Ένα franchise γεμάτο απογοήτευση...
To γενικό franchise του Game of Thrones, βασισμένο στα βιβλία A Song of Fire and Ice του George R.R Martin, έχει γενικά την τάση να υπόσχεται πολλά και μετά να απογοητεύει. Αυτό ξεκινά με τα βιβλία, με τη θρυλική πια καθυστέρηση του Winds of Winter, το οποίο, όπως φαίνεται, δε θα έρθει ποτέ. Συνεχίζεται με το διαβόητο πλέον φινάλε της σειράς, το οποίο κατάφερε να καταστρέψει το γόητρο της πιο σημαντικής και πετυχημένης σειράς της προηγούμενης δεκαετίας και να μειώσει το όνομα των δημιουργών της σε ένα κακό αστείο. Συνέχισε ξανά με τη 2η σεζόν του prequel House of the Dragon, στην οποία οι συντελεστές, απασχολημένοι με εσωτερικές έριδες και παρασκηνιακούς καβγάδες, δεν είχαν μία συγκεκριμένη ιδέα του τι ακριβώς κάνουν.
Με αυτά τα δεδομένα, πώς λοιπόν να εμπιστευτεί κανείς μια νέα προσθήκη, όπως ο Α Κnight of The Seven Kingdom του Ira Parker (Τhe Nevers, The Last Ship, House of the Dragon); Η απάντηση θα ήταν “δύσκολα” και αυτό εξηγεί τις ελάχιστες προσδοκίες που είχε η πλειοψηφία από αυτή τη σειρά. Δεδομένου κιόλας ότι θα ήταν ένα ακόμα prequel, από το οποίο θα έλειπαν “τα μεγάλα γεγονότα”, οι πολιτικές μηχανορραφίες, οι μεγάλοι στρατοί αλλά και οι δράκοι, τι ακριβώς θα βλέπαμε; Για ποιο λόγο να ανυπομονούμε για μία επιστροφή στο ρημαγμένο από πόλεμο αλλά και κακοδιαχείρηση Westeros (και στο fiction αλλά και στην πραγματική παραγωγή);
Και ξαφνικά...
Και όμως, ήδη από το πρώτο της επεισόδιο, όπου κυριολεκτικά ο πρωταγωνιστής χέζει τους θρυλικούς πια τίτλους αρχής του Game of Thrones, η σειρά δίνει ένα σαφές στίγμα και στοιχεία του χαρακτήρα της. Ναι, λείπουν τα “μεγάλα γεγονότα”, αλλά υπάρχουν οι μεγάλοι αγώνες των καθημερινών ανθρώπων. Ναι, λείπουν οι δράκοι, αλλά περισσεύουν οι ιππότες. Ναι, λείπουν οι στρατοί, αλλά η άμεση, ρεαλιστικά στυλιζαρισμένη και ωμή βία είναι ακόμα εδώ και μας ιντριγκάρει. Το Α Κnight of The Seven Kingdom (ΑΚΟΤSK για συντομία), με την πρώτη του σεζόν, αναδεικνύεται ως η καλύτερη προσθήκη του franchise εδώ και 10 χρόνια, για πολλούς λόγους. Ο κυριότερος όμως είναι ότι κατάλαβε το origin υλικό, το Dunk and Egg, καλύτερα από έκαναν οι προκάτοχοί του με τα δικά τους. Αντί για σκιώδεις φιγούρες, θρόνους και δράκους, μας έδωσε έναν απλό άνθρωπο, με αγνές προθέσεις και όνειρα, έναν πραγματικό περιπλανώμενο ιππότη, τον οποίο φέρνει εξαιρετικά στην οθόνη ο Peter Claffey ( Small Things Like These, Bad Sisters). Απέναντί του ένας ολόκληρος κόσμος διαφθοράς, εγωισμού και φιλαργυρίας.
Όμως ο Claffey δεν είναι μόνος σε αυτή την προσπάθεια. Τον συνοδεύει ως Εgg ο φέρελπις Dexter Sol Ansell (Robin and the Hoods,The Hunger Games: The Ballad of Songbirds & Snakes). Η αφέλεια, το tough guy act αλλά και η ευαισθησία του Dunkan συναντά την εξυπνάδα, τις γνώσεις αλλά και την πίστη του Egg. Οι δύο πρωταγωνιστές έχουν τρομερή χημεία και οι σκηνές που είναι μαζί και αφήνουν την ευαλωτότητά τους να φανεί είναι μερικές από τις καλύτερες της σειράς. Είναι μία απροσδόκητη φιλία που γίνεται ο συναισθηματικός πυρήνας της σειράς και στηρίζει τόσο τους χαρακτήρες, οι οποίοι βρίσκουν ένα σπίτι ο ένας στον άλλον όσο και το κοινό, που μπορεί, μέσα από την ασφάλειά τους να παρατηρήσει ένα Westeros που αρχίζει δειλά δειλά να μοιάζει αυτό που ξέρουμε, είναι όμως ήδη γεμάτο πληθωρικούς χαρακτήρες.
Westeros, χάρηκα
Ο Ira μας συστήνει ξανά στο Westeros, όχι της πλεκτάνης και των μεγάλων στρατιών, αλλά του απλού, φτωχού κόσμου, που αναγκάζεται να υπομένει τις αψιμαχίες των αρχόντων του. Μας δείχνει πώς τα φτωχότερα στρώματα επιβιώνουν, επιμένουν και τελικά ονειρεύονται μια καλύτερη ζωή μέσα στα φτωχικά σπίτια ή τις ρημαγμένες σκηνές, ενώ τριγύρω τους οι ευγενείς μάχονται για θρόνους και βασίλεια. Επιπρόσθετα, το ΑΚΟΤSK καταφέρνει και, παρά το μικρό του μέγεθος και διάρκεια, μεγαλώνει τον κόσμο που γνωρίζουμε. Δε θεωρεί ότι οι χαρακτήρες του δρουν εν κενό, ούτε ότι είναι κέντρο των πάντων. Έχουμε αρκετές αναφορές στην πολυτάραχη ιστορία του Westeros, παλιά και σύγχρονη και γενικότερα, η οποία είναι ακόμα ζωντανή στις δράσεις, σκέψεις, συναισθήματα και τραγούδια των χαρακτήρων. Με τόνο κωμικό αλλά πάντα σκληρό και βίαιο, βλέπουμε μπροστά μας το Westeros όπως δεν το είχαμε ξαναδεί και το αγαπάμε από την αρχή, όχι ως generic fantasy κόσμο, αλλά ως μία βιωμένη πραγματικότητα.
Παράλληλα, γνωρίζουμε και μερικούς ιδιαίτερους τύπους, όπως η Tanselle της Tanzyn Crawford (Under the Lights, Goats), αλλά και η ηδονιστική τρέλα που ακούει στο όνομα Lyonel ‘The Laughing Storm’ Baratheon, από τον εξαιρετικό Daniel Ings (Lovesick, Τhe Gentlemen). Όλοι όμως συμβάλλουν με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένας ζωντανός και παλλόμενος κόσμος.
Kαι οι 7 ήταν υπέροχοι
Επιπρόσθετα, αξίζει σίγουρα μια αναφορά στην πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθεσία και χορογραφία των μαχών, που χωρίς γραφικά, χωρίς δράκους και στρατούς, καταφέρνουν να ξεχωρίζουν ανάμεσα στον υψηλό ανταγωνισμών τέτοιων σκηνών στο franchise. Με μια back to basics λογική, χαμηλά stakes και πολύ αίμα, το ΑΚΟΤSK καταφέρνει να μας κάνει να νιώσουμε την αδρεναλίνη και τη χαοτική βία ενός ιπποτικού τουρνουά. Αυτό συμβαίνει όχι απλά επειδή η σκηνοθετική ομάδα έχει τρομερό μάτι πίσω από τις κάμερες, αλλά και επειδή σειρά μας έχει κάνει να νοιαστούμε για τους χαρακτήρες της. Και όλα αυτά σε μόλις 6, σφιχτοδεμένα επεισόδια που δεν πλατειάζουν και δεν κουράζουν τον θεατή, κάτι που δείχνει πως είτε οι θεατές δε θέλουν (πάντα) το τεράστιο όταν βλέπουν κάτι επικό είτε πώς, πολλές φορές, less is more.
Ας μη χτυπήσει πάλι η κατάρα
Δε γνωρίζουμε εάν η σειρά διατηρήσει αυτές τις αρετές και στις επόμενες σεζόν. Ίσως η κατάρα του Game of Thrones χτυπήσει σύντομα. Όμως, προς το παρόν, έχουμε ξανά έναν λόγο να θέλουμε να επιστρέψουμε στο Westeros, και ας μας έχει πληγώσει πολύ στο παρελθόν.