Ο Δημήτρης Λογοθέτης είναι μεταφραστής και υποψήφιος διδάκτορας κλασσικής αρχαιολογίας. Έχει εργαστεί ως συνεργάτης της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και έχει συμμετάσχει σε διεθνή συνέδρια σχετικά με τις μαγικοθρησκευτικές πρακτικές της Ανατολικής Μεσογείου. Γι’ αυτό δεν είναι άτοπο το γεγονός ότι στις μεταξύ μας συνομιλίες τον αποκαλώ χαριτολογώντας “Μύστη”, αφού φαίνεται να έχει αυτό που λέμε fundamentum in re στην υπερφυσική παράδοση.
Πέρα από τη γνώση, ωστόσο, ο Δημήτρης έχει και την όρεξη. Είναι εισηγητής των εκπαιδευτικών σεμιναρίων “Ο λαογραφικός τρόμος στη λογοτεχνία” και “Ο αστικός τρόμος στη λογοτεχνία”, ενώ, από κοινού με την κριτικό κινηματογράφου, Βαρβάρα Κοντονή, έχουν αναλάβει τα ηνία του σεμιναρίου του Κινηματογραφικού Τομέα του ΠΟΦΠΑ “Ο λαογραφικός τρόμος στον κινηματογράφο”, που έχει καταστεί αγαπημένη συνήθεια για τα απογεύματα των Κυριακών μας στην Ίριδα. Εκεί γύρω στις 18:00, εδώ και τρία χρόνια, απολαμβάνουμε σταθερά κάθε Κυριακή, κλασσικές ταινίες λαογραφικού τρόμου, σε θεματικές ενότητες, άρτια οργανωμένες από τους δύο εισηγητές.
- Πως προέκυψε η αγάπη σου για τον λαογραφικό τρόμο; Τι είναι αυτό που κάνει αυτό το λογοτεχνικό είδος ξεχωριστό;
- Πολλές φορές, η θεματική του λαογραφικού τρόμου είναι συνδεδεμένη με δεισιδαιμονίες, θρησκοληψίες και έναν τρόπο σκέψης μακριά από την ορθολογικότητα της (μετα)σύγχρονης εποχής. Για ποιο λόγο, σήμερα, πολλοί, ανάμεσά τους και εσύ, επιχειρείτε να την διατηρήσετε ζωντανή; Τι έχει να προσφέρει σήμερα;
- Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο “Τζον Σάιλενς, Αρχαίες μαγείες και άλλες απόκρυφες υποθέσεις” από τις εκδόσεις Στοχαστής, σε μετάφραση δική σου. Πως προσέγγισες το έργο του A. Blackwood; Εστίασες την μετάφρασή σου σε συγκεκριμένα στοιχεία του, που ήθελες να αναδείξεις; Μπορεί μια μετάφραση να καταφέρει κάτι τέτοιο;
- Είσαι συγγραφέας, μεταφραστής, επιμελητής, αρχαιολόγος. Πώς προέκυψε το Σεμινάριο Λαογραφικού Τρόμου στην Ίριδα;
- Τι να περιμένουμε φέτος από το Σεμινάριο και τι άλλο να περιμένουμε από εσένα;

Από τις εκδόσεις Στοχαστής κυκλοφορεί σε μετάφρασή του η συλλογήδιηγημάτων του Α. Μπλάκγουντ Τζον Σάιλενς: Αρχαίες μαγείες και άλλες απόκρυφες υποθέσεις (2025) και από τις εκδόσεις Μάγμα η ανθολογία Το Σημάδι του Θηρίου και άλλες ιστορίες αποικιοκρατικού τρόμου (2026).
Σήμερα, απαντάει στις ερωτήσεις μου σχετικά με όλα αυτά που αγαπά, αν και ο περισσότερος κόσμος φοβάται, και κυρίως εξηγεί: Από πότε ο λαογραφικός τρόμος έγινε cool;
Πως προέκυψε η αγάπη σου για τον λαογραφικό τρόμο; Τι είναι αυτό που κάνει αυτό το λογοτεχνικό είδος ξεχωριστό;
Πολλοί άνθρωποι υποστηρίζουν ότι δεν μπορώ να κοιμηθώ το βράδυ εξαιτίας όσων διαβάζω. Στην πραγματικότητα, όμως, οι φοβίες και ο «ευφάνταστος» τρόπος που αντιλαμβάνομαι τον κόσμο, ως προσωπικά βιώματα, προηγούνται της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Τα τελευταία, άλλωστε, μου πρόσφεραν τα εργαλεία που είχα ανάγκη ώστε να κατανοήσω καλύτερα τον εαυτό μου. Οι εφιάλτες της παιδικής ηλικίας, οι ονειροπολήσεις της εφηβείας, και η πίστη στη μαγική διάσταση του κόσμου ανακάλυψαν στη λογοτεχνία του φανταστικού, και κατόπιν του τρόμου, ένα λεξιλόγιο, που τους επέτρεψε να αποκτήσουν μορφή και νόημα, εξημερώνοντας, ή τουλάχιστον εξευμενίζοντας, την τρομερή τους όψη.
Αν και παιδί του κλεινού άστεως, σημαντικό μέρος της σχέσης μου με το φανταστικό συνδέεται με τις διακοπές που περνούσα στην αυλή της γιαγιάς μου, σε ένα παλιό εργατικό προάστειο της Πάτρας. Κάτω από τη λεμονιά της, διάβασα τα πρώτα βιβλία και άκουσα ιστορίες για καλικάντζαρους, φαντάσματα, ξωτικά και άλλα μορμολύκεια, συνειδητοποιώντας τις απόκοσμες ρίζες, οι οποίες με έδεναν στο χώμα που πατούσα. Πόσες φορές με φοβέρισαν με τη Λάμια, τον «ανταγωνιστή» των μικράτων μου, ώστε να κοιμάμαι τα μεσημέρια, ή τα αερικά, που σαν δίνη περιπλανιούνταν στον κήπο, έτοιμα να με αρπάξουν τις υψηλές ώρες! Πόσο απίστευτα τρομερά ακούστηκαν στα αυτιά μου οι διηγήσεις για τη μαγεμένη προγιαγιά μου, τα χαροπούλια του Ελαιοχωρίου, τη γυμνή μάγισσα του Καγκαδίου, που τάιζε δαίμονες ζάχαρη από την παλάμη της, μα κι από την άλλη μπάντα της οικογένειας, για τους νυχτερινούς χορούς των ξωτικών στις δασώδεις περιοχές της Κορίνθου ή τη σεάνς του παππού μου κατά τον Μεσοπόλεμο! Με λίγα λόγια, ο λαογραφικός τρόμος σχετίζεται με τα παιδικά μου χρόνια, τις γιαγιάδες μου, τους παππούδες που δεν γνώρισα, τους θείους μου, ακόμη και τους γονείς μου, όσους ήρθαν πριν κι όσους θα έρθουν μετά.

Αυτό είναι, επομένως, που κατά τη γνώμη μου ξεχωρίζει το υποείδος απ’ τα υπόλοιπα. Είναι η φύσει σχέση του με την ιστορική μνήμη, την λαογραφική παράδοση και τη σκοτεινή πολιτισμική κληρονομία, πάντοτε με φόντο έναν φυσικό και βραδύκαυστο τρόπο ζωής, που για τους ανθρώπους της πόλης συνοδεύεται απ’ τη νοσταλγία για το προβιομηχανικό παρελθόν που δεν ζήσαμε, και κατ’ επέκταση τα παιδικά χρόνια. Πρόκειται για την αλλόκοσμη, μαγική, όψη της πραγματικότητας, στην οποία ενυπάρχει ο τρόμος, από κοινού με το δέος, μια κοσμοαντίληψη που μας αναγκάζουν κοινωνικά και πολιτικά να εγκαταλείψουμε ενώ μεγαλώνουμε. Νομίζω αυτός είναι και ένας βασικός λόγος που έγινα αρχαιολόγος, η επιθυμία επαφής με το παρελθόν και η ανάπτυξη διαλεκτικής σχέσης μαζί του, η ζωτικότητα τού να επιψαύω ένα απτό παρελθόν που επιβιώνει ως τις μέρες μας, στοιχειώνοντας τη ζωή μας μέσα από την υλικότητά του.
Πολλές φορές, η θεματική του λαογραφικού τρόμου είναι συνδεδεμένη με δεισιδαιμονίες, θρησκοληψίες και έναν τρόπο σκέψης μακριά από την ορθολογικότητα της (μετα)σύγχρονης εποχής. Για ποιο λόγο, σήμερα, πολλοί, ανάμεσά τους και εσύ, επιχειρείτε να την διατηρήσετε ζωντανή; Τι έχει να προσφέρει σήμερα;
Ο λαογραφικός τρόμος γνώρισε τρεις ακμές. Στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, σχετιζόμενος με το κίνημα του ρομαντισμού, τη γοτθική λογοτεχνία, τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες, ενάντια στην αυγή της βιομηχανικής επανάστασης και του Διαφωτισμού· στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, συνδεδεμένος με το κίνημα των συμβολιστών και των παρακμιακών, την Κέλτικη Αναγέννηση και τα μαγικοθρησκευτικά τάγματα της περιόδου, στον αντίποδα της αστικοποίησης και του θετικισμού· και τις δεκαετίες του 1950-1970, εν μέσω πολεμικών συγκρούσεων, της δημιουργίας των τεράστιων μητροπόλεων, της απομάγευσης του κόσμου, παράλλα με το κίνημα των χίπηδων, τις νέες εθνολογικές πραγματείες και την γενικότερη τάση προς το μαγικό στοιχείο.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις αποτελούσε, όπως αποτελεί σήμερα, μια αντίδραση στην πεζή, μηχανιστική πραγματικότητα του καπιταλισμού, την προβλέψιμη καθημερινότητα, το άγχος και τον υλισμό. Επί της ουσίας εξυπηρετούσε τις αξιώσεις μιας αναζήτησης για πνευματικότητα, ελπίδα και επαναμάγευση, μέσω των αρχαίων παραδόσεων, της ανορθόδοξης θρησκευτικότητας και προπάντων της κοινοτικής συνοχής και της συλλογικής συμμετοχής· στη βάση του υποείδους, εξάλλου, βρίσκεται ο λαός και πολιτισμός των λαϊκών στρωμάτων, οι παγανιστικές (pagani = χωρικοί) δοξασίες που ξεκινούν από το απώτατο παρελθόν και επιβιώνουν ως σήμερα.

Ωστόσο, κάθε είδους επιστροφή στο παρελθόν, ειδικά όταν πραγματοποιείται με τάσεις ρομαντικοποίησης, χρησιμοθηρικά, ασυνείδητα ή ευκαιριακά, εγκυμονεί κινδύνους και γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή και αναλυτικά εργαλεία. Προφανώς, στα παραπάνω κινήματα υπήρχαν τάσεις συντηρητισμού, οι οποίες προσπαθούσαν να βρουν ανάμεσα στα χαλάσματα τις ιστορίας ερείσματα, πάνω στα οποία θα βάσιζαν βιοεξελικτικές και κοινωνικοεξελικτικές θεωρίες, εθνολογικές πραγματείες, πολιτικές ιδεολογίες και άλλα. Ανάμεσα, εξάλλου, στους ερειπιώνες της ρομαντικής Αρκαδίας ελλοχεύει το τέρας της πατριδοπληξίας και του εθνικισμού, που πιστεύει ότι ο κόσμος δεν πρέπει να αλλάζει, οφείλει να ακολουθεί τις παραδόσεις τυφλά, να εξερευνά τις πνευματικές ανάγκες με όρους φανατισμού και να αντιλαμβάνεται τον κόσμο με δεδομένα κλειστής κοινωνίας, που τόσο εύγλωττα κατήγγειλε ο Karl Popper.
Την ίδια στιγμή, υπάρχει και το τραύμα, η άσχημη όψη της ιστορίας, η οποία στοιχειώνει τον homo urbanus με όσα δυσάρεστα προσπάθησε να εξορίσει στον μεθοριακό κόσμο της εξοχής. Μεταξύ άλλων, ακριβώς αυτά τα φαντάσματα προσπαθεί να επιψαύσει, αναδείξει και καταδείξει η σημερινή αναβίωση του λαογραφικού τρόμου, από κοινού με την απόπειρα επαναμάγευσης της πραγματικότητας. Ζητήματα έμφυλα, θέματα ταυτότητας και θρησκευτικότητας τίθενται στο μικροσκόπιο και αναλύονται όχι ως παραδεδεγμένες αλήθειες, αλλά παραδόσεις και ιστορίες προς αποδόμηση, μέσα κατανόησης των κοινωνικών δομών, αλλά και ριζοσπαστικά εργαλεία που μπορούν να δώσουν πρώτη ύλη για τη δόμηση νέων κοινωνικών δεσμών, συμπεριληπτικών κοινοτήτων, συλλογικών τρόπων ζωής και «τελετουργικών».
Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο “Τζον Σάιλενς, Αρχαίες μαγείες και άλλες απόκρυφες υποθέσεις” από τις εκδόσεις Στοχαστής, σε μετάφραση δική σου. Πως προσέγγισες το έργο του A. Blackwood; Εστίασες την μετάφρασή σου σε συγκεκριμένα στοιχεία του, που ήθελες να αναδείξεις; Μπορεί μια μετάφραση να καταφέρει κάτι τέτοιο;

Αυτό που επιχείρησα να κάνω ήταν να αναδείξω την κοσμοαντίληψη του συγγραφέα, μέσα από μια εμβληματική συλλογή του, που σε βοηθά να καταλάβεις και να διαβάσεις το σύνολο του έργου του. Προς επίτευξη αυτού, αντιμετώπισα τη μετάφραση ως ένα ερευνητικό ερώτημα: μελέτησα εκτενώς την εργογραφία του, κείμενα αυτοβιογραφικά, βιογραφικά και δοκιμιακά, αλλά και δευτερεύουσα βιβλιογραφία, τα οποία μου επέτρεψαν, στο επίπεδο του δυνατού, να ξεκλειδώσω τον τρόπο που αντιμετώπιζε την πραγματικότητα, μα και τις αξιώσεις της λογοτεχνίας του. Απόρροια της εν λόγω προσέγγισης ήταν από τη μια η εισαγωγή μου, η πρώτη πιστεύω εν Ελλάδι αναδρομή στην ιστορία των ιδεών του Μπλάκγουντ, από κοινού με ένα θεωρητικό λόγο γύρω από τον πατέρα των occult detectives, και από την άλλη η ακριβής, αν μη τι άλλο πραγματολογικά, μετάφραση των περιπετειών του Τζον Σάιλενς, του πρώτου συστηματικού ερευνητή υπερφυσικών φαινομένων στη λογοτεχνία.
Παράλληλα, όμως, προσπάθησα να είμαι ακριβής όσον αφορά στο δύστροπο ύφος του συγγραφέα, στην περιγραφή του φυσικού και μεταφυσικού τοπίου και στην υπερφυσική διάσταση της πραγματικότητας, της οποίας ήταν πιστός. Ο φοβερά μακροπερίοδος λόγος, που ενίοτε δεν λειτουργεί στη νέα ελληνική· οι αρχαϊστικές εκφράσεις, λεξιλόγιο των αρχών του 20ού αι. – μην ξεχνάμε ότι το βιβλίο εκδόθηκε το 1908· η αποκρυφιστική αργκό που συχνά υιοθετεί· η μη-ευκλείδεια γεωμετρία που χρειάστηκε να μάθω ώστε να μεταφράσω σωστά αξιώματα και μαθηματική ορολογία· οι ζωηρές περιγραφές του χώρου – όλα ετούτα χρειάζονταν μεγάλη προσοχή, γιατί είχε μεγάλη σημασία να αντιληφθεί ο αναγνώστης την πανθεϊστική φιλοσοφία του συγγραφέα, αλλά και τους όρους με τους οποίους την προσεγγίζει στιλιστικά και πνευματικά.
Απαντώντας, στην τελευταία ερώτηση, θεωρώ πως ναι, μια μετάφραση μπορεί να αναδείξει τα επιμέρους στοιχεία που ήθελε να επικοινωνήσει ο συγγραφέας μεταξύ των γραμμών. Η σωστή επιλογή λέξεων, η επιμονή στην ορθή ορολογία, η υπομνημάτιση που θα βοηθήσει τον σύγχρονο αναγνώστη, μιας και ορισμένα πράγματα που αναφέρονται στα κείμενα ήταν δεδομένα στην εποχή του Μπλάκγουντ, και τέλος η μελέτη, και όχι η απλή μετάφραση, του κειμένου είναι νομίζω ένας βασικός τρόπος να προσεγγίσεις το κείμενο, ώστε να υπογραμμίσεις τους στόχους του. Κάθε πρωτότυπο είναι ένας κώδικας και ένα βιβλίο λογοτεχνίας τρόμου, που καταπιάνεται με τον αποκρυφισμό, αποτελεί έναν διπλοσφράγιστο σύμβολο, ένα γριμόριο, ένα αλχημιστικό σύγγραμμα γεμάτο κρυπτικές και αλληγορικές αφηγήσεις που έχουν σκοπό να διηγηθούν άλλη ιστορία από αυτή που λένε σε πρώτο επίπεδο. Και πιστεύω, με όποια λάθη μπορεί να υπάρχουν σε αυτή τη μετάφραση, ότι κατάφερα με το σύνολο της δουλειά μου να σπάσω μέρος του κώδικα. Το υπόλοιπο κομμάτι επαφίεται στον εκάστοτε αναγνώστη, μεταξύ αυτών κι εμού.
Είσαι συγγραφέας, μεταφραστής, επιμελητής, αρχαιολόγος. Πώς προέκυψε το Σεμινάριο Λαογραφικού Τρόμου στην Ίριδα;
Ακριβώς μετά την μεγάλη καραντίνα, ξεκίνησα να διδάσκω, παράλληλα με τη δουλειά μου στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, ένα σεμινάριο για τον λαογραφικό τρόμο στη λογοτεχνία, τότε υπό τη σκέπη του εκδοτικού οίκου Ars Nocturna. Το σεμινάριο κράτησε δυο χρόνια και έχω σκοπό να το επαναλάβω, σε διαφορετικό χώρο και πλέον υπό τη σκέπη του Στοχαστή. Κατά το πρώτο έτος του σεμιναρίου, τύχη αγαθή θα έλεγε κανείς, είχα «μαθήτρια» την κριτικό κινηματογράφου, Βαρβάρα Κοντονή (Cinemagazine), η οποία παρεμπιπτόντως κάθε Τρίτη επιμελείται τις νυχτερινές προβολές του Cinobo Patision, με θέμα The house of psychotic women. Με τη Βαρβάρα γίναμε σταδιακά φίλοι και μια μέρα, εξέφρασα τη σκέψη, ότι θα ήταν πολύ ωραίο να εξετάζαμε ταινίες λαογραφικού τρόμου, σε μικρή κλίμακα, ως συμπληρωματικό υλικό· μια παράλληλη οπτική σε όσα εξετάζαμε μέσω της λογοτεχνίας.

Μερικούς μήνες αργότερα, η Βαρβάρα σκέφτηκε πως ο Κινηματογραφικός Τομέας του Π.Ο.Φ.Π.Α. πραγματοποιεί σεμινάρια τέτοιου είδους κι έτσι αποφασίσαμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, εκείνη ως κριτικός κι εγώ ως αρχαιολόγος και μελετητής της λογοτεχνίας του φανταστικού. Ο Κινηματογραφικός Τομέας μάς στήριξε και μας εμπιστεύτηκε, ενώ παράλληλα φροντίσαμε να κοινοποιήσουμε το σεμινάριο στον ευρύτερο κόσμο, καθώς δεν υπάρχουν πολλοί χώροι σαν την Ίριδα, που να προσφέρουν εκπαιδευτικά σεμινάρια με ελεύθερη είσοδο, ανοιχτά προς όλους. Και κάπως έτσι ξεκίνησε το σεμινάριο για τον λαογραφικό τρόμο στον κινηματογράφο, το οποίο πέτυχε! Να πω την αλήθεια δεν το περιμέναμε, όχι σε τέτοιο βαθμό τουλάχιστον, ώστε πλέον να υπάρχει σταθερός κόσμος κάθε Κυριακή, γεμίζοντας την αίθουσα και κρατώντας ζωντανή την προσπάθειά μας για τρίτη συναπτή χρονιά.
Τι να περιμένουμε φέτος από το Σεμινάριο και τι άλλο να περιμένουμε από εσένα;
Όπως ανέφερα, το σεμινάριο βρίσκεται στον τρίτο χρόνο. Αυτή την περίοδο πλοηγείται μέσα από ένα ποτ πουρί λαογραφικών παραδόσεων, ενώ στη συνέχεια θα εξερευνήσει τα θολά και επικίνδυνα νερά της παιδικής και εφηβικής εμπειρίας στα όρια της υπαίθρου και του αλλόκοσμου. Παράλληλα με την ροή του προγράμματος, όπως τα προηγούμενα έτη, θα προβληθούν ελληνικές ταινίες και σχετικά τηλεοπτικά επεισόδια των προηγούμενων δεκαετιών, παρουσία των συντελεστών τους. Θεωρώ πως το σεμινάριο προσφέρει μια εξαιρετική ευκαιρία να αναδείξουμε και να παράγουμε λόγο για το εγχώριο υλικό, που παραμένει εν πολλοίς άγνωστο, κτήμα λίγων ειδημόνων του ελληνικού κινηματογράφου.

Πέραν του Κινηματογραφικού Τομέα, όσον αφορά εμένα είναι μια παραγωγική περίοδος. Από τον Φλεβάρη μέχρι το Μάιο επρόκειτο να κυκλοφορήσουν με την υπογραφή μου 6 βιβλία. Το σημάδι του Θηρίου και άλλες ιστορίες αποικιοκρατικού τρόμου, που μεταφράστηκε για λογαριασμό των Εκδόσεων Μάγμα, είναι μια πρωτότυπη ανθολογία σχετική με την αποικιοκρατία στη λογοτεχνία του φανταστικού. Συγκεκριμένα, μέσω έξι διηγημάτων του 19ου αι. και των αρχών του 20ού εξερευνά τους σκοτεινούς πλόες του αποικιοκρατικού τρόμου: από τις Βρετανικές Ινδίες, με τις αυστηρές αποικιακές δομές και τους ζωόμορφους θεούς τιμωρούς, μέχρι τη Μαύρη Ήπειρο των εξερευνητών και των δουλεμπόρων· από τις Δυτικές Ινδίες, όπου το διεθνές εμπόριο και η σκλαβιά διασταυρώνονται με τις παραδόσεις τις διασποράς, ως τον μετεμφυλιακό Αμερικανικό Νότο, καταμεσής των ματωμένων βαμβακοφυτειών, των απάνθρωπων νόμων και των βασανισμένων απελεύθερων· καταλήγοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στις αρχαιοδιφικές συλλογές.
Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια, που θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Έρμα, είναι μια ανθολογία οκτώ διηγημάτων, κατά κύριο λόγο άγνωστων στο κοινό, που εξετάζουν μια ιδιαίτερη διάσταση της υπερφυσικής λογοτεχνίας: τον Έλληνα Βρυκόλακα στη δυτική πεζογραφία. Ένας Άγγλος φιλέλληνας συνοδεύει τον εκκεντρικό του φίλο στην Ανατολή, παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης, ένας Βρετανός ναυτικός ανιστορεί τον αινιγματικό θάνατο του αφεντικού του στη Μικρά Ασία, το οθωμανικό Ηράκλειο τελεί υπό μυστηριώδη ομηρία, ένας ζωγράφος στοιχειώνει τις ακτές του Βοσπόρου, ένας βιαιοθάνατος γκάνγκστερ ζητά εκδίκηση από τη Μαφία, μια Σμυρναία μετανάστρια υποφέρει από ανίατη ασθένεια, στενά συνδεδεμένη με την καταγωγή της, και ένας επηρμένος Αμερικάνος, εν μέσω πολιτικών αναταραχών, αποπειράται να ανασκάψει μια σειρά προϊστορικών τάφων. Εκτός από τα διηγήματα, η συλλογή θα περιλαμβάνει το σχετικό κείμενο του Montague Summers, το οποίο εξηγεί αναλυτικά γιατί η Ελλάδα έγινε πόλος έλξης ιστοριών τρόμου από την Αναγέννηση και εξής.
Το τρίτο βιβλίο ανήκει στη νέα σειρά αλλόκοτης λογοτεχνίας που θα επιμελούμαι για τις Εκδόσεις Στοχαστής. Αποτελεί μια συλλογή, που τιτλοφορείται Η βαμπιρική ψυχή και άλλες βάναυσες ιστορίες, απαρτιζόμενη από έξι αλλόκοτα διηγήματα και νουβέλες του μεγάλου Γάλλου παρακμιακού Βιλιέ ντε λ’Ιλ-Αντάμ. Πρόκειται για το μοναδικό έργο του Βιλιέ που θα κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή στην ελληνικά αγορά, σε ανθολόγηση και εισαγωγή δική μου, μετάφραση της Ευαγγελίας Κουλιζάκη και εικονογράφηση της Ιφιγένειας Καμπέρη.
Τα υπόλοιπα θα κυκλοφορήσουν από τις εκδόσεις Sestina, Αίολος και Στερέωμα. Είναι ένα πρώιμο διήγημα του Αλτζερνον Μπλάκγουντ, το οποίο είχα καιρό μεταφρασμένο, συνοδευμένο από ένα επίμετρο σχετικά με το κίνημα για τα γυναικεία δικαιώματα και τον πνευματισμό· μια ανθολογία με διηγήματα του Άρθουρ Μάκεν, αποτέλεσμα πολλών χρόνων μελέτης και επιτόπιας έρευνας, που αποτελείται από τα θραύσματα του magnum opus που δεν έγραψε ποτέ· και το τελευταίο, είναι το επόμενο τεύχος της σειράς Αστερισμοί, με δυο διηγήματα αυτή τη φορά, που πραγματεύονται τον άνθρωπο ως κυνηγό και θήραμα.
Πέραν των βιβλίων, στις αρχές Μαρτίου πρόκειται να ξεκινήσω πάλι το σεμινάριο που παρέδιδα για τον λαογραφικό τρόμο στη λογοτεχνία, έπειτα από ένα χρόνο παύσης. Επομένως, όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να έχει στο νου του τα social media, στα οποία θα ανακοινωθεί.
Σ’ ευχαριστούμε πολύ Δημήτρη!
Όπως αναφέρει και ο Σαίξπηρ στον Άμλετ του «Υπάρχουν περισσότερα πράγματα, Οράτιε, στον ουρανό και στη γη, από όσα ονειρεύεται η φιλοσοφία σου» και νομίζω αυτές ακριβώς απεριόριστες δυνατότητες και οπτικές είναι που δίνουν, εν τέλει, στον λαογραφικό τρόμο γοητεία μέχρι σήμερα!