά σύντομα βρίσκεται κατάδικος στις φυλακές Τρικάλων. Παντρεμένος με μεγάλα παιδιά στην Θεσσαλονίκη και ποιος ξέρει από δω και πέρα.
Μπορεί να έχουμε την ψευδαίσθηση ότι παρακολουθούμε όλη τη νέα ελληνική ιστορία, όμως αυτό δεν είναι φυσικά αλήθεια. Αυτό θα ήταν απλώς βαρετό και θα ήταν ενδιαφέρον μόνο για ιστορικούς. Μια τέτοια αφήγηση απαιτεί μια αφαιρετική διαδικασία που πιστεύω ότι για να επιτευχθεί χρειάζεται εκτός από αφηγηματικές τεχνικές και κάτι πιο ουσιαστικό. Έναν κεντρικό άξονα που θα σου ορίζει τι θα κρατήσεις και τι θα αφήσεις. Και στην περίπτωση ενός τέτοιου έργου ιστορικού περιεχομένου, αυτός ο άξονας δεν μπορεί παρά να έχει και μια ιδεολογική ματιά.
Όσο καθαρό και αν είναι το ύφος του Θ. Πέτρου, νομίζω ότι η αφήγησή του τοποθετείται και φωτίζει με τέτοιο τρόπο τα γεγονότα, που μας κάνει να συμπάσχουμε με τον απλό λαϊκό άνθρωπο που και αυτός με τη σειρά του δεν είναι αδιάφορος για την αγωνία και τον πόνο του διπλανού του. Αυτό δεν είναι πιστεύω μια στράτευση πολιτική αλλά δίνει στο έργο μια δύναμη και μια ανθρωπιά, που το κάνει να μας αφορά.
Το κείμενο αυτό αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της εισήγησης του Π. Χριστούλια στην βιβλιοπαρουσίαση του 1941: Αυστηρά Συσκότισις στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει στις 28/04/2025