Μανώλης – Το μάταιο ταξίδι για την Ιθάκη

Μάνος Βασιλείου - Αρώνης Από Μάνος Βασιλείου - Αρώνης 9 Λεπτά Ανάγνωσης

Η Μικρασιατική Καταστροφή συνιστά ένα από τα βαθύτερα συλλογικά τραύματα στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Όμως τι συμβαίνει όταν η οπτική του αφηγητή αλλάζει; Όταν η εικόνα του συνόλου μοιάζει να θολώνει στο background μίας ιστορίας και τα φώτα πέφτουν σε μία προσωπική διήγηση και στον πρωταγωνιστή της. Πώς να αφηγηθείς την ζωή ενός κοντινού σου προσώπου (ή και του ίδιου σου του εαυτού), όταν έχει χαθεί η αποστασιοποίηση της περιγραφής ενός κοινωνικού φαινομένου και το ενδιαφέρον έχει περάσει στην μικροϊστορία, στο προσωπικό βίωμα, στο ατομικό τραύμα; Υπάρχει κάποια φόρμουλα που σταθμίζει την κατάλληλη αναλογία συναισθήματος – λογικής σε μία τέτοια αφήγηση; Και μήπως, τελικά, έχει μικρότερη αξία η ιστορία ενός μονάχα ανθρώπου, αντί του εγχειρήματος μίας μεγάλης, μίας συνολικής αφήγησης;

Τα παραπάνω ερωτήματα μπορούν να εκκινήσουν ένα σωρό συζητήσεις με αφορμή τη διήγηση του Allain Glykos στον «Μανώλη», στο κόμικ (γαλλικό bande desinée για την ακρίβεια) το οποίο αφορά την ιστορία του ξεριζωμού του πατέρα του από τα Βουρλά, τον τόπο του, λόγω του διωγμού των ελληνικών πληθυσμών απ’ τα μικρασιατικά παράλια ως αποτέλεσμα της ήττας του ελληνικού στρατού στο μικρασιατικό μέτωπο. Πρόκειται για μία ιστορία, την οποία, ο συγγραφέας έμαθε όταν ήταν παιδί μέσα από τις διηγήσεις του πατέρα του, ο οποίος αναπολούσε το παρελθόν του κλαίγοντας, όπως μας έχει πληροφορήσει σε ομιλία του[1] ο συγγραφέας, τονίζοντας την έντονη συγκινησιακή φόρτιση και των δύο για την τραυματική μνήμη του ξεριζωμού. Στην πραγματικότητα, η αφήγηση του Γάλλου -με ελληνική καταγωγή- συγγραφέα, αρχικά πήρε την μορφή ενός μυθιστορήματος με τον τίτλο «Parle-moi de Manolis», το οποίο αργότερα πήρε τη μορφή ενός νεανικού μυθιστορήματος με τον τίτλο «Manolis de Vourla» και τελικά πριν λίγα χρόνια (το 2018) διασκευάστηκε σε κόμικ με τα σχέδια του Antonin Dubuisson. Η πρώτη μορφή του βιβλίου του Glykos είχε μεταφραστεί το 2001 στα ελληνικά με τον τίτλο «Μίλα μου για τον Μανώλη» από τις εκδόσεις Ωκεανίδα∙ μία έκδοση η οποία πλέον είναι εξαντλημένη στην ελληνική αγορά. Το πιο πρόσφατο κόμικ, όμως, των Glykos και Antonin κυκλοφόρησε την περσινή χρονιά στα ελληνικά απ’ τις εκδόσεις Μικρός Ήρως σε προσεγμένη μετάφραση της Τατιάνας Ραπακούλια και με πρόλογο του Soloup, προφανώς στο πλαίσιο της μνήμης της εκατονταετηρίδας από την Μικρασιατική Καταστροφή.

Προτού εξετάσουμε εκτενέστερα το ίδιο το κόμικ των Glykos και Antonin αξίζει να παρατηρήσουμε τη θεματική του συγγένεια με ένα από τα εμβληματικότερα έργα της 9ης Τέχνης, το «Maus», το οποίο επίσης δημιουργήθηκε από τον Art Spiegelman με σκοπό την αφήγηση της τραυματικής μνήμης του πατέρα του δημιουργού, ο οποίος ήταν επιζών του Ολοκαυτώματος. Η βασική μορφολογική διαφορά, όμως, του «Μανώλη» με το «Maus» έγκειται στην επιλογή του Spiegelman να αφηγηθεί το βίωμα του πατέρα του στη ναζιστική Γερμανία μέσα από μία μεταφορική αφήγηση, στην οποία οι πρωταγωνιστές είχαν πάρει ζωώδεις μορφές, ενώ στον «Μανώλη» τα σχέδια του Antonin επιδιώκουν τη ρεαλιστική απόδοση της ιστορίας που αφηγήθηκε αρχικά ο Glykos στο μυθιστόρημά του. Ένα άλλο -συγγενές με τα παραπάνω- κόμικ, είναι η «Δεύτερη Γενιά: Αυτά που δεν έχω πει στον πατέρα μου» του Michel Kichka που κυκλοφόρησε πριν ορισμένα χρόνια στα ελληνικά απ’ τις εκδόσεις Μαμουθκομιξ. Σε αυτό το κόμικ, το οποίο επίσης αφορά την αφήγηση του τραυματικού βιώματος του πατέρα του δημιουργού από το Ολοκαύτωμα, ο Kichka στην ουσία αυτοβιογραφείται ο ίδιος ως το παιδί ενός επιζώντος του Ολοκαυτώματος που διηγείται πώς μεγάλωσε κάτω από το φορτίο αυτού του τραυματικού παρελθόντος, καταφεύγοντας με αυτό τον τρόπο και στη δημιουργία συχνά χιουμοριστικών καταστάσεων που ίσως δεν θα ταίριαζαν σε μία αφήγηση με επίκεντρο τον πατέρα του. Ο Kichka στο δικό του έργο επιλέγει την ρεαλιστική σχεδιαστική απεικόνιση της ιστορίας του, ενώ ως πρωταγωνιστής – σχεδιαστής εντάσσει ορισμένες ευθείες αναφορές στο «Maus» ως επιρροή του. Αντιθέτως, το κόμικ των Glykos – Antonin δεν μαρτυρά άμεσες επιρροές από το «Maus», εντασσόμενο στην παράδοση της γαλλοβελγικής κόμικς σκηνής. Παρόλ’ αυτά, η συγγένειά τους, λόγω της θεματικής της αφήγησης της μικροϊστορίας ενός βαθιά τραυματικού παρελθόντος, δεν μπορεί παρά να θεωρείται δεδομένη.

Όπως έχει γίνει ήδη κατανοητό, το κεντρικό θέμα του κόμικ αντλείται απ’ το τραυματικό βίωμα του ξεριζωμού του πρωταγωνιστή από τον τόπο του, τα Βουρλά, στο πλαίσιο του βίαιου διωγμού των ελληνικών πληθυσμών απ’ τα μικρασιατικά παράλια, συνεπεία της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής και πρωταγωνιστής του έργου, ο Μανώλης, φέρει τις μνήμες του πατέρα του συγγραφέα, αναδομώντας τις ψηφίδες του παρελθόντος του. Πρόκειται για τις μνήμες ενός Μικρασιάτη ελληνικής καταγωγής, ο οποίος δεν γνώρισε άλλη πατρίδα πέρα από τα Βουρλά. Εκεί ζούσε με την οικογένειά του, εκεί έπαιζε με τους φίλους του, οι οποίοι τύχαινε να μην έχουν ούτε την ίδια μητρική γλώσσα με εκείνον, ούτε την ίδια θρησκεία. Όμως μεγάλωναν μαζί, σχημάτιζαν παρέες, έπαιζαν, ζούσαν τους πρώτους τους παιδικούς έρωτες, όπως αντίστοιχα διαβιούσαν από κοινού και οι ενήλικοι χριστιανικοί και μουσουλμανικού πληθυσμοί. Επομένως, η οπτική του αφηγητή – πρωταγωνιστή χαρακτηρίζεται από τη νοσταλγία ενός παρελθόντος ειρηνικού, στο οποίο οι εθνικές και θρησκευτικές διαφορές ήταν μεν υπαρκτές (για παράδειγμα ήταν εμφανείς στις παιδικές του μνήμες από τις δίγλωσσες αφίσες του Καραγκιόζη), όμως δεν αποτελούσαν εστίες παραγωγής μίσους και βίας.

Η κατάσταση της ειρηνικής διαβίωσης, όμως άλλαξε ραγδαία για τον πρωταγωνιστή και την ελληνόφωνη κοινότητα (στην οποία εντασσόταν η οικογένειά του), μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου και τον βίαιο διωγμό των ελληνόφωνων/χριστιανικών πληθυσμών απ’ τον αντεπιτιθέμενο στρατό του Κεμάλ. Απ’ τη μία στιγμή στην άλλη ο πρωταγωνιστής βρέθηκε καταδιωγμένος, ξεριζωμένος απ’ τον τόπο του, ένας πρόσφυγας που προσπαθούσε να επιβιώσει υπό την προστασία της ηλικιωμένης γιαγιάς του.

Παράλληλα με την κεντρική αφήγηση, σημαντικό ρόλο σαν παράλληλο κείμενο διαδραματίζει η Οδύσσεια, η οποία συντροφεύει τον πρωταγωνιστή ήδη απ’ τα παιδικά του χρόνια μέχρι την ενηλικίωση. Η Ιθάκη ως ο τελικός προορισμός ενός γεμάτου εμπόδια ταξιδιού λειτουργεί ως η προσδοκώμενη λύτρωση, η οποία βεβαίως καταλήγει στη διάψευσή της, καθώς η πραγματικότητα πολλές φορές είναι πιο σκληρή από την ανθρώπινη φαντασία. Έτσι η Οδύσσεια λειτουργεί ως μία πανταχού παρούσα λογοτεχνική μεταφορά στο έργο για τη διήγηση των τραυματικών εμπειριών της προσφυγιάς. Ενδιαφέρον έχει ότι ένα από τα «τέρατα» τα οποία έπρεπε να αντιμετωπίσει ο πρωταγωνιστής προκειμένου να επιβιώσει ως πρόσφυγας ήταν οι ντόπιοι πληθυσμοί του ελληνικού κράτους που αντιμετώπιζαν τους καταδιωγμένους με καχυποψία, μνησικακία έως και εχθρότητα (μία -εν πολλοίς- αποσιωπημένη πραγματικότητα που ανέπτυξε με ενάργεια ο Θανάσης Πέτρου στο βραβευμένο κόμικ του «1923: Εχθρική Πατρίδα»). Με την επιλογή του αυτή ο Glykos επιχειρεί να συνδυάσει την προσφυγική μνήμη που διατηρείται στη συλλογική συνείδηση του σύγχρονου ελληνικού κράτους με το ομηρικό έπος ως αναφορά στην αρχαιοελληνική γραμματεία και ποίηση. Υιοθετώντας ως πρότυπο τον Οδυσσέα, ο πρωταγωνιστής αναρωτιέται τι θα έκανε στη θέση του ο ομηρικός ήρωας, διατηρώντας με αυτόν τον νοητικό μηχανισμό την ελπίδα του ζωντανή:

«Ο Οδυσσέας είχε ταξιδέψει σε αυτή τη θάλασσα, είχε ξεπεράσει τόσες δυσκολίες, είχε υπερνικήσει τόσα εμπόδια κι είχε γυρίσει στην Ιθάκη. Γιατί να μην γυρίσω κι εγώ στα Βουρλά;»

Τελικά, με σκοπό να επιζήσει και να ξανασυναντήσει την οικογένειά του, αναγκάστηκε να καταφύγει σε πολλούς τόπους, διέσχισε πολλές θάλασσες, όμως πατρίδα σαν τα Βουρλά δεν ξαναγνώρισε. Κι όταν κατάφερε κι επέστρεψε σε αυτήν δεκαετίες αργότερα, γέρος πια, ως ταξιδιώτης στην πατρίδα του, δεν είχε απομείνει κανείς για να τον υποδεχτεί, κανείς δεν τον θυμόταν πλέον. Ξένος στον τόπο του κι όχι βασιλιάς, σαν τον Οδυσσέα. Πρόσφυγας μέχρι την τελευταία του πνοή.


[1] Απόσπασμα από την δημόσια συνομιλία που είχε ο Allain Glykos με τον Soloup και τον Γιάννη Κουκουλά στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Η Μικρασιατική Καταστροφή μέσα από τα graphic novels» που διεξήχθη στις 5 Οκτωβρίου 2022 στο Γαλλικό Ινστιτούτο

Μοιραστείτε το Άρθρο
Γεννήθηκε το 1993, δηλαδή ήταν 6 χρονών όταν είδε πρώτη φορά το Star Wars. Κάπου στο Λύκειο κατέληξε ότι η αλήθεια βρίσκεται στον Sheldon και από τότε προσπαθεί να ανακαλύψει τον κόσμο των nerds και των superheroes, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Αγαπημένο του χρώμα το κόκκινο: στις σημαίες, στον Flash, στον Deadpool, ενώ στις μπλούζες το προτιμά με λευκές λωρίδες. Τελευταία το παίζει και δικηγόρος, χωρίς καμία επιτυχία.