Tέλος το Green, μόνο σοβαρός Lantern
To Lanterns αποτελεί τη νέα προσπάθεια του ετοιμοθάνατου νέου, συλλογικού σύμπαντος της DC υπό τον James Gunn, αυτή τη φορά στην τηλεόραση. Bασικοί συντελεστές αποτελούν οι Damon Lindelof (Watchmen), Chris Mundy (Τrue Detective) και τον κορυφαίο Tom King (Woman of Tomorrow, Batman). Εκ πρώτης όψεως, ακόμα και η περίεργη επιλογή του να φτιάξεις μια rural ιστορία μυστηρίου με τον Green Lantern, χωρίς διάστημα, χωρίς space-operaτικά στοιχεία και με περιορισμένους πόρους, φαίνεται ότι θα λειτουργούσε. Και αυτό γιατί ουσιαστικά έχεις τους καλύτερους ανθρώπους πίσω από τις κάμερες και στο σενάριο και μια προσγειωμένη πλευρά του πιο διαστημικού ήρωα της DC, με τόνους που θυμίζουν περισσότερο True Detective παρά κάποια συνηθισμένη υπερηρωική σειρά, θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δε συμβαίνει.
Η μεγάλη, μουντή υπέρβαση
Αυτό που ωστόσο συμβαίνει είναι ότι, παρά τα πολλά θετικά που έχει η σειρά,η ασυμφωνία των μερών της δεν μπορεί να γεφυρωθεί. Στην οθόνη μας φτάνει μια μουντή αστυνομική ατμόσφαιρα στην οποία τα υπερηρωικά στοιχεία φαντάζουν εντελώς άτοπα, ενώ τα αστυνομικά μπλέκονται και τελικά θαμπώνουν μπροστά στη δομική υπερβολή της υπερηρωικής δράσης και σεναριακής ανάπτυξης. Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς πως άνθρωποι με όπλα μπορούν να σταθούν εμπόδιο απέναντι σε διαγαλαξιακούς νομοφύλακες (κοινώς, κ#%@%^μπάτσους), εξοπλισμένους με όπλα που φέρνουν τη φαντασία στη ζωή. Και το πόσο συχνά οι ήρωες, επιλεγμένοι από εξωγήινους και άπειρα εξελιγμένους πολιτισμούς, καταφέρνουν να βρίσκονται αιχμάλωτοι. Σε κάθε καρέ, σε κάθε στροφή της ιστορίας, είναι δύσκολο για τον θεατή να μην απορεί πώς ακριβώς γίνεται αυτό, ενώ για τους έχοντες μια γνώση κόμικ, είναι οριακά αδύνατο να μην αναρωτιούνται πόσο καλύτερα θα ταίριαζε στο κλίμα ο Green Arrow λόγου χάρη ή κάποιος άλλος street level χαρακτήρας της DC.
Το ταλέντο βέβαια δεν κρύβεται...
Βέβαια, θα ήταν ψέμα να ειπωθεί πως η σειρά δεν είναι ευχάριστη. Αντίθετα, η χημεία του Kyle Chandler (Argo, Manchester by the Sea) στον ρόλο του γερασμένου, απογοητευμένου και wildcard Hal Jordan και του Aaron Pierre (The Underground Railroad), που υποδύεται τον ζηλωτή αντικαταστάτη του John Stewart, είναι από μόνη της άξια να κρατήσει το ενδιαφέρον. Οι αντίθετες προσωπικότητες και βιώματά τους, με τις υπόγειες διασυνδέσεις και προβληματικές, δημιουργούν ένα καλογραμμένο, ζωντανό και δυναμικό δίδυμο που καταφέρνει, ταυτόχρονα, να δυναμιτίζει αλλά και να κρατά τη σειρά στον γειωμένο και γήινο τόνο που έχει επιλέξει.
Κοινωνική γη vs διαστήματος
Ταυτόχρονα, ως ένα τίμιο αστυνομικό δράμα, η σειρά καταφέρνει να ξεφύγει από τα στενά όρια του μυστηρίου που χτίζει και να καταπιαστεί με κοινωνικά ζητήματα με μια έντονη και φρέσκια ματιά, κάνοντάς τα όχι απλώς θεματικές πινελιές, αλλά δομικό στοιχείο της ίδιας της αφήγησης. Οι ταξικές και κοινωνικές ανισότητες, η σχέση εξουσίας και κοινότητας, η βία και η κληρονομιά της, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι διαμορφώνονται από το περιβάλλον τους, βρίσκονται διαρκώς στο προσκήνιο. Και είναι ακριβώς εδώ που το Lanterns δείχνει ίσως την πιο ενδιαφέρουσα πλευρά του: όταν αφήνει στην άκρη για λίγο το βάρος του Green Lantern ως μυθολογίας και αντιμετωπίζει τον κόσμο του σαν ένα πραγματικό, προβληματικό κοινωνικό περιβάλλον. Αυτό προφανώς έχει τρελάνει και τους MAGA, απολιτίκ ακροδεξιούς που ακόμα λιμνάζουν στον χώρο των κόμικς και αποκαλούν οτιδήποτε δεν τους αρέσει ή δεν καταλαβαίνουν Woke.
Και οι άλλοι... οκ
Η σειρά μετεωρίζεται και σε επίπεδο ερμηνειών. Αν και οι δύο πρωταγωνιστές έχουν τρομερή χημεία, το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για το υπόλοιπο cast. Η έμπειρη κατά τα άλλα Kelly Macdonald (No Country For Old Men, Brave) δε βρίσκει τα πατήματά της, αν και ο ρόλος είναι μέσα στο πεδίο που έχει εμπειρία. Επίσης κάπως, αν και ταιριάζει περισσότερο στην ιστορία, η Poorna Jagannathan ( Τhe Night Of) απλά δεν πείθει. Καλύτερη, αν και έξω από τα νερά της αποδεικνύεται η Laura Linney (Τhe Big C). Αναδύει μια βαρύτητα και ψυχρότητα που ταιριάζει ιδιαίτερα σε έναν κόσμο όπου οι εξουσιαστικές δομές και οι κοινωνικές ισορροπίες είναι τόσο Ακόμη και όταν το σενάριο την τοποθετεί σε πιο συμβατικές δραματικές στιγμές, καταφέρνει να προσδώσει στους διαλόγους μια αίσθηση παγωμένης, υποδόριας έντασης. Δεν είναι ότι όλοι οι χαρακτήρες του supporting cast αποτυγχάνουν, αλλά σε σύγκριση με το κεντρικό δίδυμο, η διαφορά είναι αισθητή.
Τελικά;
Επιλογικά, το Lanterns dεν είναι μια κακή σειρά. Aντίθετα, συχνά δείχνει ότι θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερη αν αποφάσιζε ποια ακριβώς θα ήθελε να είναι η ταυτότητά της. Όταν λειτουργεί ως αστυνομικό δράμα, έχει ενδιαφέρον, χαρακτήρες και κοινωνικές προεκτάσεις. Όταν λειτουργεί ως ιστορία δύο ανθρώπων που προσπαθούν να καταλάβουν ο ένας τον άλλον, είναι ακόμη καλύτερη. Όταν όμως θυμάται ότι πρέπει να είναι μια ιστορία για τους Green Lanterns, η κατασκευή της αρχίζει να τρίζει.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο παράδοξο στοιχείο της σειράς. Το Lanterns αποδεικνύει ότι μπορείς να πάρεις έναν από τους πιο διαστημικούς χαρακτήρες της DC και να τον κάνεις ενδιαφέροντα μέσα σε ένα μικρό, γήινο αστυνομικό δράμα. Ταυτόχρονα, όμως, αποδεικνύει πόσο δύσκολο είναι να συνυπάρξουν πραγματικά αυτές οι δύο ταυτότητες χωρίς η μία να ακυρώνει την άλλη. Έτσι, μένει μια άνιση αλλά συχνά γοητευτική σειρά, με εξαιρετικό κεντρικό δίδυμο, ενδιαφέρουσες θεματικές και μια αξιοσημείωτη διάθεση να αντιμετωπίσει τον υπερηρωικό κόσμο ως κάτι περισσότερο από μια αλληλουχία εντυπωσιακών σκηνών. Απλώς, κάπου ανάμεσα στο rural noir και το space opera που δε θέλει να είναι, το Lanterns χάνει περιστασιακά τον δρόμο του