Μία από τις μεγαλύτερες αρετές των κλασικών βιβλίων είναι η μαγεία που αποκαλύπτουν στις επόμενες αναγνώσεις τους. Η δεύτερη ανάγνωση (και κάθε επόμενη) βοηθά τον αναγνώστη να παρατηρήσει λεπτομέρειες που συνδέονται αναπόδραστα με τα προσωπικά του ενδιαφέροντα, τις οποίες δεν είχε εντοπίσει στην πρώτη ανάγνωση.
Η έλευση των προσφύγων στην Ανάβυσσο
Διαβάζοντας κανείς τη Γαλήνη του Ηλία Βενέζη, δεν στέκεται μόνο στην ιδιαίτερη λογοτεχνική του γραφή, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αφηγείται την έλευση των προσφύγων της Μικράς Ασίας στην περιοχή της Αναβύσσου. Αυτό το κομμάτι της ανατολικής Αττικής, που το κράτος επέλεξε για την εγκατάσταση ορισμένων προσφυγικών πληθυσμών πριν από περίπου έναν αιώνα, ο Βενέζης το περιγράφει ως μια γη άνυδρη και άγονη, γεγονός που δυσχέραινε δραματικά το έργο της αποκατάστασης για ανθρώπους που στην πλειονότητά τους ήταν αγρότες.
Η αμφιβολία και το αίσθημα του αδιεξόδου μπροστά στο νέο τοπίο αποδίδονται με συγκλονιστικές οπτικοακουστικές εικόνες. Ο συγγραφέας παρομοιάζει τον ερχομό τους με λιτανεία: άνθρωποι κουρασμένοι, αδύναμοι και απελπισμένοι, που πασχίζουν να κρατηθούν όρθιοι πορευόμενοι σε έναν άγνωστο τόπο. Οι μόνες τους κατευθυντήριες γραμμές ήταν κάποιες στοιχειώδεις προφορικές οδηγίες επιβίωσης – κυρίως για το πώς θα βρουν πηγάδια για να ξεδιψάσουν. Όταν μάλιστα ένα πηγάδι αποδεικνύεται ξερό, η «λιτανεία» πανικοβάλλεται, βγάζοντας μια κραυγή απόγνωσης μπροστά στο σκληρό παιχνίδι που τους έπαιξε η μοίρα.
Αυτό όμως που παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον, ειδικά υπό το πρίσμα της διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς, είναι η διπλή εχθρότητα που αντιμετώπισαν οι πρόσφυγες κατά την υποδοχή τους. Αρχικά, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη μήνιν μερίδας των απλών ντόπιων. Ο φόβος απέναντι στο «ξένο» και ο αγώνας επιβίωσης για τη λιγοστή γη και τα βοσκοτόπια, οδήγησαν πολλούς ντόπιους στο να απειλήσουν ανοιχτά τους πρόσφυγες. Άνθρωποι βίαια εκδιωγμένοι, που είχαν χάσει τις περιουσίες και τους δικούς τους, αντιμετωπίστηκαν ως εχθροί από την ίδια την τοπική κοινωνία.
Η αρχαιοκαπηλία ως απουσία ριζών
Πέρα όμως από αυτή την κοινωνική και ταξική σύγκρουση, ο Βενέζης εντάσσει πολύ εύστοχα στην αφήγησή του και μια πιο σκοτεινή, παρασκηνιακή απειλή: το φαινόμενο της αρχαιοκαπηλίας. Όπως είναι γνωστό, η παράνομη εμπορία αρχαιοτήτων αποτελούσε μάστιγα της εποχής, ιδιαίτερα στη συγκεκριμένη περιοχή, το υπέδαφος της οποίας έκρυβε σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα. Πριν καν καταφθάσουν οι πρόσφυγες, ορισμένοι επιτήδειοι είχαν ήδη στήσει μια προσοδοφόρα, παράνομη επιχείρηση. Οι προσπάθειες των προσφύγων να σκάψουν τη γη για νερό και να ριζώσουν, διατάραξαν αυτή τη σιωπηλή οικονομία και αποτέλεσαν άμεσο κίνδυνο για τα τοπικά κυκλώματα.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, η Γαλήνη μετουσιώνεται από ένα χρονικό της προσφυγιάς στην περιοχή της Αναβύσσου, σε ένα πολυεπίπεδο κείμενο που αγγίζει τον πυρήνα της διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο συγγραφέας, με εξαιρετική οξυδέρκεια, χρησιμοποιεί την αρχαιοκαπηλία ως έναν ισχυρό συμβολισμό για την έννοια της «ιδιοκτησίας» και της ιστορικής συνέχειας.
Η διπλή όψη της γης: Το άγονο χώμα και το χρυσό υπέδαφος
Για τους πρόσφυγες, η γη της Αναβύσσου είναι αρχικά μια καταδίκη. Ένας τόπος σκληρός και αφιλόξενος, πάνω στον οποίο καλούνται να επιβιώσουν βασιζόμενοι μόνο στον ιδρώτα τους. Κάτω όμως από αυτή την άγονη επιφάνεια, κρύβεται ένας ανεκτίμητος πλούτος: η αρχαία ελληνική κληρονομιά. Οι εμπλεκόμενοι στην αρχαιοκαπηλία γνωρίζουν αυτό το μυστικό και λυμαίνονται το υπέδαφος, αντιμετωπίζοντας την ιστορία ως ένα αναλώσιμο εμπόρευμα. Η σφοδρή εχθρότητα, επομένως, δεν πήγαζε μόνο από τον φόβο του ντόπιου αγρότη ή κτηνοτρόφου, αλλά και από τον φόβο των κυκλωμάτων για την απώλεια του ελέγχου πάνω σε έναν κρυφό, παράνομο πόρο.
Η Αρχαιοκαπηλία ως τραύμα
Ο Βενέζης κάνει εδώ μια αριστοτεχνική σύγκριση. Οι πρόσφυγες, έχοντας μόλις χάσει βίαια τον δικό τους υλικό πολιτισμό, τα σπίτια και τα κειμήλιά τους, πασχίζουν να δημιουργήσουν νέους δεσμούς με τη γη. Αναζητούν τη «Γαλήνη». Στον αντίποδα, οι αρχαιοκάπηλοι, ακόμα και αν πρόκειται για ντόπιους που γεννήθηκαν εκεί, συμπεριφέρονται ως εισβολείς στον ίδιο τους τον τόπο. Αποκόπτουν τα αρχαία ευρήματα από το περιβάλλον τους, καταστρέφοντας το ιστορικό πλαίσιο και τη μνήμη, θυσιάζοντας την πολιτιστική κληρονομιά στον βωμό του άμεσου κέρδους.
Η βίαιη ανασκαφή τους αποτελεί έναν δεύτερο, συμβολικό ξεριζωμό. Όπως ακριβώς οι πρόσφυγες ξεριζώθηκαν από την πατρίδα τους, έτσι και τα αρχαία αντικείμενα ξεριζώνονται από το στρωματογραφικό τους πλαίσιο, χάνοντας για πάντα την αληθινή τους αξία και την ιστορία που έχουν να διηγηθούν.
Ο ρόλος του τοπίου στη διαχείριση της μνήμης
Στη σημερινή εποχή της διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς, το τοπίο δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως αποθήκη αρχαίων αντικειμένων, αλλά ως ένα παλίμψηστο όπου καταγράφονται οι ιστορίες όλων των ανθρώπων που πέρασαν από αυτό. Ο Βενέζης συλλαμβάνει ακριβώς αυτή τη μετάβαση. Η γη της Αναβύσσου μπολιάζεται πλέον με τις αγωνίες και τα σώματα των προσφύγων. Η κληρονομιά του τόπου δεν είναι πια μόνο κλασική/αρχαιολογική, αλλά και νεότερη, σημαδεμένη από το τραύμα της Καταστροφής.
Η Γαλήνη, συνεπώς, παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρη, καθώς μας υπενθυμίζει τον βασικότερο κανόνα της διαχείρισης του παρελθόντος: η κληρονομιά δεν είναι τα αδρανή υλικά κάτω από το χώμα, αλλά η σχέση ευθύνης και σεβασμού που αναπτύσσουν οι ζωντανοί μαζί τους. Οι διωγμένοι πρόσφυγες, στην προσπάθειά τους απλώς να επιβιώσουν και να αγαπήσουν αυτή τη νέα γη, αναδεικνύονται τελικά στους πραγματικούς θεματοφύλακες της, σε πλήρη αντίθεση με εκείνους που την ξεπουλούσαν στο σκοτάδι.