Ο Jim Jarmusch αποτελεί έναν από τους αγαπημένους σκηνοθέτες του ελληνικού (και όχι μόνο) κοινού. Με μια πλούσια φιλμογραφία, εστίαζε πάντα στο ενδιάμεσο των ανθρώπινων σχέσεων, στις άβολες στιγμές σιωπής μεταξύ 2 αγαπημένων και στην οπτική απεικόνιση του εσωτερικού του κόσμου. Είναι πάντοτε ένας ηθοποιο-κεντρικός ηθοποιός, δίνοντας τόσο στους καλλιτέχνες την ευκαιρία να κάνουν περισσότερα με λιγότερα, όσο και στο κοινό να εστιάσει στην ερμηνευτική ικανότητα μέσα από τη γενικότερη “ησυχία” του μοντάζ και των καδραρισμάτων. Για αυτό άλλωστε έχει και σταθερές συνεργασίες με ηθοποιούς και φανατικούς φίλους. Αυτό συμβαίνει τόσο στις παλαιότερες, κλασικές του πλέον ταινίες όπως το Broken Flowers, Coffee and Cigarettes, Stranger Than Fiction, όσο και στα πιο πειραματικά, genre-focused σημεία του, όπως το (μάλλον άτσαλο) The Dead Don’t Die, το Ghost Dog: The Way of the Samurai αλλά και το fan favorite Only Lovers Left Alive.
Στο βραβευμένο με Χρυσό Λέοντα Father Mother Sister Brother, o Jim Jarmusch αφήνει τους πειραματισμούς είδους και επανέρχεται σε μια πιο οικεία για αυτόν θεματική και φόρμα, διατηρώντας όμως τις αγαπημένες του συνήθειες και συνεργασίες. Σε αυτή την τριπλέτα διαφορετικών ιστοριών, οι οποίες διατηρούν το κοινό ζήτημα των οικογενειακών σχέσεων (και κάποιες άλλες, διακριτικές, διακειμενικές συνδέσεις), ο Jarmusch αναλύει, σε ένα υπόκωφο και βραδύκαυστο κρεσέντο, την αμηχανία των παραδοσιακών σχέσεων με τον πατέρα, τη μητέρα, αλλά και την εγγύτητα των αδερφικών σχέσεων, τους παραδοσιακούς δηλαδή ρόλους μιας πυρηνικής, αστικής οικογένειας. Και το κάνει με τον δικό του τρόπο, εστιάζοντας στη μή δράση, στη σιωπή, στην αμηχανία, στην απουσία ουσιαστικής προόδου ή γενικά μίας “ιστορίας”. Δε μαθαίνουμε σχεδόν τίποτα για αυτούς τους χαρακτήρες, την ιστορία ή τις εμπειρίες τους. Για τον Jarmusch τα ίδια τα γεγονότα δεν έχουν τόση σημασία, όσο το πως αισθανόμαστε για αυτά και το πώς αυτό φαίνεται στη συμπεριφορά μας, από τα πράγματα που επιλέγουμε να μη μιλήσουμε για αυτά ή να αποσιωπήσουμε εντελώς. Αυτά όμως είναι εκεί, σα κόμπος στο λαιμό και επηρεάζουν το πώς φερόμαστε, πώς πασχίζουμε να μιλήσουμε παρά το γεγονός ότι κάτι μας κρατά πίσω. Ή ίσως επειδή ακριβώς κάτι μας κρατά πίσω.
Ο δημιουργός ζητά πολλά πράγματα από το κοινό του. Να συμπληρώσει τα κενά, να κρίνει από τις αντιδράσεις, να νιώσει την αισθητή αμηχανία, η οποία ίσως ακουμπά και δικά του βιώματα. Σε καμία ηλικία άλλωστε η επαφή με την οικογένεια δεν είναι εύκολη και όσο μεγαλώνουμε γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Όσο ο δρόμος μας διακλαδώνεται μακριά από αυτόν των γονιών μας ή των αδερφών μας, όσο γινόμαστε άλλοι άνθρωποι που αυτοί δεν ξέρουν, τόσο νιώθουμε σα να μιλάμε όλοι σε ανθρώπους που κάποτε γνωρίσαμε και ίσως θυμόμαστε αλλά που πια δεν υπάρχουν. Ή που δε θυμόμαστε καν πότε ή αν υπήρξαν και η μόνη μας σχέση πια είναι να μοιραζόμαστε τα αποσπάσματα από τις αναμνήσεις μας για να βρούμε κάτι κοινό, μια αφήγηση για το ποιοι υπήρξαμε. Και όλα αυτά πασπαλισμένα με ένα αδιαόρατο αλλά ιδιαίτερα σκωπτικό χιούμορ. Από τον πατέρα που κρατά μια (ευγενική μεν, ισχυρή δε) άρνηση να επικοινωνήσει ουσιαστικά με τα παιδιά του, και αυτά να μην ξέρουν ούτε το πώς ούτε το καν εάν θέλουν. Από τη μητέρα που κρατά τη προσηνή πίεση και 2 κόρες που παραμένουν ξένες με αυτή αλλά και μεταξύ τους. Από 2 αδέρφια που προσπαθούν να αναδομήσουν την παιδική τους ιστορία μέσα από ιστορίες.
Οι ηθοποιοί χαίρονται τη συνεργασία με τον Jarmusch ακριβώς για αυτό, γιατί έχουν αυτοί τον χώρο να δομήσουν, σε ένα πολύ αυστηρό και χορογραφημένο πλαίσιο πίεσης, μια περσόνα με κίνητρα άγνωστα στο κοινό. Έχουν για να επικοινωνήσουν μόνο την τέχνη τους. Έτσι ηθοποιοί όπως ο Adam Driver (BlacKkKlansman, Marriage Story), η Cate Blanchett (Carol, Mrs America) και η Charlotte Rampling (Benedetta, Dune), βρήκαν τον χώρο και την ευκαιρία και έδωσαν μερικές οριακά υποδειγματικές ερμηνείες ήρεμης, εσωτερικής δύναμης, αν και όλο το cast, ειδικά σε μια ταινία στην οποία επίτηδες η δράση είναι συνυφασμένη με την αδράνεια, ήταν σε ένα ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο.
Διαφαίνεται ότι ο Jarmusch είναι ο κατεξοχήν εχθρός της διάσημης φράσης “show, don’t tell”, αφού οι ταινίες τους βασίζεται σε όλα τα στάδια διαλόγου και, κυρίως, στις σιωπές. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι αυτό ο Jarmusch το έχει κάνει και σε άλλες ταινίες, αρκετές φορές και καλύτερα. Στο Father Mother Sister Brother, ωστόσο, οι άλλοτε ευαίσθητες κεραίες του φαίνονται κάπως στομωμένες, κάπως χαλαρές. Όπως πολλοί μεγαλύτεροι και πετυχημένοι σκηνοθέτες, κάνουν ακόμα ταινίες με θέματα που προφανώς τους απασχολούν, όμως βρίσκουν όλο και μικρότερη απήχηση στο κοινό, που πλέον το απασχολούν θέματα πολύ πιο σύνθετα από αυτά που θα πιστεύαμε 20 ή ακόμα και 10 χρόνια πριν. Ειδικά στην Ελλάδα, όπου το θέμα οικογένεια είναι ένα από τα πιο κομβικά της εγχώριας παραγωγής τέχνης, κάθε είδους, η τομή του Jarmusch δε φαίνεται να φτάνει αρκετά βαθιά. Και είναι κρίμα, γιατί ο Jarmusch ήταν πάντα ένας σκηνοθέτης που το βλέμμα του εστίαζε στις χαμηλότερες τάξεις, στους πιο αδικημένους. Ειδικότερα λοιπόν σε σύγκριση με τον παλαιότερο εαυτό του, το Father Mother Sister Brother, αν και βαθιά Jarmusch-ιανό, χάνει στη σιωπηλή μάχη και με το Τώρα και το Τότε.