Με αφορμή τον θάνατο του σπουδαίου Νίκου Καλογερόπουλου, ξαναείδα μετά απο χρόνια το Λούφα και Παραλλαγή του 1984. Αυτή η προβολή ήταν εντελώς διαφορετική από την πρώτη, κυρίως επειδή μου υπενθύμισε τον τρόπο που ένα έργο μπορεί να βρίσκεται σε διάλογο με την εποχή του. Κι αυτό φυσικά δεν αφορά μόνο το σινεμά.
Η ταινία του Νίκου Περάκη δικαίως έχει μείνει στο συλλογικό πολιτισμικό ασυνείδητο της χώρας: πολύ περισσότερο από μια ταινία για το φανταριλίκι, είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σατιρικά έργα της Μεταπολίτευσης. Σε αυτή την κατεύθυνση αντλεί έμπνευση από λογοτεχνικά έργα που μίλησαν για τα ίδια ζητήματα με μια σατιρική, κωμική ματιά, όπως το μυθιστόρημα “525 Τάγμα Πεζικού”.
Μια από τις καθοριστικές δηλώσεις της εποχής της, το Λούφα και Παραλλαγή δεν είναι μόνο μια πολύ καλά ισορροπημένη ταινία, με ξεκάθαρο χαρακτήρα και ιδιαίτερα αξιόλογο καστ. Το να τη δούμε απλά ως μια ακόμη ταινία της ελληνικής δεκαετίας του ’80 τη μειώνει ως έργο τέχνης, αλλά και παραβλέπει τον τρόπο με τον οποίον μπορεί να γίνει εκ νέου η πρόσληψή της υπό το φως της εποχής μας.
Και το τελευταίο στοιχείο είναι αυτό που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση όταν την ξαναείδα. Το τι μας λέει για τη δική μας εποχή. Η ταινία επιτελεί πολλούς ρόλους ταυτόχρονα: κοινωνικοπολιτική σάτιρα, ιστορική αφήγηση, μαρτυρία φαντάρων. Όλα αυτά εντασσόμενη στο πνεύμα της εποχής, δίχως ξεκάθαρο δικό της πολιτικό στίγμα. Μα πάνω απ’ όλα, με τα θέματα που ο Περάκης επιλέγει να θίξει (Αριστερά, Σοβιετική Ένωση, συνδικαλισμός και συλλογική δράση, Ελληνικός Στρατός και φασιστικό πραξικόπημα) σε μια ταινία που εκ πρώτης όψεως αφορά απλά τα βιώματα των οπλιτών θητείας, η ταινία σήμερα αποτελεί υπενθύμιση ότι δεν θα γυριζόταν ποτέ μια ταινία με τέτοια θεματική στην εποχή μας. Σήμερα, την εποχή που η πλήρης ιδεολογική σύμπλευση με το σύστημα βαφτίζεται “απολιτίκ”, την εποχή που όλα τα έχουμε λύσει και ζούμε στον θαυμαστό μας καινούριο κόσμο (η ίδια παλιά συνταγή σε ολοκαίνουρια εκτέλεση), όλα τα παραπάνω δεν θα άγγιζαν τόσο ευρέως το κοινό.
Ο ρόλος του Λούφα και Παραλλαγή σήμερα είναι να μας υπενθυμίζει τον συντριπτικό χαρακτήρα της ήττας των τελευταίων δεκαετιών. Σήμερα κανένας καραβανάς δεν θα ένιωθε καν την ανάγκη να ελέγξει τα πολιτικά φρονήματα του φαντάρου που έχει απέναντί του: ακόμη κι ο ίδιος έχει ξεχάσει το φάντασμα του “κομμουνιστικού κινδύνου” που βιώνει το έθνος. Όχι μόνο οι περισσότεροι νεοσύλλεκτοι σήμερα δεν γνώρισαν ποτέ ίσως ότι κάποτε υπήρξε το όραμα μιας πιο δίκαιης κοινωνίας, αλλά και η πάλη για τα πιο αυτονόητα αγαθά, τα καθημερινά πάλαι ποτέ κεκτημένα λαϊκά δικαιώματα μοιάζει… παρωχημένη και βαφτίζεται “μονολιθικότητα”.
Υπάρχει όμως και η άλλη όψη, ο άλλος της ρόλος. Ο ρόλος των σπουδαίων έργων τέχνης ανά τα χρόνια: να υπενθυμίζει ότι αυτά που σήμερα μοιάζουν τετριμμένα κάποτε ήταν στην ημερήσια διάταξη. Ότι όσο κι αν αυτό είναι ξεχασμένο στους δύσκολους, μεταμοντέρνους μας καιρούς, η Ιστορία πάντα προχωράει και το πέρασμά της είναι αμείλικτο. Ευτυχώς, σε μια ταινία τόσο οργανικά ενταγμένη στο ιστορικό γίγνεσθαι, είχαμε την αξέχαστη παρουσία του Νίκου Καλογερόπουλου, με το όπλο επ’ ώμου, να ξεχωρίζει πάνω στην οθόνη.