Νύχτα βγήκαν στο κλαρί και πήρανε τους δρόμους
κάτι τύποι πονηροί, κρυφά από τους αστυνόμους.
Ήταν οχτώ και φτιάξανε τη συμμορία της πλάκας
και αρχηγός τους ήτανε ένας ψηλός και βλάκας.
Ο μαφιόζος ο κακός έδωσε εντολή,
κανείς λευκός και όλοι τους να’ ναι με αναστολή,
να ζούνε μόνο από την ψευτιά και απ’την κλεψιά,
Και έτσι εφτά μαζεύτηκαν και μια μισορεξιά.
Ο θρύλος του The Kόπανοι...
Έτσι ξεκινά η θρυλική cult ταινία The Kόπανοι, ένα από τα καλύτερα δείγματα της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής στο επίπεδο των B-movies, της ατόφιας βιντεοκασέτας, με όλα τα θετικά και τα αρνητικά που μπορεί να έχει αυτό. Σε σενάριο και σκηνοθεσία του ίδιου του Γιώργου Κωνσταντίνου, το The Kόπανοι παίρνει όλα τα κλισέ που αγαπάμε από τα heist movies (το I am gathering a team, τις ανατροπές και τις αλληλεπιδράσεις έντονων και συχνά αντιθετικών προσωπικοτήτων- τα έχουμε πει και εδώ) και τα στρέφει εναντίον όλου του είδους, σε μια ξέφρενη κούρσα γεμάτη slapstic, τρομερά καλομετρημένες και καλοδοσμένες κωμικές ατάκες και απίστευτη ενέργεια.
Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί παρωδία, όμως κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο. Γιατί ο σκοπός του The Κόπανοι δεν ήταν ποτέ να παρωδήσει ή να υποδείξει λογικές ασυνέχειες στο είδος των heist movies. Το χιούμορ του είναι λαϊκό, χοντροκομμένο και πολλές από τις ατάκες του μάλλον σήμερα δε θα λειτουργούσαν. Είναι, σε τεχνικό επίπεδο, σχετικά κακοφτιαγμένο, ίσως πρόχειρο ενώ ο ρυθμός του είναι αρκετά βεβιασμένος. Και, αναπόφευκτα, θα πρέπει να ειπωθεί πως τα 80s στην Ελλάδα δεν ήταν και η πιο προωθημένη εποχή, έτσι ο σεξισμός και η χονδροφοβία είναι διάχυτα. Και όμως, είναι δύσκολο να δούμε το The Kόπανοι και να μη γελάσουμε με το timing της ατάκας που άφησαν ιστορία και ακόμα χρησιμοποιούνται, τις σουρεαλιστικές περιπέτειες της χειρότερης συμμορίας όλων των εποχών αλλά και να μη νιώσουμε μια αναπόφευκτη σύμπνοια με τους άτυχους πρωταγωνιστές, όντας άτυχοι και εμείς, (όπως πολύ σωστά επισημαίνει η κωμικός Ειρήνη Ξυγκάκη).
στην 9η Τέχνη!
Όμως, το παρόν κείμενο, δεν είναι για την ταινία The Kοπάνοι! Γιατί πλέον η συμμορία των κόπανων πήδηξε Μέσα και από το βίντεο έφτασε στα καρέ των κόμικ, από τις εκδόσεις Nerdula Creative Lab. Έτσι, σε σχέδιο του Γιάννη Ρουμπούλια και σε (διασκευασμένο για κόμικ) σενάριο του Χάρη Γιουλάτου, ο Λεωνίδας, η Φρόσω, ο Μπάμπης και οι άλλοι της παρέας έρχονται ξανά κοντά μας. To σχέδιο του Ρουμπούλια παραμένει στιβαρό και υποστηρίζει την πλοκή προσδίδοντας με την οπτική του αφήγηση πολλά στοιχεία slapstic, απαραίτητα για το ύφος και τον χαρακτήρα της ταινίας. Παράλληλα, εδώ υιοθετείται ένα πιο καρτουνιστικό στυλ, που οριακά θυμίζει strip ή και γελοιογραφία, κάτι που τονίζει, ίσως υπερθετικά, τον κωμικό τόνο της διασκευής. Παράλληλα, αξίζει να αναφερθούν και τα easter eggs με άλλους χαρακτήρες βιντεοταινιών που άφησαν εποχή, αλλά και του ίδιου του “cast” του κόμικ, σε σκηνές πλήθους! Όλα αυτά λειτουργούν συνεργατικά αφενός για να δώσουν στο κόμικ έναν χαρακτήρα homage στην original ταινία και την εποχή της και αφετέρου εντείνουν και το χαβαλεδίστικο κλίμα.
"Αφεντικό, να με δείρει;"
Το σενάριο του Γιουλάτου βασίζεται κυρίως στους διαλόγους της ίδιας της ταινίας, οι οποίοι μεταφέρονται οριακά αυτούσιοι. Καταλαβαίνουμε ήδη βέβαια πως αυτό είναι ένα δύσκολο έργο, καθώς τόσο ο χρόνος όσο και ο ρυθμός της εκφοράς στον κινηματογράφο λειτουργεί πολύ διαφορετικά από ότι στο χαρτί. Ωστόσο ο σεναριογράφος καταφέρνει και κρατά τον βασικό παλμό και τη «φωνή» της ταινίας χωρίς να καταρρέει κάτω από το ίδιο της το βάρος. Εκεί που θα περίμενε κανείς μια άκαμπτη, σχεδόν μηχανική μεταφορά, το κόμικ βρίσκει μικρές διεξόδους: κόβει όπου χρειάζεται, επιταχύνει ή «παγώνει» στιγμές για να δώσει χώρο στο βλέμμα του αναγνώστη και, κυρίως, αφήνει το σχέδιο να κάνει μεγάλο μέρος της δουλειάς. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μια αναπαραγωγή των ατακών, αλλά μια επανανοηματοδότηση του χιούμορ μέσα από τη γλώσσα των κόμικ
Αναπόφευκτα βέβαια, κάποιες ατάκες χάνουν μέρος της δυναμικής τους εκτός της ερμηνείας – εκεί όπου στον κινηματογράφο η εκφορά, το βλέμμα ή η παύση απογείωναν το αστείο, στο χαρτί χρειάζεται κάτι παραπάνω για να «γράψει». Σε αυτές τις περιπτώσεις, το πιο καρτουνίστικο ύφος λειτουργεί ως αντιστάθμισμα, σχεδόν σαν να φωνάζει στον αναγνώστη πώς να διαβάσει τη σκηνή. Δεν είναι πάντα διακριτικό, αλλά είναι αποτελεσματικό. Παράλληλα βέβαια δε διορθώνει και τα θέματα ρυθμού της ταινίας, αλλά φαίνεται πως και αυτό είναι κάτι που “κληρονομείται” από το αρχικό υλικό.
Αναπόφευκτα βέβαια, κάποιες ατάκες χάνουν μέρος της δυναμικής τους εκτός της ερμηνείας – εκεί όπου στον κινηματογράφο η εκφορά, το βλέμμα ή η παύση απογείωναν το αστείο, στο χαρτί χρειάζεται κάτι παραπάνω για να «γράψει». Σε αυτές τις περιπτώσεις, το πιο καρτουνίστικο ύφος λειτουργεί ως αντιστάθμισμα, σχεδόν σαν να φωνάζει στον αναγνώστη πώς να διαβάσει τη σκηνή. Δεν είναι πάντα διακριτικό, αλλά είναι αποτελεσματικό. Παράλληλα βέβαια δε διορθώνει και τα θέματα ρυθμού της ταινίας, αλλά φαίνεται πως και αυτό είναι κάτι που “κληρονομείται” από το αρχικό υλικό.
"Σ'επιασα χέλι!"
Συνολικά, η μεταφορά πετυχαίνει κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο: να σταθεί αυτόνομα, χωρίς να απαιτεί από τον αναγνώστη να έχει δει την ταινία, ενώ ταυτόχρονα επιβραβεύει όσους την κουβαλούν ήδη μέσα τους. Δεν προσπαθεί να «εκσυγχρονίσει» το υλικό ούτε να το εξωραΐσει· αντίθετα, αγκαλιάζει την τραχύτητα και τις αδυναμίες του, μετατρέποντάς τες σε μέρος της γοητείας του. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο τίμιο πράγμα που θα μπορούσε να κάνει: να παραμείνει, όπως και η ίδια η ταινία, λίγο άτσαλο, λίγο υπερβολικό, αλλά απόλυτα ειλικρινές στον σκοπό του — να προσφέρει διασκέδαση χωρίς πολλές αξιώσεις, αλλά με πολύ χαρακτήρα.