Η εισπρακτική και καλλιτεχνική αποτυχία του Supergirl δεν ήταν δυστυχώς κάτι απροσδόκητο. Αφενός ο υπερηρωικός κινηματογράφος πνέει τα λοίσθια και ουσιαστικά δεν υπάρχει κάποιος λόγος να ασχολούμαστε μαζί του πλέον. Αφετέρου, το κόμικ στο οποίο βασίστηκε ήταν του Tom King, τον οποίο εδώ στο Smassing έχουμε αναφέρει αρκετές φορές. Τα κόμικ του τείνουν να ξεφεύγουν από τις πετατημένες των περισσότερων mainstream κόμικ με διάφορους τρόπους, κανένας από τους οποίους δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει με blockbuster όρους.
Αρχικά, μεγάλο μέρος της δράσης τους είναι κυρίως εσωτερικό: συζητήσεις, σκέψεις, ψυχολογικές/ψυχαναλυτικές και φιλοσοφικές ανησυχίες για το τι σημαίνει να είναι κάποιος ήρωας, πώς βιώνεται αυτός ο ηρωισμός από τα υποκείμενα αλλά και τους δέκτες του. Ανησυχίες με αιτίες και λοιπές ιστορίες δηλαδή, παραφράζοντας το στίχο του Λεξ.
Ταυτόχρονα, κομβικό κομμάτι των περισσότερων κόμικ του King είναι ο (σχετικός πάντα) παραμερισμός της βίας και η εστίαση σε πιο πεζές στιγμές καθημερινότητας, οι οποίες έρχονται σε άμεση αντίθεση με τις στιγμές ηρωισμού/ τρόμου ή και φαντασίας. Πολλές φορές βέβαια όλα μαζί.
H εστίαση σε πρόσωπα, εκφράσεις και αντιδράσεις γίνεται όχι τις στιγμές της δράσης αλλά σε συνθήκες εσωτερικής αναστάτωσης. Αντίθετα, η ίδια η δράση δίνεται συχνά από την οπτική εξωτερικών παρατηρητών (όπως στο παρόν κόμικ) ή παραμερίζεται και τελείως, για να εστιάσει ο αναγνώστης στα αποτελέσματά της και όχι στο κομμάτι του εντυπωσιασμού. Αυτό επιτυγχάνεται και μέσω ενός Moore-ικού μοντάζ και τη χρήση σελίδων με 9 που όλα εστιάζουν σε μία μόνο πεζή κίνηση, οξύνοντας την αντίθεση με τη βία που υποβόσκει μέσα τους και την άλλη που καίει γύρω τους.
Το Supergirl: Woman of Tomorrow συναντώνται όλα αυτά τα στοιχεία. Παράλληλα, φτιάχνοντας μια περίεργη διασκευή του True Grit στο διάστημα, ο King παίρνει τη φόρμα ενός revenge story, την τοποθετεί στο διάστημα και έτσι βρίσκει την ευκαιρία να προσφέρει μερικές στιγμές αγνού, πάντα λανθιμικού και βιτριολικού, κυνισμού και πεζότητας, σπάζοντας έτσι την εικόνα του συμβόλου της ελευθερίας και της ελπίδας που είναι το κόκκινο S σε μια μπλε στολή. Όμως σε αυτό του ταιριάζει και απόλυτα η Kara, η οποία, όπως αναφέρει και η ίδια, δεν είναι ο ξάδερφος της.
Στο πρόσωπο της Kara o Tom King βλέπει μια πληγωμένη φιγούρα, που πασχίζει (και καταρρέει) υπό το βάρος της ευθύνης που όλοι προβάλουν πάνω της. Που λυγίζει από τις δικές της μνήμες για τον χαμό ενός πλανήτη που όχι μόνο τον έζησε και τον είδε να πεθαίνει, αλλά έζησε στις στάχτες, κλήθηκε να θάψει το πτώμα του, όπως και αυτό δεκάδων συμπατριωτών της. Ωστόσο δεν είναι αυτό που βλέπει η προσηλωμένη στην εκδίκηση αλλά αδαής και αναξιόπιστη αφηγήτρια αυτής της ιστορίας, η Ruthye Marye Knoll. Για αυτήν, η Kara είναι η Supergirl, ένα σύμβολο δύναμης, ικανότητας και ηρωισμού. Για αυτή, τίποτα δεν είναι αδύνατο. Ακόμα και όταν ξερνά σε ένα εξωγήινο μπάνιο. Ακόμα και όταν χάνει. Αυτή η αντίθεση, η απλότητα της αντίληψης ενός συμβόλου και η πολυπλοκότητας της εσωτερικής τους κατάρρευσης, είναι και ο πυρήνας της ιστορίας. Μαζί με το πόσο μακριά μπορεί να σε πάει η αγάπη για τον σκύλο σου και η δίψα σου για εκδίκηση φυσικά, αλλά δευτερευόντως.
Oυσιαστικά η Supergirl δεν είναι ο POV χαρακτήρας της ιστορίας της, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις. Η εμπειρία μας από αυτό το space opera/western κυνηγητό στους πλανήτες, με τους πειρατές, τα διαστρικά ταξίδια με ΚΤΕΛ, τα μαγεμένα άλογα (!) και τα κοσμικά όντα, γίνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσω της ματιάς της Ruthye, ο χαρακτήρας της οποίας βασίζεται, διαλεκτικά, σε μια αντίθεση. Από τη μία στερούμαστε το context ακόμα και βασικών πραγμάτων (όπως πχ το πλύσιμο των χεριών) και έτσι κερδίζουμε το παιδικό θάμα και εντυπωσιασμό, καθώς νέα μάτια βλέπουν τον νέο αυτό, όχι και τόσο θαυμαστό αλλά πολύ βίαιο και σκληρό κόσμο. Πρόκειται άλλωστε για ένα παλιό συγγραφικό τρικ που έχει γίνει κατάχρησή του. Για να το αποφύγει αυτό, ο έμπειρος Κing διαμορφώνει την ηρωίδα του με σιδερένια θέληση και πείσμα, αλλά και με μια αφέλεια που δεν πηγάζει από άγνοια, αλλά από την απόλυτη προσήλωσή της σε έναν σκοπό. Η Ruthye δεν είναι ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα από το ταξίδι, όπως θα περίμενε κανείς από μια πιο συμβατική αφήγηση ενηλικίωσης. Μεγαλώνει, αλλά όχι επειδή εγκαταλείπει τις βεβαιότητές της. Αντίθετα, επειδή τις δοκιμάζει απέναντι σε έναν κόσμο που αρνείται να λειτουργήσει σύμφωνα όχι μόνο βάσει αυτών, αλλά και ενάντια σε οποιοδήποτε ηθικό σύστημα
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται και η υπαρξιακή διάσταση του κόμικ. Το Woman of Tomorrow δεν ενδιαφέρεται τόσο για το αν η εκδίκηση είναι σωστή ή λάθος, μια, σε αυτό το σημείο της υπερωικής παραγωγής, παιδιάστική ενασχόληση. Ενδιαφέρεται περισσότερο για το πώς συγκροτείται μια ηθική μέσα σε ένα σύμπαν που μοιάζει αδιάφορο απέναντι στην ανθρώπινη δυστυχία. Οι πλανήτες που επισκέπτονται οι δύο πρωταγωνίστριες δεν αποτελούν απλώς σκηνικά περιπέτειας, αλλά μικρά ηθικά εργαστήρια. Κάθε στάση του ταξιδιού λειτουργεί σαν μια καινούρια δοκιμασία των αξιών τους, όχι μέσα από μεγαλόστομες φιλοσοφικές συζητήσεις αλλά μέσω καθημερινών περιστατικών, μικρών αποφάσεων και αναπάντεχων συναντήσεων.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο King αποφεύγει συστηματικά τη λογική της συνεχούς κλιμάκωσης. Αντί να κυνηγά κάθε φορά έναν μεγαλύτερο κακό ή μια πιο εντυπωσιακή μάχη, επιτρέπει στην αφήγηση να αναπνεύσει. Υπάρχουν ολόκληρα κεφάλαια που θα μπορούσαν να αφαιρεθούν χωρίς να αλλάξει ιδιαίτερα η πλοκή. Κι όμως, είναι ακριβώς αυτά που κάνουν το έργο να αποκτήσει χαρακτήρα. Γιατί εκεί βρίσκεται η ουσία του ταξιδιού: όχι στον προορισμό αλλά στις μικρές ρωγμές που δημιουργούνται στους χαρακτήρες.
Αυτή η προσέγγιση άλλωστε απηχεί έντονα τα στοιχεία ενός western . Όχι όμως με την επιφανειακή έννοια των καουμπόηδων, των πιστολιών και των αλόγων – αν και υπάρχουν και αυτά, έστω στις πιο παράδοξες, διαστημικές τους εκδοχές. Το Woman of Tomorrow συνομιλεί περισσότερο με το υπαρξιακό western της δεκαετίας του ’60 και του ’70, όπου η έρημος λειτουργούσε ως ψυχικός χώρος και όχι ως γεωγραφικός. Το διάστημα του King είναι μια απέραντη έρημος, γεμάτη αποστάσεις που δεν μπορούν ποτέ πραγματικά να καλυφθούν. Όσο γρήγορα κι αν ταξιδεύουν οι ήρωες, όσο ισχυροί κι αν είναι, η μοναξιά παραμένει ίδια.
Αυτό άλλωστε είναι και το στοιχείο που διαφοροποιεί την Kara από τον Superman. Ο Clark Kent αποτελεί ίσως τον μοναδικό υπερήρωα της DC που αισθάνεται πραγματικά άνθρωπος. Μεγάλωσε στη Γη, απέκτησε οικογένεια, φίλους, μνήμες και μια καθημερινότητα που του επιτρέπει να πιστεύει ότι υπάρχει πάντα μια λύση. Η Kara, αντίθετα, δεν είχε ποτέ αυτή την πολυτέλεια. Είναι κυριολεκτικά μια πρόσφυγας ενός νεκρού κόσμου. Δεν θυμάται απλώς τον Krypton· κουβαλά το τραύμα του ως βίωμα. Η Γη δεν υπήρξε ποτέ πατρίδα της.
Ο King αξιοποιεί αυτό το στοιχείο όχι για να κάνει τη Supergirl πιο “σκοτεινή”, αλλά για να της προσδώσει μια ανθρώπινη και εύθραστη διάσταση. Η Kara δεν είναι κυνική. Δεν είναι αντιηρωίδα. Παραμένει βαθιά καλή. Απλώς η καλοσύνη της δεν είναι αβίαστη. Είναι μια καθημερινή, εξαντλητική επιλογή.
Γι’ αυτό και κάθε φορά που χρησιμοποιεί τις σχεδόν θεϊκές δυνάμεις της, δεν αισθάνεται θρίαμβο αλλά βάρος. Η βία εδώ δεν παρουσιάζεται ποτέ ως θέαμα. Ακόμα και όταν η Supergirl εξολοθρεύει ολόκληρους στρατούς ή συγκρούεται με κοσμικά πλάσματα, ο King φροντίζει να απομακρύνει την οπτική από την ίδια τη σύγκρουση. Τον ενδιαφέρει περισσότερο το βλέμμα της Ruthye όταν παρακολουθεί κάτι που αδυνατεί να κατανοήσει, παρά η ίδια η μάχη.
Κάπως έτσι, η Supergirl μετατρέπεται σχεδόν σε μυθικό πλάσμα. Δεν τη γνωρίζουμε ποτέ ολοκληρωμένα. Όπως συμβαίνει και με τους ήρωες των αρχαίων επών, την αντιλαμβανόμαστε κυρίως μέσα από τις αφηγήσεις των άλλων. Η Kara δεν αποδομείται επειδή αποκαλύπτονται οι αδυναμίες της. Αντιθέτως, η ανθρώπινη υπόστασή της αναδεικνύεται ακριβώς επειδή τη βλέπουμε μέσα από μάτια που επιμένουν να τη θεωρούν κάτι ανώτερο.
Αυτή η αντίφαση δίνει και την πιο συγκινητική διάσταση του έργου. Γιατί τελικά η Ruthye δεν κάνει λάθος. Η Supergirl όντως είναι ηρωίδα. Απλώς οι ήρωες δεν είναι ποτέ τόσο σταθεροί, τόσο ατσαλάκωτοι ή τόσο σίγουροι όσο επιμένουν οι μύθοι που τους περιβάλλουν. Η κατάρρευσή τους δεν αναιρεί τον ηρωισμό τους. Τον επιβεβαιώνει
Ξεχωριστή θέση στο κόμικ κατέχει φυσικά και ο Krem, ένας ανταγωνιστής που αποφεύγει επίσης τις συμβάσεις. Δεν πρόκειται για κάποιον μεγαλομανή κατακτητή ούτε για έναν ακόμη θεό που απειλεί το σύμπαν. Είναι ένας κοινός εγκληματίας, ένας βίαιος οπορτουνιστής που σκοτώνει επειδή μπορεί. Ακριβώς αυτή η κοινοτοπία του κακού τον καθιστά τόσο ενδιαφέροντα. Ο King μοιάζει να συνομιλεί έμμεσα με την αρεντική ιδέα της κοινοτοπίας του κακού, μία από τις αγαπημένες θεωρητικές προσεγγίσεις στο συνολικό έργο του King, παρουσιάζοντας έναν άνθρωπο χωρίς ιδιαίτερο βάθος ή μεταφυσικές φιλοδοξίες. Έναν άνθρωπο που επιλέγει διαρκώς τη βία γιατί αυτή τον εξυπηρετεί.
Γι’ αυτό και η τελική αναμέτρηση δεν αποκτά ποτέ πραγματικά διαστάσεις αποκαλυπτικής σύγκρουσης. Δεν σώζεται το σύμπαν. Δεν αλλάζει η ιστορία του κόσμου. Το μόνο που διακυβεύεται είναι το αν δύο τραυματισμένοι άνθρωποι θα επιτρέψουν στον πόνο να καθορίσει ολοκληρωτικά το ποιοι θα γίνουν.
Η Bilquis Evely καταλαβαίνει απόλυτα αυτή τη φιλοσοφία και τη μεταφέρει στο σχέδιό της. Τα τοπία της είναι τεράστια, αχανή, κοσμικά αλλά ποτέ απρόσωπα ή απάνθρωπα. Τα χρώματα τoMatheus Lopes δημιουργούν μια αίσθηση διαρκούς μελαγχολίας, ακόμη και στις πιο φωτεινές σκηνές, ενώ η σύνθεση των σελίδων υπηρετεί συνεχώς τον ρυθμό του κειμένου αντί να προσπαθεί να τον υπερκεράσει. Υπάρχουν splash pages πραγματικά εντυπωσιακές, όμως οι πιο δυνατές εικόνες είναι συνήθως εκείνες όπου δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα: ένα βλέμμα, μια παύση, μια σκιά, ένας σκύλος που κοιτάζει.
Η Evely κατορθώνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο για τα σύγχρονα superhero comics. Δεν σχεδιάζει ανθρώπους που ποζάρουν. Σχεδιάζει ανθρώπους που υπάρχουν. Η γλώσσα του σώματος, οι μικροεκφράσεις, η κόπωση, ακόμη και οι αδέξιες κινήσεις της Kara όταν είναι μεθυσμένη ή εξαντλημένη προσδίδουν μια σπάνια υλικότητα στους χαρακτήρες. Σε συνδυασμό με την κινηματογραφική αφήγηση του King, δημιουργείται ένα κόμικ που διαβάζεται σχεδόν με τους ρυθμούς ενός arthouse φιλμ και όχι ενός blockbuster.
Τελικά, το Supergirl: Woman of Tomorrow είναι ίσως από τις πιο ολοκληρωμένες δουλειές του Tom King. Όχι επειδή ανακαλύπτει κάτι πρωτόγνωρο, αλλά επειδή συμπυκνώνει σχεδόν όλες τις θεματικές που τον απασχολούν εδώ και χρόνια: το τραύμα, τη μνήμη, τον ηρωισμό ως καθημερινή επιλογή, την απόσταση ανάμεσα στον μύθο και στον άνθρωπο, τη βία ως αποτυχία και όχι ως λύτρωση. Είναι ταυτόχρονα ένα western, ένα ταξιδιωτικό χρονικό, μια ιστορία ενηλικίωσης, ένα revenge story και μια υπαρξιακή μελέτη πάνω στην απώλεια.
Και, κυρίως, αποτελεί μια υπενθύμιση πως οι καλύτερες ιστορίες με υπερήρωες δεν είναι ποτέ πραγματικά ιστορίες για υπερήρωες. Είναι ιστορίες για ανθρώπους που προσπαθούν να παραμείνουν άνθρωποι ενώ όλοι οι υπόλοιποι επιμένουν να τους αντιμετωπίζουν σαν θεούς.