Για αρχή, γκρίνια
Για το Widow’s Bay δεν είχαμε γενικά σκοπό να γράψουμε κάτι, καθώς το είδαμε, όπως όλοι καθώς φαίνεται, το ξεχάσαμε και συνεχίσαμε τις ζωές μας. Ωστόσο, η πρωτοφανής καταιγίδα βραβείων στα Emmy (14 νίκες σε 19 κατηγορίες), έκανε την αγγαρεία αυτή αναγκαιότητα. Γιατί, όσο καλό και αν θεωρείται το Widow’s Bay (που είναι, όχι τόσο όσο λέγεται, αλλά είναι), όσα βραβεία και αν πάρει, δε θα αλλάξει το βασικότερο πρόβλημα που δείχνει η τρέλα που έπιασε τους πάντες μαζί του και μετέπειτα η πλήρης λησμονιά του από την επικαιρότητα – το ότι η τηλεόραση, εν έτη 2026, μετά τις τρομερές, culture altering επιτυχίες της τα προηγούμενα χρόνια, έχει εισέλθει σε μια τέτοια ύφεση παραγωγής και καλλιτεχνικής (ημι)χρεοκοπίας, ώστε ακόμα και μια σειρά όπως το Widow’s Bay, οι φόρμες του οποίού ήταν όλες παρούσες πολλά χρόνια πριν τη δημιουργία της και τίποτα το ουσιαστικά νέο δεν έχει να πει ή να προσφέρει, καταφέρνει να ξεχωρίζει τόσο πολύ.
Να τα λέμε όλα, και τα καλά...
Γιατί ναι, η σειρά της Katie Dippold (Parks And Recreations, Ghostbusters) καταφέρνει και συνδυάζει εξαιρετικά το απρόσκοπτο χιούμορ, πολλών ειδών μάλιστα, με τον τρόμο. Έτσι έχουμε μια μείξη από σωματικά gags, awkward/cringe deadpans, λογοπαίγνια κτλπ, που συνδυάζονται είτε σε αυτοτελή επεισόδια, τύπου monster of the week, είτε στο μεγαλύτερο μυστήριο που συνδέει όλα τα προβλήματα του Widow’s Bay μαζί, με διάφορα υποείδη τρόμου. Έχουμε, όπως αναφέραμε, τα τέρατα, αλλά πασπαλίζονται εδώ και εκεί διάφορα άλλα, όπως slasher, ψυχολογικός,ακόμα και pagan/folklore, όλα υπό τη μεγάλη ομπρέλα του supernatural. H διασύνδεσή τους, τόσο σεναριακά, όσο και, πολύ περισσότερο, οπτικά και αισθητικά, γίνεται άμεση και αδιάλειπτη επειδή και στα δύο χρησιμοποιείται κοινή μέθοδος απόδοσης. Το φυσικό, uncanny κορνιζάρισμα του Hiro Murai (Atlanta), που φέρνει τα πράγματα στην οθόνη με μια δόση φυσικού σουρεαλισμού, καταφέρνει και ταιριάζει απόλυτα στο αποτέλεσμα που ήθελαν οι δημιουργοί. Το χιούμορ εμφανίζεται με μια αποστασιοποίηση, σαν φιλτραρισμένο μέσα από το παράλογο, και έτσι εντείνει ακόμα περισσότερο την αγωνία και το μυστήριο. Παράλληλα, το μυστήριο εμφανίζεται πιο απτό, πιο ανθρώπινο μέσα από το χιούμορ – και για αυτό πιο επικίνδυνο. Σε αυτή τη συνολική ατμόσφαιρα ο Murai έπαιξε κομβικό ρόλο, τόσο ως σκηνοθέτης της μισής σειράς, όσο και ως παραγωγός.
Επιπρόσθετα, ουσιαστικό εφόδιο της σειράς αποτελεί και το πρωταγωνιστικό της τρίδυμο. Ο Matthew Rhys (Τhe Americans) κυριαρχεί ως ένα αμήχανος, με μηδενικό χάρισμα δήμαρχος που προσπαθεί να επιβάλει τη λογική σε ένα μέρος γεμάτο (δικαίως) με δεισιδαιμονίες. Όπως ένας λαβκραφτικός ήρωας, που επιστρατεύει τη λογική απέναντι στη φρίκη, οι προσπάθειες του πολύ γρήγορα αποτυγχάνουν. Ταυτόχρονα, σαν αντίβαρο, ο παλαιότερος κωμικός και νυν horror star Stephen Root (Brooklyn 99, The Terror). O Root κινείται με άνεση στο χώρο, με έναν χαρακτήρα γεμάτο ουλές από το παρελθόν και τραγικά μυστικά, που δε φοβάται να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Ανάμεσά τους στέκεται η Patricia της Kate O’Flynn (Mr. Turner, My Lady Jane) το μακιγιάζ της οποίας στη σειρά τη κάνει να δείχνει με μια πιο γερασμένη εκδοχή της Alison Brie στο Community, αδίκως. Αν και αρχικά η Patricia φαίνεται ως ο comic relief χαρακτήρας, τουλάχιστον περισσότερο από τους υπόλοιπους, στη συνέχεια της σειράς γίνεται η αφορμή για μερικές από τις καλύτερες στιγμές της σειράς, με ανατροπές πολλών κλισέ του horror είδους. Γενικότερα και οι τρεις χαρακτήρες έχουν την ευκαιρία και το υπόβαθρο να αναπτυχθούν και όντως τους δίνονται πολλές ευκαιρίες, ειδικά στα αυτοτελή επεισόδια της σειράς.
και τα βαρετά...
Κάπου εδώ θα πρέπει να τελειώσουν τα θετικά της σειράς. Δυστυχώς η Dippold δεν μπορεί να κρατήσει τον ρυθμό της σειράς σε ένα δυναμικό μέτρο για να χτίσει σεναριακά πάνω στην ένταση του Murai, καθώς η sitcom εμπειρία της την εμποδίζει. Έτσι, πολλά επεισόδια είναι άνισα, ενώ ακόμα και τα αυτοτελή, που είναι σε γενικές γραμμές ενδιαφέροντα, καταλήγουν να επιβραδύνουν τρομερά την πλοκή, χωρίς να προσθέτουν κάτι νέο ή ενδιαφέρον στη συνολική εικόνα, μόνο στην ειδική. Ταυτόχρονα, πρέπει να ειπωθεί πως οι σεναριακές ανατροπές που υπόσχεται η σειρά είναι, τελικά, ανύπαρκτες, αφού είναι σχετικά εύκολο σε έναν θεατή που έχει δει 2 ΟΠΟΙΑΣΔΗΠΟΤΕ σειρές, να βρει το τι και το πώς.
Ωστόσο, το ουσιαστικότερο πρόβλημα, όπως αναφέραμε και στην αρχή, είναι αλλού. Η αναθεώρηση και η ανατροπή πολλών κλισέ του τρόμου που επιχειρεί το Widow’s Bay μπορεί να μοιάζει ενδιαφέρουσα, όμως είναι συζήτηση τουλάχιστον μιας ολόκληρης δεκαετίας πίσω. Βλέποντας τη σειρά και τι προσπαθούσε να πει, σε ευρύτερο επίπεδο, δεν μπορείς παρά να μη σκέφτεσαι ότι αυτούς τους προβληματισμούς για τη μίξη χιούμορ με horror (hurror ίσως;), για τη σχέση του ίδιου του horror με το κοινωνικό γίγνεσθαι, τη σχέση με το κοινό, τις παραδόσεις/ δεισιδαιμονίες στις οποίες βασίζεται αλλά και τις νέες που δημιουργεί, τους έχεις δει στο παρελθόν καλύτερα ειπωμένους, πιο δομημένους και πιο προωθημένους ακόμα. Από το Cabin in the Woods (2012) και το Get Out (, με μια πρώτη σκέψη και σε πιο mainstream νερά μέχρι το Teeth (2007) και το Slither (2006). Χωρίς να υπονοείται ότι οτιδήποτε κυκλοφορεί πρέπει να είναι αυτόφωτο ή εν κενώ, δε θα έπρεπε τουλάχιστον να παρουσιάζει κάτι ενδιαφέρον με τις επιρροές του πέρα από ένα homage σε αυτές, λες και είμαστε στο 2009 και αυτό είναι αρκετό; Ισως, για κάποιους.
Οπότε...
Κλείνοντας, το Widow’s Bay δεν είναι άσχημο. Για την κατάσταση της τηλεόρασης των streamings, των reality και του ΑΙ content που έρχεται σα θύελλα, οριακά είναι και υπερβολικά καλό. Αλλά επειδή εκεί έξω υπάρχει ένδεια ιδεών, θα μας ικανοποιεί σε τέτοιο βαθμό οτιδήποτε βλέπουμε;