Ἐν ἀρχῇ ἦν… η ὕβρις. Χωρίς αυτήν δεν θα είχαν αναπτυχθεί οι ανθρώπινες κοινωνίες, καθώς η Εύα δεν θα είχε γευτεί ποτέ τον απαγορευμένο καρπό και η ανθρωπότητα δεν θα είχε βρεθεί εξόριστη από τον Παράδεισο. Ούτε θα έμενε μακριά από την θεϊκή προστασία, μόνη και εκτεθειμένη απέναντι στη φύση, αντιμέτωπη με τα όρια της θνητότητας. «Η ανυπακοή», εξάλλου, σύμφωνα με τον Όσκαρ Ουάιλντ, είναι «η αρχέγονη αρετή του ανθρώπου». Μία αρετή που τον ωθεί στην βλασφημία της υπέρβασης των ορίων του. Αυτή η αλαζονική φιλοδοξία της ανθρωπότητας, είτε χρεώνεται στο προπατορικό αμάρτημα είτε -σύμφωνα με μία άλλη μυθολογία- στην ύβρι του Προμηθέα απέναντι στον Δία, αποτελεί τελικά την κινητήρια δύναμη της «προόδου» των ανθρώπινων κοινωνιών. Έτσι εξηγείται και η ματαιόδοξη απόπειρα των ανθρώπων της Παλαιάς Διαθήκης να χτίσουν ένα Πύργο που να αγγίζει τον ουρανό, η οποία επέσυρε την τιμωρία απ’ τον Θεό που απαιτεί διαχρονικά την υπακοή απ’ τα δημιουργήματά του.
Η παραβολή του Πύργου της Βαβέλ αναδημιουργείται εικαστικά στην εναρκτήρια σκηνή του νέου έργου του Soloúp, παραπέμποντας υπαινικτικά -πέρα από τον τίτλο- στο ομώνυμο θρυλικό περιοδικό των ‘80s και ‘90s. Ο πρόλογος αυτός του έργου, ένα μωσαϊκό αντιδανείων και ετεροαναφορών, μοιάζει με μία σπουδή στη φόρμα των graphic novels, όπως ο ίδιος ο δημιουργός την έχει μελετήσει και συστηματοποιήσει στο θεωρητικό μέρος του βιβλίου που συνέγραψε σε συνεργασία με την Ευαγγελία Μουλά «Comics & Graphic Novels με Οδηγό το Αϊβαλί – Τα Κόμικς στην Εκπαίδευση».
Ωστόσο, ο Πύργος της Βαβέλ δεν εξαντλείται στη σατιρικού ύφους βιβλική αναφορά του προλόγου. Η ιδέα της «Ανάποδης Βαβέλ» λειτουργεί ως το κεντρικό αφηγηματικό εύρημα για το ξεδίπλωμα της ιστορίας των (Ελλήνων κυρίως) μεταναστών που εργάστηκαν στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Τα πλούσια βελγικά κοιτάσματα άνθρακα αποτέλεσαν βασική κινητήριο δύναμη της βιομηχανικής επανάστασης στην Ευρώπη, καθώς η εκμετάλλευσή τους οργανώθηκε μεταπολεμικά με την μαζική εισαγωγή εργατών μεταναστών μέσω διακρατικών συμφωνιών, μεταξύ των οποίων και της ελληνο-βελγικής συμφωνίας του 1957. Έτσι βρέθηκαν να κατοικούν στο Σαρλερουά, στη Λιέγη, στις Βρυξέλλες, στην Αμβέρσα σε άλλες πόλεις του Βελγίου περισσότεροι από 9.000 Έλληνες, σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 1961. 1 Για μία τεκμηριωμένη αφήγηση της ιστορίας της ελληνικής παροικίας στο Βέλγιο τον 20ο αιώνα βλ. Λίνα Βεντούρα, Έλληνες Μετανάστες στο Βέλγιο, Νεφέλη, 1999 / Λίνα Βεντούρα & Βαγγέλης Καραμανωλάκης, «Μετασχηματισμοί των ελληνικών παροικιών της Δυτικής Ευρώπης στον 20ο αιώνα: Οι μετανάστες στο Βέλγιο», Τα Ιστορικά 27 (1997), σελ. 391-408
Το ιστορικό αυτό νήμα της μετανάστευσης Ελλήνων εργατών στο Βέλγιο επιχειρεί να ξετυλίξει ο Soloúp, με την σκηνοθεσία ενός διαλόγου (όπως και στην «Μάχη της Πλατείας», αλλά και στο «Αϊβαλί») μεταξύ του alter ego του και ενός απρόσμενου συνομιλητή, ενός φοξ τεριέ (μία ευθεία αναφορά στον Μιλού του Hergé και την βελγική παράδοση των κόμικς). Με σημείο αναφοράς τους την Église Saint-Jean-Baptiste au Béguinage σχεδιάζουν να συναντήσουν τον κυρ-Άγγελο, παλιό ανθρακωρύχο και θαμώνα του τελευταίου ελληνικού καφενείου στην περιοχή του Μόλενμπεκ (στις Βρυξέλλες), του “La Rose Blanche” που πρόσφατα διέκοψε τη λειτουργία του. Όμως, όταν έφτασαν στο ραντεβού τους ήταν πια αργά. Η ιστορία του κυρ-Άγγελου ξεκινά απ’ τους Μικρασιάτες γονείς του που έφτασαν πρόσφυγες στη Μακεδονία, έγιναν αγρότες, όμως τους έφαγε «μαύρη πείνα». Έτσι, αποφάσισαν με έναν φίλο του, το έτος 1957, να ανταποκριθούν σε μία αγγελία «που ζητούσαν εργάτες στο Βέλγιο, στο κάρβουνο, στις στοές». Βρέθηκε, λοιπόν, να εργάζεται χωμένος πολλά μέτρα στη γη μαζί με άλλους «πεινασμένους απ’ όλες τις φυλές», εκτεθειμένος καθημερινά στον κίνδυνο του θανάτου. Στην ενότητα αυτή, η ζωή των εργατών στο σκοτάδι των ανθρακωρυχείων, παραλληλίζεται με εκείνη των ποντικιών, προσφέροντας μερικές από τις δραματικότερες (και πιο επίκαιρες) σκηνές του έργου.
Μολονότι η εργογραφία του Soloup χαρακτηρίζεται από συχνή εναλλαγή θεματολογίας, ο δημιουργός μεριμνά να διατηρεί ένα κοινό νήμα, το οποίο συνδέει τόσο τα έργα του μεταξύ τους, όσο και με το δικό του προσωπικό και οικογενειακό παρελθόν. Αν και αναμετράται ξανά με ένα ιστορικό θέμα, σε αντίθεση με την Μικρασιατική Καταστροφή και την Ελληνική Επανάσταση, αυτή τη φορά η εστίαση στην ιστορία της μετανάστευσης των Ελλήνων ανθρακωρύχων στο Βέλγιο μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα ιστορικό θέμα «εκτός ύλης», καθώς πρόκειται για ζήτημα που δεν απασχολεί τη δημόσια σφαίρα· μία πτυχή του παρελθόντος μη ενταγμένη στο εθνικό αφήγημα. Όμως, έχει ενδιαφέρον ότι ο Soloúp οδηγήθηκε σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, σκαλίζοντας για μία ακόμη φορά την προσωπική – οικογενειακή του ιστορία. Εκκινώντας από την «απρόσμενη ανακάλυψη» (όπως την χαρακτηρίζει) του πρωτοκόλλου γάμου των παππούδων του στα αρχεία της ορθόδοξης εκκλησίας της Αμβέρσας, διηγείται το ταξίδι του στο Βέλγιο, όπως αντίστοιχα είχε διηγηθεί το ταξίδι του στη Λέσβο και στο Αϊβαλί παλιότερα. Η σύνδεση γίνεται βαθιά βιωματική, όταν αντιλαμβανόμαστε ότι ο γέρος πρωταγωνιστής πήρε το όνομα του παππού του δημιουργού και ακόμη περισσότερο όταν πληροφορούμαστε απ’ τον ίδιο τον δημιουργό 2 Μία διεξοδική συζήτηση με τον M. Hulot για το έργο δημοσιεύτηκε λίγες ημέρες πριν την κυκλοφορία του στη LIFO ότι του απέδωσε «πλαγίως» ορισμένα χαρακτηριστικά του πατέρα του, τον οποίο έχασε λίγες μόλις ημέρες πριν κυκλοφορήσει το έργο, το οποίο ανέμενε να διαβάσει καθώς αφορούσε το οικογενειακό του παρελθόν. Η αμφίδρομη αυτή διαδρομή μεταξύ προσωπικού βιώματος και Ιστορίας, αναδεικνύει τους σύνθετους τρόπους με τους οποίους διαπλέκεται το προσωπικό με το συλλογικό στο έργο του Soloúp· η μικροϊστορία συνομιλεί με τη μεγάλη αφήγηση, όπως η Μικρή με την Μεσαία και τη Μεγάλη Διάρκεια.
Μολονότι το εύρημα της «Ανάποδης Βαβέλ» κυριαρχεί ως εικόνα, το έργο του Soloúp υπερβαίνει το ιστορικό πλαίσιο της αφήγησης, εκπέμποντας τελικά ένα ηχηρό οικουμενικό μήνυμα. Συνομιλώντας εικαστικά με το έργο του Μαγκρίτ, του Μπρίγκελ, του Γκόγια και τόσων άλλων, ο Soloúp αντιπαραβάλλει στο σκοτάδι των στοών (το οποίο παραπέμπει ευθέως στο πολιτικό σκοτάδι στο οποίο έχει βυθιστεί η εποχή μας), τη δύναμη της φιλίας, της συντροφικότητας και της αλληλεγγύης ως τη μοναδική άμυνα της ανθρωπότητας. Με τα λόγια του κυρ-Άγγελου, τα οποία κουβαλούν σαν κληρονομιά οι φίλοι του:
Στο νέο έργο του Soloúp είχαμε την ευκαιρία να ρίξουμε μερικές κλεφτές ματιές λίγους μήνες νωρίτερα, όταν συζητούσαμε μαζί του και με την Ευαγγελία Μουλά για το βιβλίο τους «Comics & Graphic Novels με Οδηγό το Αϊβαλί – Τα Κόμικς στην Εκπαίδευση». Τότε, μερικά από τα προσχέδια ήταν καρφιτσωμένα στον χώρο και ο Αντώνης μας έδωσε την ευκαιρία να ξεφυλίσσουμε τον τόμο για το ιστορικό καφενείο «La Rose Blanche», ο οποίος περιείχε και το δικό του αποτύπωμα.
Την συζήτησή μας αυτή, μπορείτε να την παρακολουθήσετε εδώ: