Τέτοιες μέρες το 2018 δημοσιεύσαμε ένα κείμενο για τις 5 στιγμές που είχαμε ξεχωρίσει στο 4ο τεύχος του Μπλε Κομήτη, το οποίο συμπτωματικά ήταν αφιερωμένο στο Μουντιάλ. Κι αν δεν σας φαντάζει το 2018 τόσο μακρινό, λάβετε υπόψιν σας κάποια στοιχεία: το Μουντιάλ έγινε στη Ρωσία (η οποία πλέον είναι αποκλεισμένη από όλες τις διεθνείς ποδοσφαιρικές διοργανώσεις), ο Μέσι δεν είχε σηκώσει ακόμα το πολυπόθητο τρόπαιο και οι Άγγλοι μέχρι τον αποκλεισμό τους στον ημιτελικό τραγουδούσαν «it’s coming home» (κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ). Καταλάβατε για πόσο παλιά μιλάμε… Το κείμενο αυτό για τον 4ο Κομήτη ήταν το τελευταίο μίας σειράς κειμένων που δημοσιεύσαμε με τα highlights κάθε τεύχους, καθώς έκτοτε κρίναμε ότι πλέον το περιοδικό είχε βρει για τα καλά την τροχιά του και δεν χρειαζόταν να σχολιάζουμε αυτοτελώς κάθε τεύχος (αφού είχε και ιστορίες που συνεχίζονταν τακτικά), αλλά να περιμένουμε να διαβάσουμε ολοκληρωμένες τις ιστορίες του και να τις σχολιάσουμε μετά κρίνοντάς τες ως σύνολο. Meanwhile, όμως, έναν χρόνο και λίγους μήνες αργότερα βρεθήκαμε στη δυσάρεστη θέση να αποχαιρετούμε αυτή την αξιέπαινη προσπάθεια, η οποία αναμφίβολα έδωσε σημαντική ώθηση στην ελληνική σκηνή κόμικς.
Από τότε μεσολάβησαν πολλά για τα ελληνικά κόμικς: το Comicdom μεγάλωσε και μετακόμισε στην Τεχνόπολη, τα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς αναβαθμίστηκαν με την σύσταση της Ελληνικής Ακαδημίας Κόμικς, δημιουργοί συναντήθηκαν σε ανθολογίες που κυκλοφόρησαν κυρίως ως αυτοεκδόσεις, νέα εκδοτικά εγχειρήματα με επίκεντρο τα κόμικς εμφανίστηκαν, οι κατάλογοι των εκδοτών εμπλουτίστηκαν με φιλόδοξες εγχώριες δουλειές και με φρέσκους τίτλους από το εξωτερικό, ενώ η παρέα του site μας αναμείχθηκε σε μία όμορφη συνάντηση κομιξόφιλων που έστησαν (με άγνοια αλλά και πείσμα) ένα διαδικτυακό περιοδικό κόμικς, το Comic Cultura, και μολονότι δεν κατάφεραν να το κρατήσουν ζωντανό, διατήρησαν τους φιλικούς δεσμούς τους.
Έχοντας στο νου μας όλα τα παραπάνω, σκεφτήκαμε ότι θα ήταν καλή ιδέα να πιάσουμε το νήμα από τότε και να ξεκινήσουμε το εγχείρημα να σχολιάζουμε τεύχος – τεύχος την Φούσκα, το νέο ελπιδοφόρο περιοδικό κόμικς που έκανε πολύ θόρυβο στο Kickstarter και στο Comicdom-Con Athens 2026, ελπίζοντας αυτή τη φορά όταν -μοιραία- σταματήσουμε τις τακτικές μας κριτικές, με τον φόβο να μην επαναλαμβανόμαστε, το περιοδικό να έχει πια εδραιωθεί, να έχει γίνει σημείο αναφοράς για το αναγνωστικό κοινό και την σκηνή και φυσικά να συνεχίσουμε να το διαβάζουμε για χρόνια.
Τα 5 highlights του τεύχους #0
Η κεντρική ιστορία του Tasmar
Ο Όντυ και η Ναυσικαα αναζητούν το μοναδικό εναπομείναν αντίτυπο του καλύτερου κόμικς στο γαλαξία, σε μία sci-fi περιπέτεια με το διαστημόπλοιο «Moebius 8» που αναμετράται με τους τεχνολογικούς κινδύνους για την ανθρώπινη δημιουργικότητα και την τέχνη. Με πλήθος αναφορών στην κουλτούρα των κόμικς, η πρώτη κεντρική ιστορία της Φούσκας δίνει το στίγμα της σκηνής για το πρόβλημα της χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης στην καλλιτεχνική δημιουργία.
Αξίζει να επισημανθεί σε αυτό το σημείο η εύστοχη επιλογή των συντελεστών του περιοδικού να αναδεικνύουν σε κάθε τεύχος μία κεντρική, εκτενέστερη (και μάλλον αυτοτελή) ιστορία, η οποία θα συνομιλεί με την θεματική του τεύχους (εν προκειμένω τα περιοδικά κόμικς) και θα προβάλλεται και στο εξώφυλλο του περιοδικού. Ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον έχει η διάθεση πειραματισμού τόσο του περιοδικού, όσο και του ίδιου του Tasmar, ο οποίος αποφάσισε να κινηθεί σε sci-fi μονοπάτια, δοκιμάζοντας το πενάκι του σε ένα είδος στο οποίο δεν είχε δώσει καλλιτεχνικά δείγματα γραφής μέχρι σήμερα. Μέσα από την κεντρική ιστορία του Tasmar αποτυπώνεται στην πράξη η φιλοδοξία των Γιάννη Ιατρού και Ίωνα Αγγελή (την οποία συζητήσαμε στον διάλογο που είχαμε πριν λίγους μήνες) να λειτουργήσουν το περιοδικό ως ένα ανοιχτό καλλιτεχνικό εργαστήριο. Ίσως αυτό αποτελεί και το μεγαλύτερο στοίχημα του περιοδικού, δηλαδή μέσα από την τριβή και τις καλλιτεχνικές συνεργασίες να επιτύχουν να βγάλουν τους/τις δημιουργούς από το comfort zone τους και να τους/τις δούμε να δοκιμάζονται σε νέα απροσδόκητα projects.
Οι καλλιτεχνικές συναντήσεις
Η λογική του περιοδικού ως καλλιτεχνικού εργαστηρίου αναδεικνύεται με τον καλύτερο τρόπο μέσα από την συνάντηση των δημιουργών και την επιδίωξη συνεργασιών. Ένα περιοδικό κόμικς μπορεί να αποτελέσει τον ιδανικό χώρο για την συνάντηση καλλιτεχνών/-ιδών και τους πειραματισμούς τους, αφού ο χώρος των εκδόσεων κατά κανόνα προτιμά τις πιο ασφαλείς επιλογές που δεν εκθέτουν σε κινδύνους τα οικονομικά πλάνα των εκδοτών.
Αξίζει να θυμηθούμε ότι στο πρώτο τεύχος του Μπλε Κομήτη είχε ξεχωρίσει ένα sci–fi δημιούργημα με τον τίτλο «Γυμνά Οστά», το οποίο εμφανίστηκε στις σελίδες του περιοδικού από το καλλιτεχνικό δίδυμο των Δημοσθένη Παπαμάρκου (σενάριο) και Μιχάλη Διαλυνά (σχέδιο) και τελικά κατέληξε σε μία ολοκληρωμένη έκδοση σε σχέδιο Kanellos Cob. Άραγε, οι εκδόσεις Polaris θα είχαν ρισκάρει να κυκλοφορήσουν το συγκεκριμένο κόμικ ολοκληρωμένο, εάν δεν είχε προηγηθεί η δημοσίευσή του στον Μπλε Κομήτη; Ρητορικό το ερώτημα.
Επιστρέφοντας στη Φούσκα, οι συνεργασίες που δοκιμάστηκαν στο τεύχος #0 δεν ήταν και λίγες: ο Τάσος Ζαφειριάδης και η Αγγελική Σαλαμαλίκη δημιούργησαν ένα υψηλής αισθητικής ψυχολογικό θρίλερ με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας· το δίδυμο των Αντώνη Βαβαγιάννη και Θανάση Πετρόπουλου ένωσε τα πενάκια του σε ένα χιουμοριστικό μονοσέλιδο που μπορεί να εκληφθεί και ως body comedy-horror και να επενδυθεί ηχητικά από τα Ημισκούμπρια, με το τραγούδι που ξεκινάει με τον στίχο «Καταλάβατε ή να κάνω….» και τον οποίο δεν μου επιτρέπει η αγωγή μου να ολοκληρώσω· ο Σπύρος Δερβενιώτης και η ομάδα του Κουλουριού παρέδωσαν μία σατιρική ιστορία με θέμα τον ρόλο των ΜΜΕ στη δημιουργία της πολιτικής ατζέντας· τέλος, ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Γιώργος Παπαηλιού με την αφήγηση μίας αυτοβιογραφικής ιστορίας με θέμα «πώς τα κόμικς μου έσωσαν την ζωή», κατά την άποψή μου, προσέφεραν την καλύτερη στιγμή του τεύχους.
Σχολιάζοντας την συνεργασία των Κατιρτζιγιανόγλου και Παπαηλιού δεν μπορώ να παραλείψω να αναφερθώ στην έκθεση κόμικς «Noir et Blanc», την οποία είχε επιμεληθεί ο πρώτος σε συνεργασία με τον Μέλανδρο Γκανά στο πλαίσιο του περσινού φεστιβάλ του Comicdom και τα έργα της οποίας τυπώθηκαν και στην ομώνυμη αυτοέκδοση. Στην έκθεση συμμετείχε μεγάλο μέρος της ελληνικής σκηνής κόμικς υπό την μορφή της συνεργασίας σεναριογράφων με εικονογράφους – σκιτσογράφους, με σκοπό να αναδειχθεί ο κρίσιμος ρόλος των σεναριογράφων κόμικς, οι οποίοι/-ες δεν λαμβάνουν πάντοτε την αναγνώριση που τους αναλογεί. Σε μία περίοδο, μάλιστα, που όλο και περισσότεροι/-ες εντοπίζουν ότι υπάρχει ανάγκη αναβάθμισης των σεναρίων της ελληνικής κόμικ σκηνής, χώροι συνάντησης όπως η έκθεση «Noir et Blanc», φυσικά οι ανθολογίες, αλλά και η Φούσκα αποδεικνύουν ότι η λύση ίσως βρίσκεται στη συλλογική δουλειά, στην τριβή και στις συνεργασίες.
Ο Κύριος Ανίκητος του Pascal Jousselin
Στις σελίδες του τεύχους #0 φιλοξενούνται εξαιρετικά κόμικς διεθνών καλλιτεχνών, με πιο ηχηρή βέβαια την παρουσία του Zerocalcare (άλλο ένα νήμα που συνδέει την Φούσκα με τον Μπλε Κομήτη). Επιπλέον, οι αναγνώστες/-τριες θα ανακαλύψουν αρκετές μονοσέλιδες ιστορίες, οι οποίες αξίζουν την προσοχή τους. Όμως, εκείνος που κλέβει πραγματικά τις εντυπώσεις, κυρίως επειδή συστήνεται για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό, είναι ο υποψήφιος για Eisner το 2021 «Κύριος Ανίκητος» («Imbatabble» στην πρωτότυπη γαλλική έκδοση) του Pascal Jousselin, η μονοσέλιδη κόμικ στριπ ιστορία που -σίγουρα όχι τυχαία- τοποθετήθηκε στην τελευταία σελίδα του τεύχους και ξεχωρίζει τόσο για το χιούμορ της, όσο και για το απροσδόκητο σπάσιμο των συμβάσεων της φόρμας των καρέ. Είναι αξιοσημείωτο, δε, ότι ο «Κύριος Ανίκητος» έκανε κι αυτός για πρώτη φορά την εμφάνισή του σε περιοδικό κόμικς και συγκεκριμένα στο εμβληματικό «Le Journal Spirou» των εκδόσεων Dupuis. Τα στριπς του έχουν συλλεχθεί μέχρι σήμερα σε 3 τόμους – ανθολογίες.
Πάντως, πέρα από την γνωριμία του κοινού με την σειρά του Jousselin, είναι σημαντικό και για την ίδια την σκηνή να τροφοδοτείται με τις καινοτόμες ιδέες σύγχρονων διεθνών κόμικς, προκειμένου να δούμε στο άμεσο μέλλον φρέσκα κόνσεπτς και από δικούς μας και δικές μας κομίστες και κομίστριες.
Το αφιέρωμα στα περιοδικά κόμικς
Από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε η Φούσκα, οι συντελεστές του κατέστησαν σαφές ότι δεν θα πατάει στο κενό, αλλά ότι φιλοδοξούν να ακολουθήσουν τα χνάρια των περιοδικών που μεγάλωσαν και τους ίδιους, της Βαβέλ, του 9, του Παρά Πέντε, του MAD κλπ. Τι πιο ταιριαστό, λοιπόν, από ένα αφιέρωμα στο πρώτο τεύχος με θέμα την ιστορία των ελληνικών περιοδικών κόμικς;
Οι θεματικές των άρθρων που περιλήφθηκαν στο αφιέρωμα κατένειμαν την ύλη του χρονικά, επιχειρώντας μία περιοδολόγηση του πολιτιστικού αυτού φαινομένου. Από την Κολούμπρα και την Βαβούρα, μέχρι την Βαβέλ, το 9 και τον Μπλε Κομήτη, εξιστορήθηκε η εποχή και ο ρόλος κάθε περιοδικού σε αυτήν από άτομα με βαθιά γνώση του εκάστοτε αντικειμένου. Η προσδοκία για τα επόμενα τεύχη θα είναι να διατηρήσουν το επίπεδο της ποιότητας και του ενδιαφέροντος που είχε αυτό το πρώτο αφιέρωμα, με την επιλογή αντίστοιχα εύστοχων θεμάτων που να τροφοδοτούν κείμενα με άποψη και κριτικό πνεύμα και όχι με απλή παράθεση ασύνδετων πληροφοριών, στην οποία ρέπουν συχνά τα μη ακαδημαϊκού χαρακτήρα κομιξικά μέσα, κυρίως τα ηλεκτρονικά.
Εξάλλου, τέτοιου είδους αφιερώματα προσδίδουν και έναν διαχρονικό χαρακτήρα σε κάθε τεύχος, τον οποίο πρέπει κατά προτεραιότητα να επιδιώξει το περιοδικό. Από την άλλη, η κάλυψη της επικαιρότητας, ούτε μπορεί να επιτευχθεί στις σελίδες ενός τριμηνιαίου περιοδικού, ούτε και χρειάζεται στην τελική. Υπάρχουν αρκετά ηλεκτρονικά μέσα τα οποία αναδεικνύουν και σχολιάζουν τα ζητήματα της επικαιρότητας, τις επερχόμενες ταινίες, τα νέα κόμικς κλπ., δεν χρειάζεται η Φούσκα να προσπαθήσει να καλύψει κάποιο κενό.
Ίσως, όμως, ο τρόπος που στήθηκε η στήλη ΠΟΠ, ρέπει κάπως προς αυτήν την κατεύθυνση της επικαιρότητας και για τους παραπάνω λόγους, μάλλον θα ήταν καλύτερο να επαναπροσδιοριστεί ο ρόλος της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ένα κείμενο της στήλης που ανακοίνωνε ότι πρόκειται να κυκλοφορήσει η νέα σειρά του Zerocalcare. Όμως, τις ημέρες αυτές, όπου το περιοδικό έφτασε για πρώτη φορά σε ορισμένα κομιξάδικα του κέντρου προς πώληση, η νέα σειρά του Zerocalcare έχει ήδη κυκλοφορήσει. Σε κάθε περίπτωση, οι περιορισμένες σελίδες ενός τριμηνιαίου περιοδικού, κατά την γνώμη μου, πρέπει να φιλοξενούν κείμενα που να διαβάζονται αυτοτελώς και σε βάθος χρόνου (όπως το κεντρικό αφιέρωμα) και όχι για να ανακοινώσουν μία επερχόμενη σειρά (από τις εκατοντάδες που θα κυκλοφορήσουν στο μεσοδιάστημα μεταξύ των δύο τευχών) ή να σχολιάσουν το trailer μίας υπερηρωικής ταινίας. Αυτή είναι η διαφορά με το διαδίκτυο, τα sites και τα social media που προσφέρουν και ταχύτητα δημοσίευσης και απεριόριστη έκταση. Το κείμενο αυτό των σχεδόν 2000 λέξεων, για παράδειγμα, δεν θα μπορούσε ποτέ να δημοσιευτεί σε κανένα έντυπο, εκτός εάν κάποιος εκδότης είχε βάλει στόχο της ζωής του να χρεοκοπήσει. Όμως, αντίθετα, το site που το φιλοξενεί δεν του θέτει κανένα εμπόδιο, πέραν ίσως από το ότι με ένα γρήγορο scroll down ένα μεγάλο ποσοστό του κοινού θα το κλείσει φοβισμένο από την έκτασή του. Μπορώ να συνεχίσω να γράφω απλά λέξεις χωρίς κανένα κόστος, απλά επειδή όλα αυτά αναρτώνται στο internet, για να ενισχύσω το επιχείρημά μου, σπάζοντάς σας ακόμα περισσότερο τα νεύρα, αλλά ήρθε η ώρα για το 5ο highlight του τεύχους!
Η συνέντευξη του Milo Manara
Ακριβώς στη λογική της αυταξίας των κειμένων του περιοδικού κινήθηκε η συζήτηση του Γιάννη Ιατρού με τον θρυλικό Milo Manara, η οποία μόνο τυχαία δεν ήταν. Ο Ιατρού, γνώστης και λάτρης των ιταλικών κόμικς και πλέον (συν)εκδότης έργων του Manara στα ελληνικά, έχει πλήρη εποπτεία του έργου του και γι’ αυτό έθεσε ερωτήσεις που ξεκλείδωσαν ενδιαφέρουσες απαντήσεις του βετεράνου δημιουργού, ο οποίος συζήτησε για θέματα πέρα από όσα ανέπτυξε στην πρόσφατη ομιλία του στο Ιταλικό Ινστιτούτο, με την οποία συνδυάστηκε η συνέντευξη. Έτσι έδωσε την ευκαιρία στο πολυπληθές κοινό που είχε βρεθεί εκεί, να διαβάσει και κάτι καινούριο κι όχι μία αναπαραγωγή των όσων (πολύ αξιόλογων) ακούστηκαν εκεί. Εξάλλου είναι πάντοτε θελκτική μία συζήτηση με τέτοιες προσωπικότητες, όταν βέβαια γίνεται με σοβαρούς όρους (εκ του σύνεγγυς, χωρίς περιορισμό χρόνου, χωρίς προδιατυπωμένες ερωτήσεις κ.ο.κ.) και θα πρέπει σίγουρα να αποτελέσει τον οδηγό για την επιλογή των συνεντεύξεων των επόμενων τευχών.