Ο θάνατος δεν υπήρξε ποτέ μια εύκολη υπόθεση, ούτε κάτι που οι ζωντανοί μπορούν να αποδεχτούν αβίαστα. Η απώλεια, αλλά και οι συνθήκες που τη συνοδεύουν, συχνά δημιουργούν την ανάγκη για τελετουργίες, επαναλήψεις και αφηγήσεις. Οι νεκροί πρέπει να ταφούν, να ξαναταφούν, να εξορκιστούν, να μεταφερθούν, να θυμηθούν και, κυρίως, να αφηγηθούν. Ο βρικόλακας είναι ο νεκρός που επιστρέφει. Είναι, μάλιστα, ο νεκρός που αρνείται να παραμείνει εκεί όπου τον τοποθέτησε η κοινότητα, δηλαδή κάτω από το χώμα, έξω από τον κόσμο των ζωντανών. Διαταράσσει με αυτόν τον τρόπο την τάξη που υποτίθεται πως επιβάλλει ο θάνατος.
Από αυτή την άποψη, το «Βουρκόλακες και άλλα Μορμολύκεια» του Δημήτρη Λογοθέτη, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Έρμα, είναι ένα βιβλίο πιο σύνθετο από μια τυπική ανθολογία ιστοριών τρόμου. Ο Λογοθέτης αναλαμβάνει τη μετάφραση, την ανθολόγηση και την εισαγωγή της έκδοσης και συγκεντρώνει οκτώ κείμενα που εξερευνούν τον ελληνικό βρικόλακα μέσα από τη δυτική λογοτεχνία. Στις σελίδες του συναντιούνται ο John Polidori, ο Λόρδος Byron, ο James K. Paulding, ο Jan Neruda, ο Robert C. Sandison, ο Seabury Quinn και η Evangeline Walton, μαζί με τον ανώνυμο συγγραφέα του «Βρικόλακα των Βουρλών». Διαφορετικές εποχές, διαφορετικές λογοτεχνικές συμβάσεις, διαφορετικές εκδοχές του γοτθικού. Κοινός τόπος η Ελλάδα ως χώρος όπου ο νεκρός δεν είναι πάντοτε βέβαιο ότι έχει τελειώσει με τη ζωή.
Ο βρικόλακας και το πλαίσιό του
Το ενδιαφέρον της ανθολογίας δεν περιορίζεται μόνο στις αφηγήσεις για τους βρικόλακες, αλλά κυρίως σε όσα κατανοούμε μέσα από αυτές για εκείνους που τις φαντάστηκαν. Για έναν αρχαιολόγο, το σημαντικότερο στοιχείο ενός ευρήματος δεν είναι πάντοτε το ίδιο το αντικείμενο αλλά το πλαίσιό του, δηλαδή το στρώμα στο οποίο βρέθηκε, τα αντικείμενα γύρω του, η θέση του, η σχέση του με όσα προηγήθηκαν και όσα ακολούθησαν. Ένα αντικείμενο έξω από το συγκείμενό του δεν έχει ερμηνευτική αξία. Μέσα στο σωστό στρώμα, όμως, αρχίζει να αποκτά ιστορία. Το ίδιο συμβαίνει και με τον βρικόλακα.
Όπως αναφέρεται στην εισαγωγή της συλλογής, ο σύγχρονος αναγνώστης έχει μάθει να τον αναγνωρίζει σχεδόν αυτόματα: κάπα, κάστρο, κυνόδοντες, αίμα, Ρουμανία, Δράκουλας. Είναι μια εικόνα τόσο παγιωμένη, ώστε μοιάζει αρχέγονη. Δεν είναι όμως. Η εικόνα αυτή έχει ιστορία και αυτή δεν ξεκινά αποκλειστικά στη Ρουμανία. Μέσα στις σελίδες του βιβλίου επιχειρείται μια μικρή αρχαιολογική τομή στην ιστορία του ευρωπαϊκού βαμπιρισμού. Ο Λογοθέτης σκάβει κάτω από την ευρωπαϊκή μυθολογία του Δράκουλα και αναζητά στον βαλκανικό χώρο ένα παλαιότερο και πολύ διαφορετικό σώμα παραδόσεων: τον ελληνικό βρικόλακα, τον βουρκόλακα, τον καταχανά, τον απέθαντο, κ.ά.. Έναν νεκρό που σπάνια είναι αποκρουστικός, αλλά παραμένει επικίνδυνος. Έναν βρικόλακα με την όψη υπερφυσικού αριστοκράτη, όμορφο και σαγηνευτικό, πολιταξιδεμένο και κοσμοπολίτη. Ένα πλάσμα που εξακολουθεί να βρίσκεται εντός της κοινότητας, το οποίο μάλιστα διεκδικεί (ακούσια ή εκούσια) την προσοχή της. Έναν νεκρό που επέστρεψε γιατί δεν τηρήθηκαν για χάρη του οι τυπικές τελετουργίες.
Από την ταφή στη λαογραφία
Αυτό είναι και το σημείο όπου το επίμετρο του Augustus Montague Summers αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς ανοίγει το σώμα της λαογραφικής παράδοσης και εξετάζει τον ελληνικό βρικόλακα σε διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας. Ξαφνικά, πίσω από τον γοτθικό τρόμο εμφανίζονται ταφικά έθιμα, τοπικές δοξασίες και πρακτικές που μοιάζουν πολύ πιο παράξενες (και πολύ πιο γήινες ταυτόχρονα) από οποιοδήποτε φανταστικό τέρας.
Η πεποίθηση ότι ένας νεκρός μπορεί να βρικολακιάσει επειδή δεν τάφηκε σωστά ή επειδή δεν τηρήθηκαν οι απαραίτητες τελετουργίες αποκαλύπτει μια διαφορετική αντίληψη για το σώμα. Το σώμα δεν είναι απλώς το υλικό κατάλοιπο ενός ανθρώπου που έφυγε, αλλά παραμένει μέρος του κοινωνικού σώματος. Η κοινότητα εξακολουθεί να έχει υποχρεώσεις απέναντί του. Γι’ αυτό και ο φόβος του βρικόλακα είναι βαθύτερος από τον φόβο του θανάτου. Ο θάνατος νοείται ως η αναμενόμενη τάξη των πραγμάτων και ο βρικόλακας ως η αποτυχία αυτής της τάξης να επιβληθεί.
Η Ελλάδα που ανακαλύπτει η Ευρώπη
Τα διηγήματα της ανθολογίας αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή ο ελληνικός βρικόλακας δεν παρουσιάζεται από μια εσωτερική, ελληνική λογοτεχνική παράδοση, αλλά μέσα από το βλέμμα δυτικών συγγραφέων. Και εδώ το βιβλίο ανοίγει μια δεύτερη, εξίσου ενδιαφέρουσα πτυχή: αναδεικνύει το ευρωπαϊκό φαντασιακό για την Ελλάδα.
Η Ελλάδα αποτέλεσε για την Δύση μετά την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό ένα παράδοξο αντικείμενο επιθυμίας, καθώς υπήρξε ταυτόχρονα ο τόπος της κλασικής αρχαιότητας, αλλά και ένας χώρος που έπρεπε να ανακαλυφθεί εκ νέου. Το αποικιοκρατικό βλέμμα της Δύσης έβλεπε στον ελληνικό χώρο ταυτόχρονα το λίκνο του ευρωπαϊκού πολιτισμού κι έναν τόπο όπου επιβίωναν δεισιδαιμονίες, λαϊκές πρακτικές και αντιλήψεις που η δυτική νεωτερικότητα ήδη χαρακτήριζε «προνεωτερικές». Ο περιηγητής έφτανε στην Ελλάδα αναζητώντας τον Όμηρο, τον Πλάτωνα, τον Παρθενώνα και τα ερείπια της κλασικής αρχαιότητας. Αντ’ αυτών συναντούσε ανθρώπους που τραγουδούσαν, θρηνούσαν, τελούσαν ταφικά έθιμα, διηγούνταν ιστορίες για νεκρούς και αντιμετώπιζαν τον κόσμο με ένα λεξιλόγιο διαφορετικό από εκείνο που ο περιηγητής είχε φέρει μαζί του. Στο σημείο αυτό βρίσκεται μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αντιφάσεις της ανθολογίας.
Από τη μία, η Ευρώπη αγαπά την αρχαία Ελλάδα επειδή μπορεί να την τοποθετήσει στο παρελθόν της. Από την άλλη, δυσκολεύεται περισσότερο με μια Ελλάδα ζωντανή, λαϊκή, ορθόδοξη, βαλκανική, γεμάτη τοπικές παραδόσεις και δεισιδαιμονίες. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο συναντάται ο ελληνικός βρικόλακας. Είναι αρχαίος χωρίς να χαρακτηρίζει την αρχαιότητα. Είναι ανατολικός χωρίς να είναι «ξένος» προς την Ευρώπη. Είναι ελληνικός και, ταυτόχρονα, έχει ήδη περάσει μέσα από το δυτικό βλέμμα που τον μεταφράζει, τον εξωτικοποιεί και τον μετατρέπει σε λογοτεχνικό τέρας.
Οι αρχαιολόγοι, οι αρχαιοδίφες, οι περιηγητές και οι βρικόλακες
Δεν είναι τυχαίο ότι στους ήρωες των διηγημάτων επιστρέφει τόσο επίμονα η σχέση με την αρχαιολογία και την περιήγηση. Οι ήρωες ταξιδεύουν, ψάχνουν, ανασκάπτουν, συλλέγουν, παρατηρούν, αναζητούν ίχνη ενός παρελθόντος που υποτίθεται πως έχει πεθάνει. Και κάθε φορά βρίσκουν κάτι που δεν έχει πεθάνει αρκετά.
Αυτό το μοτίβο αποκαλύπτει μία βαθύτερη συγγένεια ανάμεσα στην αρχαιολογική πράξη και στη λογοτεχνική αναζήτηση του βρικόλακα. Η αρχαιολογία αναζητά το παρελθόν μέσα στην ύλη. Η λαογραφία αναζητά το παρελθόν μέσα στη μνήμη. Ο γοτθικός τρόμος αναζητά το παρελθόν μέσα στο τραύμα. Και ο βρικόλακας τοποθετείται κάπου εκεί που συναντώνται και τα τρία.
Ο Λογοθέτης, με τη μετάφραση, την ανθολόγηση και την εισαγωγή του, μας προτείνει τα εργαλεία για να εξερευνήσουμε αυτές τις συνδέσεις και κυρίως για να κατανοήσουμε το βαθύτερο υπόστρωμα αυτών των ιστοριών, την ανάγκη των ανθρώπων να δώσουν μορφή σε αυτό που δεν μπορούν να εξηγήσουν.