Ο Θανάσης Βέγγος αποτελεί στην Ελλάδα μια παραδοξότητα. Σε μια χώρα που αγαπά να μισεί τους καλλιτεχνικούς δημιουργούς της, ο Βέγγος απολαμβάνει μια οριακά καθολική αποδοχή. Τόσο στις εμπορικές του στιγμές στη Φίνος Φιλμ, όσο και στις δικές του, πιο αντιπολεμικές παραγωγές, γνώρισε την αγάπη του κοινού με τρόπο που ελάχιστοι άλλοι είχαν καταφέρει πριν ή κατάφεραν μετά. Και πράγματι, είτε βλέπουμε τη slapstic παρωδία ταινιών δράσης ΘΒ – Πράκτορας 000 είτε το συγκινητικό Τι Έκανες στον Πόλεμο Θανάση, ο Βέγγος καταφέρνει και ενσταλάζει μια ζεστή νοσταλγία και θαλπωρή με την εικόνα του σε αρκετές γενιές, είτε αυτές τον πρόλαβαν στους κινηματογράφους είτε τον γνώρισαν μέσα από τις τηλεοπτικές επαναλήψεις των ταινιών του, είτε, ακόμα πιο μετά, μέσω του Διαδικτύου.
Έτσι λοιπόν, μια βιογραφία της πολυτάραχης ζωής του ήταν αναμενόμενο να έχει ένα μεγάλο ενδιαφέρον. Πόσο δε μάλλον στην εποχή μας, όπου η νοσταλγία για ένα “τακτοποιημένο” παρελθόν έχει κορυφωθεί, συμπαρασύροντας μαζί της και το ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινού για τις παλαιότερες εγχώριες, εμπορικές, κινηματογραφικές παραγωγές, τον λεγόμενο “παλιό καλό ελληνικό κινηματογράφο”, και ας μην είναι τόσο καλός όσο τον θυμόμαστε (αν και αυτά τα έχουν πει άλλοι καλύτερα και πιο ψύχραιμα από εμάς).
Όταν η δε βιογραφία έρχεται μάλιστα και στα δικά μας λημέρια, σε μορφή κόμικ δηλαδή, από 2 δημιουργούς που εκτιμούμε ιδιαίτερα, τον Σπύρο Δερβενιώτη (σενάριο) και τον Θανάση Πέτρου (σχέδιο), είναι φυσικό να έχουμε αυξημένες προσδοκίες. Παρόλο που γενικότερα η ελληνική σκηνή κόμικ δεν έχει έλλειψη διασκευών και βιογραφιών, σε οριακά ανησυχητικό βαθμό ίσως, το τελικό αποτέλεσμα με τίτλο ΘΒ: Η Γαλέρα της Ζωής Μου (εκδόσεις Μικρός Ήρως) αποδιώχνει αυτές τις ανησυχίες.
Πού' σαι Θανάση...
Οι δύο δημιουργοί επιλέγουν, αντί μίας ψυχρής εξιστόρησης σε τρίτο πρόσωπο ή μιας εξωτερικής αφήγησης, να συνδιαλλαγούν “απευθείας” με τον Βέγγο, μέσω μιας μελάνινης καρικατούρας η οποία και, σταδιακά, αποκαλύπτει κομμάτια της ζωής του ηθοποιού, ανά δεκαετία και ανά περίοδο. Το τεράστιο υλικό, που προέκυψε μέσα από έρευνες, συνεντεύξεις με συγγενείς και συνεργάτες αλλά και αρχεία (κυρίως της Φίνος Φιλμ), μας μεταφέρεται θερμά, διαλογικά και μέσα από έναν ζεστό τόνο, μέσα από τον οποίο μπορούμε σχεδόν να ακούσουμε τη φωνή του Θανάση Βέγγου, ο οποίος μιλά απλά, χωρίς υπερβολές, γκριμάτσες ή έπαρση στον συνονόματο του, Θανάση Πέτρου, όσο ο τελευταίος τον σχεδιάζει. Παράλληλα βέβαια, το σχέδιο του Πέτρου καταφέρνει και αποδίδει την εναργή κίνηση, το διάσημο “τρέξιμο” του Βέγγου με ένα θορυβώδες στυλ, με έμφαση στη σκιαγράφηση, τις αδρές γραμμές και τη λεπτομέρεια στα πρόσωπα. Έτσι αποδίδεται και η τρομερή πλαστικότητα του χαρακτήρα, τόσο σωματικά όσο και στη ζωή του. Η οικεία αυτή εικόνα, κυρίως θεματικά και πολύ λιγότερο “φωτογραφικά” είναι και πιο κοντά στο πνεύμα του ηθοποιού, στη ζεστασιά που απέπνεε.
“Στη ζωή μου τράβηξα πολύ κουπί”
Σεναριακά το κόμικ ζωντανεύει τρομερά μέσω του διαλόγου, ο οποίος δίνει χώρο και χρόνο στην απόδοση, όχι μόνο του γενικότερου κλίματος της κάθε περιόδου της ζωής και της καριέρας του Βέγγου, αλλά και στην αποτύπωση άγνωστων, στο ευρύ κοινό, λεπτομερειών και ανεκδότων για τη ζωή του. Από τη γνωριμία με τον Κούνδουρο στη Μακρόνησο, 1 Κομβικό σημείο του βιβλίου είναι η Μακρόνησος. Όπως ανέφερε ο Σπύρος Δερβενιώτης στην παρουσίαση του έργου στο 53ο Φεστιβάλ Βιβλίου τον Σεπτέμβριο του 2025:
«Η πληροφορία ότι ο Βέγγος ξεκίνησε γιατί γνώρισε στη Μακρόνησο τον Κούνδουρο είναι συγκλονιστική. Ο Βέγγος ήταν στη Μακρόνησο. Κι ο Κούνδουρος ήταν στη Μακρόνησο. Κι ο Ρίτσος ήταν στη Μακρόνησο. Κι ο Θόδωρος Δερβενιώτης, ο πατέρας μου, ήταν στη Μακρόνησο. Όλοι οι άνθρωποι που φώτισαν τις ζωές της Ελλάδας θεωρήθηκαν εκείνη την εποχή μιάσματα που τους άξιζε εξορία. Άνθρωποι που, όπως έγραψε ο Βασίλης Βασιλικός, “άλλο δεν θέλανε από το να ξαναφέρουν τον κόσμο στα μέτρα της καρδιάς”».
το σταδιακό μπάσιμό του στον χώρο του κινηματογράφου μέχρι τις μεγάλες εμπορικές επιτυχίες και την τελική χρεοκοπία του λόγω της τελειομανίας του και των προσωπικών του εμμονών. Η τεράστια έρευνα που έγινε φωτίζει και πιο σκοτεινές πτυχές της κινηματογραφικής βιομηχανίας, όπως την περίοδο της επταετίας της Χούντας, όπου ο Κατσουρίδης χρησιμοποιούσε μια… δημιουργική ασάφεια για να καταφέρει να περάσει μια καθαρά αντιπολεμική ταινία από τη λογοκρισία, ή τις άγνωστε πληροφορίες από τα παρασκήνια των γυρισμάτων με τον Αγγελόπουλο και την ιστορία μίας από τις πιο διάσημες ατάκες στο ελληνικό σινεμά για τη μοναξιά, τη φύση και τα μπισκότα…
"Καλέ μου άνθρωπε..."
Ο Βέγγος μας αποκαλύπτεται όχι ως άγιος ούτε ως σταρ, αλλά ως ένας βασανισμένος άνθρωπος που δε φοβήθηκε ούτε τη δουλειά ούτε τις δυσκολίες. Αντίθετα, πήρε αυτές τις εμπειρίες και, με πολύ τρέξιμο, κατάφερε και τις μετέπλασε σε τέχνη. Arte Povera θα μπορούσε να πει κάποιος, μια τέχνη των φτωχών για τους φτωχούς. Και πράγματι αυτά τα ήταν τα υλικά της τέχνης του Βέγγου, από το τρέξιμο και το slapstic μέχρι το βαθύ ήρεμο βλέμμα και την ένταση των τελευταίων χρόνων της ζωή του. Ίσως αυτή η εγγύτητα του βιώματος είναι αυτό που τον έκανε και τόσο δημοφιλή στην εποχή του, ενώ τώρα, αρκετά χρόνια τόσο από την κορύφωση της δημοφιλίας του όσο και του θανάτού του, η εικόνα του Θανάση Βέγγου διατηρεί αυτή τη σεμνότητα και καθαρότητα του ανθρώπου που προσπαθούσε να κάνει τους άλλους να γελούν όσο βίωνε και αυτός τις ίδιες δυσκολίες ή κουβαλούσε τα σημάδια τους μέσα του.
Επιλογικά, το ΘΒ: Η Γαλέρα της Ζωής Μου, παρότι στεκόμαστε πολύ κριτικά απέναντι στις βιογραφίες και τις διασκευές, δεν μπορούμε να πούμε πως δεν το αγαπήσαμε. Έχοντας μεγαλώσει και εμείς με την εικόνα του Θανάση Βέγγου, όχι μόνο της Φίνος, αλλά και του Βέγγου του Αγγελόπουλου, του Βέγγου του Κατσουρίδη, του Βέγγου του Βούλγαρη, αναγνωρίζουμε σε όλες τον δικό μας Βέγγο, τον καλό μας άνθρωπο…