«Ο έρωτας είναι πάντοτε η δυνατότητα να παρευρεθούμε στη γέννηση του κόσμου»
Αλαίν Μπαντιού
Το «Πάντα Ποτέ» του Jordi Lafebre (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως) αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα πιο τρυφερά κόμικς που κυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα ως προς την σκηνοθεσία του, καθώς η σύλληψη της αντιστροφής του χρόνου δημιουργεί μία ξεχωριστή συνθήκη, όπου η δυναμική του έρωτα δραπετεύει από την παγίδα του happy end. Καθώς το τέλος μας είναι ήδη γνωστό από την πρώτη σελίδα, το μυστήριο μετατοπίζεται από την προσμονή για τη ρομαντική κατάληξη, στην επιμονή στη διάρκεια του έρωτα.
Σκοπός του παρόντος κειμένου δεν είναι μία τυπική παρουσίαση του «Πάντα Ποτέ», αλλά η εμβάθυνση στην ιστορία του Lafebre μέσα από την παράλληλη ανάγνωση της με τη σκέψη του Αλαίν Μπαντιού για τον έρωτα, τουλάχιστον όπως αυτή ξεδιπλώθηκε στον σύντομο -αλλά πυκνό- διάλογό του με τον Nicolas Truong στο «Εγκώμιο για τον Έρωτα» (μτφρ. Φώτης Σιάτιστας και Δημήτρις Βεργέτης, εκδόσεις Πατάκης).
Η Συνάντηση ως Συμβάν
Κάθε έρωτας ξεκινά από μία συνάντηση, δηλαδή από ένα τυχαίο γεγονός. Αυτή η συνάντηση μπορεί να συμβεί οπουδήποτε και να αλλάξει την ζωή δύο ανθρώπων, είτε αμέσως, είτε σε βάθος χρόνου. «Τα λογοτεχνικά ή καλλιτεχνικά παραδείγματα που σκηνοθετούν αυτό το σημείο εκκίνησης του έρωτα είναι απειράριθμα» επισημαίνει ο Μπαντιού.
Σε αυτήν την τυχαία συνάντηση ο Μπαντιού προσδίδει ένα «κατά κάποιο τρόπο μεταφυσικό» καθεστώς «ενός συμβάντος, δηλαδή κάποιου πράγματος που δεν εμπίπτει στην άμεση δικαιοδοσία του νόμου των πραγμάτων». Απλά συμβαίνει. Και αποτελεί την αφετηρία μίας διαδικασίας, της «κατασκευής» του έρωτα, μία «μύηση και εισαγωγή στον έρωτα».
Στο «Πάντα Ποτέ» το μυστήριο του έρωτα αντιστρέφεται και το νήμα της αφήγησης ξετυλίγεται ανάποδα, με τελικό προορισμό το αρχικό Συμβάν. Η κορύφωση του έργου εντοπίζεται ακριβώς σε εκείνο το τυχαίο γεγονός από το οποίο ξεκίνησαν όλα, το οποίο σκηνοθετείται με το ευφυές τέχνασμα του rewind στις τελευταίες σελίδες του έργου. Όλη η αφηγηματική πορεία έχει σκοπό να φτάσει το βλέμμα μας στην τελευταία σελίδα, ώστε εκεί να αντικρίσουμε αυτό το πρώτο βλέμμα μεταξύ δύο αγνώστων, αυτή την τυχαία ματιά δύο νέων ανθρώπων που χωρίς να το ξέρουν εκείνη την στιγμή βιώνουν την αφετηρία ενός έρωτα, ο οποίος για να θυμηθούμε τον Μπαντιού «είναι πάντοτε η δυνατότητα να παρευρεθούμε στη γέννηση του κόσμου».
Ο Έρωτας ως «Εργώδες Γίγνεσθαι»
Από την άλλη, όμως, ο Μπαντιού, παρόλο που «αποδέχ[εται] το θαύμα της συνάντησης», δεν συμμερίζεται την αντίληψη που την αποθεώνει. Αυτή η «ρομαντική σύλληψη του έρωτα», θεωρεί ότι εξαντλείται στη στιγμή της συνάντησης με αποτέλεσμα η επιστροφή στον κόσμο μετά από αυτήν να είναι αδύνατη. Εξ ου και στα κλασσικά ρομαντικά έργα οι ερωτευμένοι οδηγούνται τελικά στο θάνατο, με χαρακτηριστικότερη αναφορά το «Τριστάνος και Ιζόλδη» του Βάγκνερ.
Αντιθέτως, τον Μπαντιού τον ενδιαφέρει ο έρωτας ως διάρκεια, ως μία «διαρκής κατασκευή», μία «επίμονη περιπέτεια». Τον αντιλαμβάνεται ως «μία ζωή που οικοδομείται όχι πλέον από τη σκοπιά του Ενός, αλλά από τη σκοπιά του Δύο». Μολονότι αφετηρία είναι μία τυχαία συνάντηση, δηλαδή ένα «φαινομενικά ασήμαντο» γεγονός, το οποίο παγιώνεται «υπό τη μορφή μίας απαρχής». Με αυτόν τον τρόπο το τυχαίο συμβάν της συνάντησης με έναν άγνωστο μετατρέπεται σε ένα «θεμελιακό γεγονός» που «καταλήγει να αποκτά τη μορφή πεπρωμένου». Το «σ’ αγαπώ» λειτουργεί ως γέφυρα, ως «μετάβαση από το τυχαίο στο πεπρωμένο» και γι’ αυτό η ερωτική δήλωση είναι «τόσο φορτισμένη με τρομερό τρακ». Αυτή τη «μετάβαση […] σε μία κατασκευή τόσο στέρεη όσο εάν ήταν αναγκαία», ο Μπαντιού την ονομάζει «Πιστότητα».
Το πόσο θα διαρκέσει αυτή η περιπέτεια δεν το γνωρίζει κανείς, γι’ αυτό και χαρακτηρίζει τον έρωτα ως την «επιθυμία μίας άγνωστης διάρκειας» κατά την οποία οι ερωτευμένοι «επανεπινοούν» τη ζωή. Η ερωτική τους σχέση, αυτή η «σκηνή του Δύο» δημιουργεί μία «νέα χρονικότητα», η οποία δοκιμάζει διαρκώς τα όριά της. Προκειμένου να οδηγηθούν οι ερωτευμένοι στην ευτυχία πρέπει να εργαστούν για τον έρωτά του, να είναι «εν δράσει» και να βρίσκονται «σε επιφυλακή». Πρέπει «να ξαναβρισκόμαστε, με τον εαυτό μας και με τον άλλον» προκειμένου να κατασκευάσουμε «σημείο προς σημείο» την «αλήθεια» μας, υπογραμμίζει ο Μπαντιού. Και επισημαίνει ότι «το να τα παρατήσει κανείς με το πρώτο εμπόδιο, με την πρώτη σοβαρή διχογνωμία, με τα πρώτα προβλήματα δεν είναι παρά μία παραμόρφωση του έρωτα». Απέναντι στην επιδίωξη της ασφάλειας που υπόσχεται ο «ντεκαφεϊνέ έρωτας» (όπως τον ονομάζει ο Δημήτρης Βεργέτης στο επίμετρό του), δηλαδή στο διαφημιστικό προϊόν του έρωτα με «ασφαλιστικές δικλείδες», ο Μπαντιού αντιτάσσει την «εμπιστοσύνη στο τυχαίο».
Ο Lafebre μοιάζει να συντάσσεται πλήρως με την μπαντιουική αντίληψη του έρωτα ως «διαρκούς κατασκευής» και γι’ αυτό η αφήγησή του εστιάζει σε αυτή την «εργασία του έρωτα». Οι πρωταγωνιστές του δεν συνάπτουν σε καμία περίπτωση μία βολική σχέση. Η επικοινωνία τους προσκρούει διαρκώς σε εμπόδια, τα οποία πηγάζουν από τον τελείως διαφορετικό τρόπο που επέλεξαν να ζήσουν. Η Άννα ζει στην ασφάλεια της μικρής της πόλης, εγκλωβισμένη στο καθημερινό άγχος του θεσμικού της ρόλου ως δημάρχου και στη ρουτίνα του γάμου της με τον Τζουζέπε (τον οποίο δεν παύει να εκτιμά και να αγαπάει). Αντιθέτως, ο Ζενό δεν σταματάει να κυνηγά την περιπέτεια στις ανοιχτές θάλασσες, προσπαθώντας να ανακαλύψει, αλλά και να κατανοήσει τον κόσμο. Ωστόσο, ο έρωτάς τους έχει επινοήσει την δική του χρονικότητα. Τις στιγμές που η Άννα ξαπλώνει στον καναπέ του δημαρχείου για να μιλήσει κρυφά με τον Ζενό στο τηλέφωνο, τις στιγμές που χορεύουν υπό τους ήχους της ίδιας μουσικής, μολονότι τους χωρίζουν εκατοντάδες χιλιόμετρα ή όταν ανταλλάσσουν τρυφερά γράμματα που ταξιδεύουν στα πέρατα του κόσμου για να φτάσουν στον παραλήπτη τους, στην πραγματικότητα χτίζουν την δική τους «δέσμευση μέσα στο χρόνο». Χορεύοντας η Άννα πληροφορεί τον Ζενό για τα ανιαρά καθημερινά της καθήκοντα: «σήμερα είχα συναντήσεις με του μηχανικούς τους χρηματοδότες τους δημοτικούς συμβούλους». Κι εκείνος της απαντά με αυτοπεποίθηση: «αλλά εμένα μου χαρίζεις τον τελευταίο χορό». Μετατρέποντας την απουσία σε παρουσία, κατασκευάζουν το δικό τους «πεπρωμένο».
Η Καθολικότητα του Έρωτα
Για ποιο λόγο, όμως, υπάρχει τέτοια δίψα διαχρονικά για ιστορίες γύρω από τον έρωτα; Ο Μπαντιού απαντά ότι οι αφηγήσεις αυτές επιφέρουν μία συμβολική εξίσωση, λόγω της «καθολικότητας του έρωτα». Εφόσον ο έρωτας είναι κοινός για όλους, έτσι «ένας βασιλιάς μπορεί να υποφέρει από έρωτα» και αυτό «τον κάνει κατά μία έννοια να επικοινωνεί με τον χωριάτη υπήκοο του». Σ’ αυτήν την κλίμακα «ο χωριάτης υπήκοος είναι επίσης βασιλιάς».
Συνομιλώντας με την πλατωνική αντίληψη ότι «στην ερωτική ορμή» υπάρχει «ένα σπέρμα καθολικότητας» που οδηγεί στην «Ιδέα», ο Μπαντιού ερμηνεύει τον έρωτα ως μία «προσωπική εμπειρία της δυνητικής καθολικότητας». Μπορεί να λειτουργήσει ως δυνητικό πέρασμα «από την καθαρή ενικότητα του τυχαίου σε ένα στοιχείο που έχει καθολική αξία». Ο έρωτας για τον Μπαντιού, είναι το εγχείρημα να αντιληφθούμε τον κόσμο «με βάση το δύο και όχι το ένα», με βάση το «συλλογικό» που δύναται «να συμπεριλάβει ολόκληρο τον κόσμο». Γι’ αυτό και οι ερωτευμένοι, καλούμενοι να συνυπάρξουν «υπό το πρίσμα της διαφοράς» τους, πρέπει να έρθουν αντιμέτωποι με τον ίδιο τους τον εαυτό:
«Εχθρός του έρωτα είναι ο εγωισμός, όχι ο αντίζηλος […] ο κύριος εχθρός του έρωτά μου, εκείνος που πρέπει να νικήσω, δεν είναι ο άλλος, είμαι εγώ, το «εγώ» που θέλει την ταυτότητα ενάντια στη διαφορά».
Υπό αυτή την έννοια, ο Μπαντιού επιχειρεί έναν πιθανό ορισμό του έρωτα ως «τον ελάχιστο κομμουνισμό». Κατά την αντίληψή του «ο έρωτας είναι κομμμουνιστικός [….] αν αποδεχόμαστε, όπως εγώ, ότι το αληθινό υποκείμενο ενός έρωτα είναι το γίγνεσθαι του ζεύγους και όχι η ικανοποίηση των ατόμων που το συνθέτουν». Με διαφορετικά λόγια:
«Μέσα σ’ αυτό τον κόσμο βλέπω, άμεσα, την πηγή της ευτυχίας που μου προσφέρει η παρουσία του άλλου δίπλα μου. Το «σ’ αγαπώ» γίνεται: υπάρχεις και είσαι η πηγή της ύπαρξής μου μέσα στον κόσμο»
Το νόημα δεν διαφέρει από το γράμμα του Ζενό, παρά τους ναυτικούς όρους:
«Ερωτεύτηκα μία σειρήνα που την είδα μόνο μια φορά και είμαι καταδικασμένος να την ψάχνω στις τέσσερις άκρες του κόσμου, χωρίς να τη βρίσκω ποτέ».