Το run του Mark Waid για τον τίτλο Batman/Superman: World’s Finest, σε σχέδιο του Dan Mora, έρχεται και στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Anubis, σε μετάφραση του πάντα αξιόπιστου Χρήστου Τσέλιου, με τον πρώτο τόμο της σειράς, το Υπερφυσική Απειλή. Παρόλο που ο Waid αποτελεί σε αυτό το στάδιο της κόμικ βιομηχανίας ένα μεγάλο και ικανό όνομα, με αρκετούς ενδιαφέροντες τίτλους στο βιογραφικό του, μπορούμε να πούμε πώς η αρχή του World’s Finest μάλλον δεν ανήκει σε αυτούς. Αντίθετα, το τελικό αποτέλεσμα, αν και ευχάριστο στην ανάγνωση, δύσκολα ξεφεύγει από τα όρια μιας κουραστικά μέτριας και τυποιημένης ιστορίας που δεν αφήνει στον αναγνώστη κάτι με το που αφήσει το κόμικ κάτω.
Η βασική ιδέα περιστρέφεται γύρω από τη συνύπαρξη και συνεργασία των Batman και Superman ενάντια σε μια υπερφυσική απειλή που κινείται έξω από τα όρια του χρόνου. Παρόλο που ακόμα και αυτό δεν είναι κάτι πρωτότυπο, μια νέα αξιολόγηση της συνθήκης αυτής, ειδικά σε ένα πλαίσιο όπου η DC επανατοποθετεί (ξανά) το σύμπαν της, θα προσέφερε την ευκαιρία να δούμε πώς οι δύο ήρωες ανταποκρίνονται σε κάτι τέτοιο. Θεωρητικά, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ιστορία με έντονη ατμόσφαιρα, μυστήριο και ίσως έναν πιο σκοτεινό τόνο.
Ωστόσο, το σενάριο του Mark Waid επιλέγει τον εύκολο δρόμο. Η εξέλιξη της πλοκής είναι γραμμική και αρκετά προβλέψιμη, χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις ή ανατροπές που να κρατούν τον αναγνώστη σε εγρήγορση. Έτσι μειώνεται η ένταση και η αίσθηση του κινδύνου. Ακόμη και οι στιγμές που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως τέτοιες περνούν σχετικά ανώδυνα, χωρίς να αφήνουν ισχυρό αποτύπωμα.
Ένα από τα βασικά στοιχεία που συνήθως απογειώνουν ιστορίες με αυτούς τους χαρακτήρες είναι η μεταξύ τους δυναμική. Ο Batman, ως σκοτεινός και υπολογιστικός νους, και ο Superman, ως σύμβολο ελπίδας και ηθικής, δημιουργούν μια αντίθεση που έχει δοκιμαστεί και αγαπηθεί από το κοινό. Εδώ, παρόλο που αυτή η δυναμική υπάρχει, παρουσιάζεται χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, χωρίς να φέρνει κάτι αξιόλογο. Οι διάλογοι μεταξύ τους είναι καλογραμμένοι σε τεχνικό επίπεδο, και έτσι μας έρχονται και στα ελληνικά χάρη στην εμπειρία του Τσέλιου. Όμως δεν προσφέρουν κάτι νέο ή ουσιαστικό στην εξέλιξη της σχέσης των διάσημων χαρακτήρων. Είναι περισσότερο μια επανάληψη γνώριμων μοτίβων παρά μια προσπάθεια εμβάθυνσης.
Στο κομμάτι του villain, του δαίμονα Νehza δηλαδή, εντοπίζεται ίσως η μεγαλύτερη χαμένη ευκαιρία. Ως χαρακτήρας παραμένει σχετικά μονοδιάστατος, χωρίς ιδιαίτερο βάθος ή ξεκάθαρα, πειστικά κίνητρα. Δεν δημιουργείται ποτέ η αίσθηση ότι πρόκειται για έναν αντίπαλο που θα μείνει στη μνήμη του αναγνώστη ή που θα αποτελέσει ουσιαστική απειλή για τους ήρωες.
Έαν υπάρχει κάτι που να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη αυτό είναι το ζωντανό, γεμάτο ενέργεια και χρώμα σχέδιο του Dan Mora. Ο σχεδιαστής καταφέρνει να προσδώσει καθαρή ροή, δυναμισμό και ζωή σε μια κατά τα άλλα μουντή ιστορία. Η πληθώρα σκηνών δράσης σκηνές δράσης αποδίδονται με ενέργεια και σαφήνεια, ενώ οι χαρακτήρες είναι εκφραστικοί και καλοσχεδιασμένοι. Είναι αυτή η οπτική αφήγηση που κάνει τον αναγνώστη να ολοκληρώσει το κόμικ.
Η χρωματική παλέτα και το lettering λειτουργούν υποστηρικτικά, χωρίς όμως να ξεχωρίζουν. Κάνουν σωστά τη δουλειά τους, διατηρώντας την ευκρίνεια και τον ρυθμό της ανάγνωσης, αλλά δεν προσθέτουν κάποιο ιδιαίτερο καλλιτεχνικό στίγμα. Σε ένα κόμικ που ήδη κινείται σε ασφαλή πλαίσια, η απουσία τολμηρών επιλογών σε αυτούς τους τομείς ενισχύει τη συνολική αίσθηση ότι πρόκειται για μια παραγωγή που δεν επιδιώκει να ρισκάρει.
Για τους ήδη υπάρχοντες fans των χαρακτήρων, το κόμικ προσφέρει αυτό ακριβώς που περιμένουν. Ωστόσο, για όσους αναζητούν κάτι πιο πρωτότυπο ή πιο φιλόδοξο, η εμπειρία πιθανότατα θα φανεί κουραστική και τετριμμένη. Δεν υπάρχουν ιδιαίτερα ρίσκα, ούτε αφηγηματικές επιλογές που να προκαλούν ή να ανανεώνουν το ενδιαφέρον.
Συνολικά, το Batman/Superman: World’s Finest – Υπερφυσική Απειλή είναι ένα καλοφτιαγμένο αλλά όχι ιδιαίτερο κόμικ. Η δημιουργική ομάδα αποδίδει σε τεχνικό επίπεδο, ειδικά στο σχέδιο, αλλά το σενάριο δεν καταφέρνει να εκμεταλλευτεί πλήρως τις δυνατότητες της ιδέας. Πρόκειται για μια ανάγνωση που κυλάει ευχάριστα, χωρίς να κουράζει, αλλά και χωρίς και να ενθουσιάζει.
Με λίγα λόγια, είναι ένα ακόμη παράδειγμα μιας ιστορίας που κάνει τα βασικά σωστά, χωρίς όμως να προσφέρει κάτι που να τη διαφοροποιεί ουσιαστικά από τον μέσο όρο. Και σε έναν χώρο τόσο γεμάτο από δυνατές και αξέχαστες ιστορίες, αυτό τελικά την καθιστά απλώς… μέτρια.