Ο Ράιαν, ο Κόνορ, ο Πάτρικ, ο Όλι και η Σιβ είναι παιδικοί φίλοι. Μεγάλωσαν μαζί στο βιομηχανικό τοπίο του Μπέρμιγχαμ, ανάμεσα σε εργατικές πολυκατοικίες και μικρές παμπ. Μαζί ονειρεύονταν να φύγουν από τον τόπο που μεγάλωσαν και να φτιάξουν τις ζωές τους όπως επιθυμούσαν. Τα πράγματα όμως κύλησαν διαφορετικά.
Ένας ύμνος για την εργατική τάξη
Πλέον, έχοντας περάσει τα τριάντα, μοιάζουν παγιδευμένοι σε ζωές που άλλαξαν όχι απότομα, αλλά σταδιακά και σχεδόν ανεπαίσθητα. Ο Πάτρικ και η Σιβ είναι παντρεμένοι με δύο παιδιά, ο Κόνορ βρίσκεται σε έναν διαλυμένο γάμο με ένα παιδί και μια επιχειρηματική ιδέα που ελπίζει ότι θα του αλλάξει τη ζωή, ενώ ο Όλι έχει βυθιστεί στους εθισμούς, από τους οποίους προσπαθεί διαρκώς να ξεφύγει. Ο Ράιαν είναι ο μόνος που κατάφερε να φύγει από τον τόπο που μεγάλωσε. Είναι πλέον οικονομικά επιτυχημένος, όμως παραμένει προσκολλημένος στο παρελθόν και στις ρίζες του.
Η ιστορία ακολουθεί τις ζωές των πέντε αυτών φίλων, διεισδύοντας στις σκέψεις τους και παρακολουθώντας πώς αλλάζουν μέσα από τις δοκιμασίες — τόσο της ζωής όσο και των προσωπικών τους σχέσεων.
Το βιβλίο του Κίραν Γκόνταρντ, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια (σε μετάφραση της Νατάσας Σιδέρη) είναι ένα έργο που έκανε αίσθηση χωρίς θόρυβο. Η ωμή και άμεση γλώσσα του συγγραφέα δημιουργεί ένα διεισδυτικό ψυχογράφημα της αγγλικής εργατικής τάξης — μιας πραγματικότητας που, σε πολλά σημεία, μοιάζει ανησυχητικά οικεία.
Η ταξική ανισότητα διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο, αναδεικνύοντας την αποξένωση των ανθρώπων, τόσο μέσα από τις υλικές δυσκολίες όσο και μέσα από την αδυναμία τους να δημιουργήσουν και να διατηρήσουν ουσιαστικές σχέσεις.
Υπάρχουν, βέβαια, και αδυναμίες. Η πολυπρόσωπη αφηγηματική δομή, αν και ενδιαφέρουσα, συχνά οδηγεί σε ομοιογένεια φωνών — οι χαρακτήρες σκέφτονται με παρόμοιο τρόπο. Επιπλέον, η απεικόνιση των γυναικείων χαρακτήρων, πέρα από τη Σιβ, παραμένει σχετικά μονοδιάστατη.
To γκρι Μπέρμινχαμ είν΄το σπίτι μας, τρέχουν οι σταγόνες απ'τη μύτη μας
Εκεί όμως που το βιβλίο υπερέχει είναι στον ρυθμό και στη ζωντάνια της απεικόνισης. Σε ορισμένα σημεία θυμίζει το ύφος του Chav: Αλληλεγγύη από τα υπόγεια του D. Hunter, χωρίς ωστόσο να φτάνει την ίδια ένταση και ωμότητα.
Άτυπος πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι η ίδια η πόλη του Μπέρμιγχαμ. Για τον Γκόνταρντ, το αστικό τοπίο δεν αποτελεί απλώς σκηνικό, αλλά βασικό μηχανισμό αναπαραγωγής της ταξικής πραγματικότητας. Οι περιγραφές των κτιρίων, των δρόμων και των ανθρώπων διαπερνούν ολόκληρο το βιβλίο.
Ο αναγνώστης νιώθει την πόλη να τον εγκλωβίζει, όπως εγκλωβίζει και τους ήρωες — ανθρώπους που θέλουν να φύγουν, αλλά δεν μπορούν. Ακόμα και αυτοί που καταφέρνουν να ξεφύγουν όπως ο Ραϊαν στο τέλος επιστρέφουν πίσω σε αυτή. Αντί γι’ αυτό, επιδίδονται σε μικρές ονειροπωλήσεις, ελπίζοντας ότι κάτι θα αλλάξει, ότι κάποια στιγμή τα κτίρια που τους κρύβουν τον ουρανό θα πέσουν σαν αστραπές και θα τους απελευθερώσουν.
Μέχρι που φτάνεις για αυτούς που αγαπάς;
Το βασικότερο όμως επίκεντρο της ιστορίας είναι οι ίδιες οι ανθρώπινες σχέσεις. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου βλέπουμε τους ήρωες μας να γελάνε, να αλληλοκαταστρέφονται, να αγωνίζονται και να προσπαθούν να καταλάβουν πως λειτουργεί η ζωή. Ο καθένας μόνος του και ταυτόχρονα μαζί. Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας είναι το πως παρουσιάζεται ο κάθε ήρωας μέσα από τα μάτι του εκάστοτε αφηγητή. Οι ήρωες του βιβλίου δεν είναι πολιτικοποιημένα άτομα όμως ο τρόπος που αναζητούν και χτίζουν τη συντροφικότητα τους είναι βαθύτατα πολιτικός. Γιατί αυτό είναι και το νόημα των σχέσεων. Καμία σχέση δεν είναι τέλεια και πολλές φορές ακόμα και αυτές μοιάζουν να είναι μέρος του προβλήματος. Όμως οι πρωταγωνιστές μας το ξέρουν ότι χωρίς αυτές δεν υπάρχει νόημα στη ζωή. Και αγωνίζονται για αυτές με όποιον τρόπο μπορούνε. Ο καθένας μόνος του και ταυτόχρονα όλοι μαζί.