Ενόψει της επετείου της 28ης Οκτωβρίου είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με την αρχαιολόγο Μαρία Χιδίρογλου, η οποία προϊσταται του Τμήματος Διαχείρισης Επιστημονικών Αρχείων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και με υποδέχτηκε στο γραφείο της στο Μουσείο. Η συζήτηση μας κινήθηκε γύρω από την ιστορία, τις μνήμες του Β Παγκοσμίου Πολέμου και τις δράσεις προστασίας και κατάχωσης των αρχαιοτήτων. Η συνάντηση όμως, δεν περιορίστηκε απλώς στην συνέντευξη. Είχαμε την ευκαιρία να μπούμε μέσα στους χώρους του Αρχείου, να δούμε τα αρνητικά των φωτογραφιών και τις γυάλινες πλάκες ενώ έπειτα με πολλή χαρά ξεναγηθήκαμε στην τρέχουσα περιοδική έκθεση του ΕΑΜ «Διαιρεμένο Παρελθόν».
Μουσεία σε Πόλεμο
Πείτε μου λίγα λόγια για εσάς; Πώς ξεκινήσατε; Πώς βρεθήκατε εν τέλει στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών (ΕΑΜ);
Ονομάζομαι Μαρία Χιδίρογλου και είμαι Αρχαιολόγος. Αρχαιολογία ήθελα να σπουδάσω από το Δημοτικό. Ήμουν συμβασιούχος για μερικά χρόνια, αφού είχα πάρει πτυχίο από το Ιστορικό Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κάποια στιγμή εκείνα τα χρόνια, τη δεκαετία 1990, γίνονταν ειδικοί διαγωνισμοί για την Αρχαιολογική Υπηρεσία, με θέματα αρχαιολογικά. Πέρασα σε έναν διαγωνισμό, είχα προσπαθήσει και σε έναν προγενέστερο, αλλά δεν ήμουν τότε αρκετά προετοιμασμένη. Τα θέματα ήταν από την ιστορία, την αρχαία γλυπτική και κεραμική, την επιγραφική, όλα αρχαιολογικά.
Τα πρώτα χρόνια, όπως αναφερόταν και στις προκηρύξεις των τότε διαγωνισμών, γνωρίζαμε ότι θα πηγαίναμε επαρχία. Τοποθετήθηκα στην Εφορεία Αρχαιοτήτων της Εύβοιας (τότε ΙΑ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων). Ήμουν υπεύθυνη για τις ανασκαφές και αρχαιολογικές έρευνες στη νότια Εύβοια, καθώς και υπεύθυνη για το Αρχαιολογικό Μουσείο Καρύστου. Πέρασα υπέροχα, ήταν ένας τόπος που αγάπησα, τόσο το τοπίο και τις αρχαιότητες, όσο και τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα. Είμαι ευγνώμων για τις ομάδες μέσα στις οποίες συνυπήρξα. Περάσαμε πραγματικά φιλικά και πολύ αγαπημένα, με ήθος, φιλοτιμία, πολλή διάθεση για δουλειά, και σωστό συνεργατικό κλίμα.
Μετά από 11-12 χρόνια στην Εύβοια, ήρθα στην Αθήνα, μετά από αιτήσεις για μετάθεση. Πέρασα 5 χρόνια στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, στα γραφεία στην οδό Μπουμπουλίνας και μετά την κυρίως διοικητική αυτή εργασία, πήρα μετάθεση για το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Ξεκίνησα ως επιμελήτρια των Συλλογών Αγγείων, Έργων Μεταλλοτεχνίας και Μικροτεχνίας, και από το τέλος του 2025, που δημιουργήθηκε το Τμήμα του Αρχείου του Μουσείου, επειδή είχα το ενδιαφέρον για τις αρχειακές μελέτες, έγινα προϊσταμένη του Τμήματος Διαχείρισης Επιστημονικών Αρχείων. Σε κάθε εργασιακή φάση διαπίστωνα ότι όταν υπάρχουν δεμένες ομάδες, η κάθε στοχοθεσία και το κάθε έργο προχωρούν καλά και γίνονται σωστά.
Ήδη από τις πρώτες γενιές παιδιών που έκαναν πρακτική άσκηση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο με το σύστημα ΑΤΛΑΣ, είχα τη χαρά να γνωρίσω και να συνεργαστώ με μια καταπληκτική παρέα παιδιών, την Παναγιώτα Καρβούνη, την Αφροδίτη Γιάννη και τον Χάρη Κατσιγιάννη-Ιππίκογλου, με τους οποίους πρώτη φορά εξερευνήσαμε, ψηφιοποιήσαμε και ταξινομήσαμε το φωτογραφικό υλικό του Αρχείου που αφορά στη θεματική ενότητα της Προστασίας/Απόκρυψης των αρχαιοτήτων του Eθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου εν όψει του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η δημιουργική αυτή πρακτική άσκηση, καθώς και παρόμοιες πρακτικές ασκήσεις προπτυχιούχων ή επί πτυχίω ατόμων στο Μουσείο, υπενθυμίζουν ότι οι χώροι πολιτισμού θα πρέπει να λειτουργούν, όπως και έχουν διαχρονικά λειτουργήσει, ως βαθμίδες εκπαίδευσης για τα νέα παιδιά που ενδιαφέρονται για τις ανθρωπιστικές ή άλλες σχετικές με τα μουσεία και τον πολιτισμό σπουδές.
Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ξανά πόσο ευάλωτα είναι τα μουσεία και οι συλλογές τους σε περιόδους ένοπλης σύγκρουσης. Στην Ουκρανία, για παράδειγμα, η UNESCO είχε επιβεβαιώσει έως τον Σεπτέμβριο του 2026 ζημιές σε δεκάδες μουσεία, ενώ παράλληλα οργανισμοί όπως το ICOM έχουν επανέλθει πολύ έντονα στο ζήτημα της ετοιμότητας των μουσείων πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από έναν πόλεμο. Σήμερα, ο όρος “μουσείο σε πόλεμο” δεν είναι ιστορική έννοια. Είναι μια πραγματικότητα με την οποία εξακολουθούν να έρχονται αντιμέτωποι επιμελητές, συντηρητές και φύλακες σε πολλές περιοχές του κόσμου. Τι σημαίνει για εσάς «μουσείο σε πόλεμο»;
Σήμερα, ο εφιάλτης του πολέμου δεν έχει εκλείψει από κοντά μας, από τη γειτονιά μας, από δίπλα μας. Είναι πολλές φορές απελπιστικά πρωτόγνωρα αυτά που γίνονται και ακούγονται, με σφαγές πολλές και πάμπολλα θύματα. Οι παλαιότερες γενιές ίσως κάποια στιγμή ήλπιζαν ότι θα υπάρχει ειρήνη μετά τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους, αλλά οι πόλεμοι συνεχίζονται διαρκώς. Υπάρχουν οργανισμοί, όπως ανέφερες, που έχουν θέσει ένα πλαίσιο κανόνων για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών σε καιρό πολέμου. Οι κανόνες αυτοί είναι διαδεδομένοι και έχουν περάσει πολλές μορφές θεσμοθέτησης και επικύρωσης μέχρι σήμερα. Για το σήμερα, αν θα υπάρξει πόλεμος πιο κοντά μας, καταλαβαίνω ότι ή και από όσο γνωρίζω, θα τηρηθούν παρόμοια μέτρα ασφαλείας.
Τα μέτρα ασφαλείας που μας θυμίζουν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι η κατάχωση αρχαιοτήτων, μνημείων και έργων τέχνης. Ο πρώτος και άμεσος λόγος είναι η προστασία των πολιτιστικών αγαθών, η μέριμνα να μην καταστραφούν, να μην κονιορτοποιηθούν από τους βομβαρδισμούς, και ένας ακόμη λόγος είναι η μέριμνα να μην λεηλατηθούν και γίνουν αντικείμενα κλοπής και καταστροφής. Αυτοί οι κανόνες επικρατούν ή συνεχίζουν να ισχύουν τουλάχιστον από τα μέσα του 20ού αιώνα και μέχρι σήμερα. Υπάρχουν οργανισμοί, όπως οι UNESCO και ICOM, που αγκαλιάζουν αυτό το πλαίσιο και το επεξεργάζονται αναλυτικά και διακρατικά.
Σε μια πολεμική κατάσταση σε μία χώρα, στο παρόν ή στο μέλλον, δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει το μέγεθος των καταστροφών που είναι δυνατόν να συμβούν. Τα μέτρα προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς αναγκαστικά κρίνονται σε κάθε περίπτωση και από τους διαθέσιμους πόρους και το διαθέσιμο προσωπικό. Το εργατικό προσωπικό είναι απαραίτητο, όπως είναι και οι συντηρητές, οι μηχανικοί, οι αρχιτέκτονες, οι νομικοί, οι αρχαιολόγοι και όλοι όσοι μπορούν να συμβάλλουν στη προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η απόκρυψη των αρχαιοτήτων
Πώς οργανώθηκε η επιχείρηση προστασίας των συλλογών αμέσως μετά την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου; Ποιοι άνθρωποι ανέλαβαν τον συντονισμό και πόσο πιεστικός ήταν ο χρόνος; Πόσο γρήγορα έπρεπε να δράσουν για να ασφαλίσουν τις χιλιάδες αρχαιότητες του ΕΑΜ;
Κρατικές εγκύκλιοι αναφορικά με το θέμα της κατάχωσης, εκδόθηκαν λίγο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, από το αντίστοιχο Υπουργείο που άνηκε η Αρχαιολογική Υπηρεσία. Οι εγκύκλιοι αφορούσαν την προστασία των αρχαίων του Εθνικού Αρχαιολογικού και άλλων Μουσείων της Ελλάδας. Η προστασία προτεινόταν να γίνει με ταφή σε υπόγεια, σε σπήλαια ή σε άλλες κρυψώνες, με στόχο πάντα την πλήρη αποφυγή της καταστροφής του αρχαίου αντικειμένου. Τα πολύτιμα αντικείμενα προβλέφθηκε να μεταφερθούν σε θησαυροφυλάκια, όπως της Τράπεζας της Ελλάδας. Να κρυφτούν δηλαδή σε πιο ασφαλείς και φυλασσόμενους χώρους.
Αυτό δεν ήταν μια πρωτοτυπία της Ελλάδας, όλα τα ευρωπαϊκά κράτη εκπόνησαν τέτοια προγράμματα προστασίας έργων τέχνης. Μαθαίνει κανείς ψάχνοντας ακόμη και επιφανειακά, ότι, λόγου χάρη, στη Γαλλία, στο Λούβρο, έγιναν παρόμοια προγράμματα και ακόμη και στην Ιταλία, που ήταν στην πλευρά των αντιπάλων. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα από τα σχετικά νέα όπλα, τουλάχιστον σε ευρεία τότε κλίμακα, ήταν η χρήση βομβαρδιστικών αεροπλάνων. Οι ειδικοί και όσοι μεριμνούσαν για τον πολιτισμό και τις αρχαιότητες προέβλεπαν ότι πολύ εύκολα, θα μπορούσε μια πόλη, να μετατραπεί σε κομμάτια από πέτρες και θύματα. Όπως ακριβώς έγινε στη Γερμανία, για να αναφέρουμε και την πλευρά του Άξονα, η Δρέσδη έγινε κομμάτια και έπρεπε να χτιστεί εξ’ αρχής.
Άρα, λοιπόν, αν οι πολιτιστικοί θησαυροί και τα αριστουργήματα τέχνης, παρέμεναν όρθια μέσα στις μουσειακές αίθουσες, κανείς δεν θα μπορούσε να πει με ασφάλεια ότι δεν θα έσπαζαν σε κομμάτια, μόλις κατέρρεε μια στέγη από πάνω τους, από έναν βομβαρδισμό. Ως παράλληλη σκέψη στο σχεδιασμό θα ήταν και η μέριμνα για την αποφυγή των κλοπών και λεηλασιών και άλλων δεινών του πολέμου για τις αρχαιότητες. Είχαμε στην Ελλάδα, τέτοια επεισόδια. Το 1946, μετά τον πόλεμο, εκδίδεται ένα βιβλίο που λέγεται «Ζημίαι», και περιέχει κατάλογο των ζημιών, κλοπών, λαθρανασκαφών, από την τριπλή κατοχή (Γερμανοί, Ιταλοί και Βούλγαροι), που έκαναν οι επιτιθέμενοι σε όλη την Ελλάδα. Από τους Γερμανούς έχει αμφισβητηθεί η εγκυρότητα των πληροφοριών, αλλά το αρχειακό αυτό βιβλίο παραμένει ως σήμερα ένα χρήσιμο εργαλείο διερεύνησης των ζητημάτων της σκοτεινής αυτής περιόδου. Κάθε πόλεμος είναι μία οδυνηρά επώδυνη και σκοτεινή περίοδος και για τους ανθρώπους και για τα μνημεία.
Δυο πρόσωπα που διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στην επιχείρηση και γιατί;
Θα ήταν το ζεύγος Χρήστος Καρούζος και Σέμνη Παπασπυρίδη-Καρούζου. Ήταν οι αρχαιολόγοι που σφράγισαν με την παρουσία τους, με τις ενέργειές τους και με τον ηθικό τους κώδικα, το Μουσείο ήδη πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και μετά τον πόλεμο, στην αποκατάσταση των εκθέσεών του. Η Σέμνη Παπασπυρίδη-Καρούζου μαζί με την Ιωάννα Κωνσταντίνου και με άλλους αρχαιολόγους, ήταν σε διάφορες επιτροπές που επέβλεπαν το έργο της συσκευασίας, προστασίας και κατάχωσης των αρχαιοτήτων το 1940-1941. Ο Καρούζος μετά τον πόλεμο διετέλεσε διευθυντής του Μουσείου και ήταν εκείνος που φρόντισε, μαζί πάντα με τη Σέμνη, για τη σταδιακή ανασκαφή των αρχαιοτήτων μέσα από τα υπόγεια του Εθνικού, την επισκευή τμημάτων των αρχαιοτήτων (λ.χ των χάλκινων αγαλμάτων που, λόγω υγρασίας, χρειάζονταν συντήρηση), και την αποκατάστασή τους στους εκθεσιακούς χώρου του Μουσείου. Το συνολικό έργο της αποκατάστασης του Μουσείου χρειάστηκε αρκετά χρόνια και πολλές δαπάνες, σύμφωνα με τις αρχειακές μαρτυρίες. Δεν ήταν κάτι που έγινε άμεσα, αν λάβουμε υπόψη και τα οικονομικά δεδομένα της Ελλάδας, που έβγαινε από τον πόλεμο σε δεινή οικονομική κατάσταση μετά την Κατοχή.
Σας έχουν πει ή έχετε μάθει αν υπήρχαν στιγμές προσωπικού κινδύνου ή συγκίνησης που έχουν καταγραφεί;
Βλέπουμε από το φωτογραφικό αρχειακό υλικό από την περίοδο 1940-1941, ότι από τις 29 Οκτωβρίου του 1940 (έναρξη του πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940, το βράδυ) μέχρι τον Απρίλη του 1941, όταν εισέβαλαν οι Γερμανοί στην Αθήνα, πραγματοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε το έργο της απόκρυψης και προστασίας των αρχαιοτήτων. Στις φωτογραφίες του Αρχείου διακρίνουμε το εργατικό προσωπικό να μετέχει στις εργασίες με χαμόγελο και ενθουσιασμό. Μας γράφει στα απομνημονεύματά της η Σέμνη Παπασπυρίδη-Καρούζου, ότι δούλευαν νυχθημερόν. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να εργάζονταν σε βάρδιες πιθανότατα όλο το 24ωρο. Βλέπουμε ανθρώπους εξουθενωμένους από την κούραση, από τη μετακίνηση των μεγάλων όγκων των αρχαίων, ειδικά των αγαλμάτων. Ανθρώπους να είναι χαμογελαστοί, να έχουν ματιά αποφασιστική στις φωτογραφίες. Ματιά που έδειχνε ότι ασχολούνταν με κάτι σημαντικό για αυτούς. Αυτό είναι το ένα συγκινητικό στοιχείο από την ανθρώπινη πλευρά, που νομίζω ότι μπορώ να καταλάβω από τις φωτογραφίες.
Και το άλλο είναι από τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη, από το ημερολόγιο των ετών 1945-1951 (Γ. Σεφέρης, Μέρες, Ε΄, 1 Γενάρη 1945 – 19 Απρίλη 1951). Μία μέρα, κατά την περίοδο της ανασκαφής και της επανέκθεσης των αρχαιοτήτων, έτυχε να έρθει στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο ο Γ. Σεφέρης. Ως αποτέλεσμα της επίσκεψης, γράφει ένα καταπληκτικό κείμενο, που μιλάει για έναν αναστάσιμο χορό. Ότι βγαίνουν οι αρχαιότητες από το χώμα και νέοι, γυναίκες και παιδιά (μαρμάρινα) ξαναστήνονται στα βάθρα τους και πόσο τον ενθουσιάζει αυτή η στιγμή:
«Τρίτη 4 Ιουνίου 1946
Το μεσημέρι στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Ξεθάβουν τώρα – άλλα σε κάσες και άλλα γυμνά κατάσαρκα μέσα στο χώμα – τα αγάλματα. Σε μια από τις παλιές μεγάλες αίθουσες, γνώριμες από τα μαθητικά μας χρόνια με τη στεγνή όψη που έφερνε κάπως προς τη βαρετή δημόσια βιβλιοθήκη, οι εργάτες δουλεύουν με φτυάρια και με αξίνες. Τὸ δάπεδο, αν δεν κοίταζες τη στέγη, τα παράθυρα και τους τοίχους με τις χρυσές επιγραφές, θα μπορούσε να ήταν ένας όποιος τόπος ανασκαφών. Τα αγάλματα βυθισμένα ακόμη στη γης, φαινόντουσαν από τη μέση και πάνω γυμνά, φυτεμένα στην τύχη. …Ήταν ένας αναστάσιμος χορός αναδυομένων, μια δευτέρα παρουσία σωμάτων που σου έδινε μια παλαβή χαρά.»
Θεωρείται πως η αγάπη για προστασία, των απλών ανθρώπων, συνδέεται με το ιδεολόγημα του κράτους, για συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού και της ανάγκης προστασίας και ανάδειξης.
Με μια έννοια ναι, και με μια άλλη έννοια όχι. Συχνά, όχι πάντα, έργα, στόχοι και προσπάθειες που κάνει ο καθένας μας, μπορεί επιτυγχάνονται (βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα) ή κάποτε να κερδίζονται πιο εύκολα, πιο όμορφα και πιο συνολικά, αν πρόκειται για έργα, στόχους και προσπάθειες για αξίες και πορείες που πραγματικά αγαπάμε. Τα έργα προστασίας και διαφύλαξης της πολιτιστικής κληρονομιάς, ειδικά σε καιρό κινδύνου, έχουν σημασία για τις επόμενες γενιές. Είτε αγαπάμε τα μνημεία και την πολιτιστική κληρονομιά ως εθνικό αφήγημα, δηλαδή έχουν μπει στη συνείδηση κάποιων ως αφήγημα ενός ιδεολογικού υπόβαθρου (και θα πρέπει πάντα να επαν/εξετάζουμε αντικειμενικά, και συμπεριληπτικά θα πρόσθετα, κάθε τέτοιο ιδεολογικό – και όχι ιστορικό-αφήγημα), είτε τα αγαπάμε ως αποτέλεσμα μίας προσωπικής πορείας έρευνας, εργασίας, κοινωνικής συλλογικότητας, προσφοράς, ή και αυτοσυνείδησης, όπως για παράδειγμα ένας καλός τεχνίτης αγαπάει τη δουλειά του και τον πολιτισμό και θαυμάζει κάτι που καταλαβαίνει ότι απέχει χρονικά από αυτόν, αλλά το κατανοεί απόλυτα, το ερμηνεύει και το εκτιμά. Η αγάπη για τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, όλων των περιόδων σε έναν τόπο, σε όλους τους τόπους, σχετίζεται με την ηθική, την εκπαίδευση όλης της κοινωνίας, την ενσυναίσθηση και συμπερίληψη και κυρίως με τη φροντίδα να γίνουν τα έργα τέχνης κτήμα των επόμενων γενεών.
Με ποιους πρακτικούς τρόπους προστατεύτηκαν τα εκθέματα;
Εκτός από την κατάχωση και τη μεταφορά σε θησαυροφυλάκια τραπεζών, εκείνη την περίοδο το 1939, πριν από τον πόλεμο, είχε ολοκληρωθεί η επέκταση του ΕΑΜ, στην πλευρά της οδού Μπουμπουλίνας, στα ανατολικά. Σε αυτή την επέκταση, τοποθετήθηκαν συσκευασμένα μέσα σε κιβώτια μικρά αντικείμενα (αγγεία, ειδώλια κ.α.) του Μουσείου. Αυτά καλύφθηκαν με άμμο, άρα πάλι μιλάμε για κατάχωση, αλλά μέσα σε κιβώτια. Σε ύψος μάλιστα, όπως μας λέει η Σ. Καρούζου, 4 μέτρων. Όλο το υπόγειο γέμισε με άμμο. Άρα και αυτά τα μικρότερα αρχαία αντικείμενα ήταν προστατευμένα από δονήσεις, κλυδωνισμούς και από τυχόν προσπάθειες για κλοπή. Σε άλλα μουσεία, όπου έγιναν και εκεί προσπάθειες προφύλαξης αρχαιοτήτων, σημειώθηκαν κλοπές. Σημειώνονται κλοπές στο Μουσείο της Ελευσίνας και αλλού. Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, δεν φαίνεται να σημειώθηκαν τέτοιου είδους κλοπές. Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο φιλοξένησε κατά την Κατοχή κρατικές υπηρεσίες, όπως την Κρατική Ορχήστρα, το Κεντρικό Ταχυδρομείο και άλλες. Οι Γερμανοί ζήτησαν, αρκετές φορές, να ανασκαφούν και να βγουν στο φως οι καταχωμένες αρχαιότητες και έφεραν μάλιστα ως πρόσχημα το θέμα ότι τα μεγάλα χάλκινα αγάλματα θα καταστραφούν λόγω της υγρασίας του εδάφους ή ότι θα είχαν φθορές.
Οι Έλληνες ιθύνοντες βρήκαν πολλούς τρόπους να πουν ΟΧΙ, και έγινε και μια απόπειρα από τους Γερμανούς, λίγο πριν την λήξη του πολέμου, να κάνουν ανασκαφή των αρχαιοτήτων από τα υπόγεια για έκθεση μέσα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Αυτό το γνωρίζουμε από αρχειακά τεκμήρια, που φυλάσσονται στην αρμόδια Διεύθυνση Διαχείρισης Εθνικού Αρχείου Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού. Στην ως άνω τελική από τις απόπειρες αυτές, απευθύνθηκαν οι Γερμανοί στον Χίτλερ και εκείνος απάντησε αρνητικά αναφορικά με το αίτημα δαπάνης για την ανασκαφή των αρχαίων του ΕΑΜ, για την επανέκθεσή τους, πιθανότατα με την αλαζονεία του κατακτητή και κυρίαρχου της Ευρώπης και των μουσείων της στο μέλλον. Το μέλλον ευτυχώς δεν ήρθε όπως το περίμενε ο Χίτλερ, άλλαξε η ζυγαριά του πολέμου και οι Σύμμαχοι ήταν οι νικητές και οι νικημένοι ήταν οι Γερμανοί. Η εργασία της κατάχωσης, η σθεναρή στάση των ανθρώπων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, αλλά και η Ιστορία βοήθησαν στην ασφαλή προστασία και διατήρηση των αρχαίων του Μουσείου.
Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο, φωτογραφία ή επεισόδιο από την απόκρυψη που θεωρείτε ότι συμπυκνώνει καλύτερα ολόκληρη αυτή την ιστορία;
Βλέπουμε στο σκαναρισμένο αυτό αρχειακό τεκμήριο (φωτογραφία: αρνητικό και εκτύπωση), το άγαλμα του Δία ή Ποσειδώνα του Αρτεμισίου (ΕΑΜ Χ 15161), τυλιγμένο με πισσόχαρτο και δεμένο. Ένα μεγάλο χάλκινο εντυπωσιακό έργο, των χρόνων γύρω στο 460 π.Χ., που βρέθηκε στο βυθό της θαλάσσιας περιοχής του Αρτεμισίου, ακρωτηρίου στην βόρεια Εύβοια, πιθανότατα σε κάποιο ναυάγιο. Για να προφυλαχθεί από την υγρασία και να μείνει σε υπόγειο, τυλίχθηκε σε πισσόχαρτο, το οποίο δέθηκε γύρω του, και τοποθετήθηκε σε κιβώτιο, όπως το βλέπουμε στη φωτογραφία, έτοιμο να καταβιβαστεί, προστατευμένο, στα υπόγεια. Αυτό είναι μια σημαντική στιγμή σχεδιασμού και μέριμνας για την προστασία του έργου.
Μια άλλη στιγμή αποτυπώνεται σε φωτογραφία που απεικονίζει έναν από τους δύο όμοιους μεγάλους ταφικούς υστερογεωμετρικούς αμφορείς του Διπύλου (ΕΑΜ Α 803), των χρόνων γύρω στα 760-750 π.Χ. Ο αμφορέας απεικονίζεται στη φωτογραφία έτοιμος να κλειστεί στο κιβώτιό του, ενώ στο βάθος βλέπουμε και άλλα αγγεία προς προετοιμασία, καθώς και τις παλιές προθήκες του Μουσείου. Στη φωτογραφία, αναγνωρίζουμε, χάρη σε προφορικές μαρτυρίες, τον Οδυσσέα Μαγνήσαλη, τεχνίτη του Μουσείου, έναν από αυτούς τους τεχνίτες που είπαμε πόσο πολύτιμοι ήταν, την Άννα Σκλαβούνου, υπάλληλο του Μουσείου που υπηρέτησε σε πολλά μετερίζια, ως φύλακας και ως καθαρίστρια. Με αφορμή τη φωτογραφία αυτή, ας αναφερθούμε ενδεικτικά, στους εθελοντές εκείνης της περιόδου. Στο Μουσείο εργάστηκαν για την προστασία των αρχαίων και εθελοντές, ξένοι, όπως ο Αυστριακός φιλέλληνας αρχαιολόγος Otto Walter, και Έλληνες. Καθιστός στη φωτογραφία αναγνωρίζεται ο νεαρός τότε Σπυρίδων Ιακωβίδης, μετέπειτα σημαντικός αρχαιολόγος και ακαδημαϊκός με μεγάλο επιστημονικό έργο. Ο φοιτητής Σπ. Ιακωβίδης είχε έρθει ως εθελοντής για να βοηθήσει στο μεγάλο έργο της προστασίας των αρχαιοτήτων.
Το φωτογραφικό αρχείο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου
Ποια ήταν η σκοπιμότητα αυτής της φωτογραφικής τεκμηρίωσης εν μέσω πολέμου; Από τη μία έχουμε την ανάγκη επιβίωσης, από την άλλη την ανάγκη προστασίας, πως ήρθε όμως η ανάγκη για φωτογράφιση μέσα σ’ αυτές τις δύσκολες συνθήκες.
Πολλές φορές κοιτάζω τις αρχειακές φωτογραφίες για τις οποίες μιλάμε και θαυμάζω πάντα το κουράγιο των ανθρώπων αυτών, που νυχθημερόν ήταν εκεί στα χώματα, στις συσκευασίες, στην αγωνία τη μετατόπισης μεγάλων όγκων μαρμάρων. Κάποιος σκέφτηκε να φωτογραφηθεί το έργο. Μέχρι τώρα δεν έχει προκύψει με ασφάλεια από τα τεκμήρια το όνομα κάποιου φωτογράφου των σκαμμάτων και της προετοιμασίας της κατάχωσης των αρχαίων. Το σημαντικό είναι ότι σκέφτηκαν να τα φωτογραφίσουν. Να είχε φροντίσει άραγε η Σέμνη; Κάποιος άλλος; Κάποιος αρχαιολόγος ή από τους υπαλλήλους που ήξερε να χειριστεί μια μηχανή; Η φωτογραφική μηχανή που απέδωσε τις φωτογραφίες της θεματικής ενότητας Προστασία των αρχαίων του ΕΑΜ, 1940-1941 λειτούργησε με πλαστικού τύπου αρνητικά (κυτταρίνης), όχι με τα παλαιότερα γυάλινα αρνητικά, άρα ίσως ήταν λίγο πιο απλή και ελαφριά στον χειρισμό της από τις παλαιότερες των αρχών του 20ού αιώνα. Θα ήταν υπέροχο να έχουμε περισσότερες πληροφορίες, ίσως σε άλλα αρχεία, κάποια μαρτυρία, κάπου, κάποτε, να εμφανιστεί σχετικά με το ποιος σκέφτηκε και ποιος εκτέλεσε το έργο της φωτογράφισης, τα αρχειακά πλέον τεκμήρια του οποίου αποτελούν σήμερα σημαντικό μέρος της ιστορίας του Μουσείου.
Ο σκοπός δεν ήταν απλώς για να γνωρίζουν που τα έχουν τοποθετήσει;
Τηρήθηκαν πρωτόκολλα και εκτενείς κατάλογοι για την κατάχωση, εργάστηκαν για αυτό οι επιτροπές που αναφέραμε. Οι φωτογραφίες ποικίλουν ως προς το θέμα, δεν έχουν μια γραμμική σειρά ταξινόμησης, αλλά μια ενδεικτική θεματική επιλογή (αν μπορεί κανείς να μιλήσει για επιλογή). Ίσως τονίζεται η προσπάθεια μετακίνησης των μεγάλων αντικειμένων, γιατί, από όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε από το παρόν αρχείο -του Μουσείου- ως τώρα, δεν υπάρχουν φωτογραφίες των χρυσών αντικειμένων, που εστάλησαν σε θησαυροφυλάκια, ίσως δεν φωτογραφίζεται κάτι που θεωρήθηκε πιο απλό στη μετακίνηση. Αυτό είναι μια εικασία, μια υπόθεση, δεν τεκμηριώνεται.
Όταν οι Κατακτητές εισέβαλαν στο Μουσείο, βρήκαν άδειες αίθουσες. Τι συναισθήματα και τι μηνύματα μεταφέρουν οι φωτογραφίες των άδειων προθηκών εκείνης της περιόδου;
Πιθανά θα είχαν ξαναδεί άδειες αίθουσες και άδειες προθήκες και από άλλα μουσεία άλλων κρατών. Ήδη το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο άρχισε επί Κατοχής να φιλοξενεί κρατικές υπηρεσίες, οι χώροι του ήταν ήδη χρηστικοί και οι υπάλληλοι πηγαινοέρχονταν. Μαρτυρούνται παροχές υπηρεσιών μέσα στο μουσείο, καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής και μέχρι να γίνει η επανέκθεση των αρχαιοτήτων. Σίγουρα, είναι μια διαφορετική όψη ενός μουσείου. Οι αρχαιολόγοι είχαν διεθνείς συνεργασίες και προ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η διεθνής ερευνητική κοινότητα περιλάμβανε εκπροσώπους από την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία, άρα πολλοί από αυτούς τους Γερμανούς που έρχονται στο Μουσείο την περίοδο εκείνη, όπως παρουσιάζεται και στην τρέχουσα περιοδική έκθεση του ΕΑΜ «Διαιρεμένο Παρελθόν», γνώριζαν πολύ καλά το Μουσείο και τις αρχαιότητές του και είχαν μεγάλη αγάπη για την τέχνη και τον πολιτισμό. Το άδειο Μουσείο με τις κρατικές υπηρεσίες αποτελούσε εικόνα πολέμου, εικόνα έκτακτης ανάγκης. Χωρίς έργα τέχνης.
Η μεταπολεμική επανέκθεση
Πόσο δύσκολη ήταν η διαδικασία της αποκατάστασης, της αποσυσκευασίας και της επανέκθεσης των αρχαιοτήτων μετά την Απελευθέρωση;
Αυτό είναι άλλο ένα θέμα προς διερεύνηση. Λίγα στοιχεία είναι γνωστά σήμερα. Ξέρουμε πως η πρώτη επανέκθεση γίνεται αρκετά σύντομα. Μέρος των αρχικών εκθέσεων παρουσιάστηκε αρχικά, δεν εκτίθενται όλα τα αρχαία, καθώς συνεχίζονται τα έργα της συντήρησης των αρχαιοτήτων και της αποκατάστασης του κτηρίου του Μουσείου. Υπάρχουν μάλιστα κάποιες αρχειακές φωτογραφίες από τις πρώτες επανεκθέσεις. Σε διάφορους τοίχους μέσα στα αίθρια του Μουσείου, διατηρούνται έως σήμερα, ως ιστορικά στοιχεία, από την περίοδο του πολέμου και του Εμφυλίου, οπές από όλμους. Γενικά, μετά το τέλος των πολεμικών συρράξεων, το Μουσείο χρειαζόταν σε πολλά σημεία, στηρίξεις και επεμβάσεις, ενώ για σειρά ετών υπήρχε πρόβλημα με τη στέγη του. Όλα αυτά έπρεπε να χρηματοδοτηθούν από το Δημόσιο. Δεν υπήρχαν όμως επαρκή κονδύλια εκείνη την εποχή στον κρατικό προϋπολογισμό. Γι’ αυτό και η επανέκθεση πήρε χρόνια. Γι’ αυτό και βλέπει κανείς τους Καρούζους να γράφουν και να ξαναγράφουν στο Υπουργείο (Υπουργείο Θρησκευμάτων και Παιδείας ή Υπουργείο Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, ή Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, όπως ήταν η ονομασία του αρμόδιου για την Αρχαιολογική Υπηρεσία Υπουργείου γύρω στα μέσα του 20ού αιώνα) ότι έχουμε ανάγκη αυτό, έχουμε ανάγκη εκείνο. Και αυτό θα μπορούσε να αποτελεί μέρος μίας αρχειονομικής έρευνας, με αρχειονόμους. Πως δηλαδή, κάποια αιτήματα για δαπάνες του Μουσείου, μαρτυρούνται διαχρονικά.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως αλλάζει η μουσειολογική θεώρηση του Καρούζου;
Τώρα με το έργο της επέκτασης που δρομολογείται, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο προβλέπεται ότι θα αλλάξει αρκετά ως προς την διάταξη των εκθέσεων, αλλά όχι ως προς τη βασική χρονολογική και ιστορική πορεία της περιήγησης. Οι προϊστορικές αρχαιότητες, ως θεματικές ενότητες, παραμένουν οι ίδιες αλλά και εμπλουτίζονται με νέα πεδία. Οι αρχαιότητες ιστορικών χρόνων, με ορισμένες σημαντικές εκθεσιακές εξαιρέσεις, θα παρουσιάζονται, όσον αφορά τα γλυπτά και την κεραμική, μαζί ανά ιστορική περίοδο και αίθουσα περιόδου. Μένουν αυτόνομα τα πήλινα ειδώλια, τα γυάλινα αντικείμενα και τα χρυσά κοσμήματα, όπως και οι Συλλογές δωρητών του ΕΑΜ (λ.χ. Σταθάτου, Βλαστού Σερπιέρη, Καραπάνου). Δεν αναμιγνύεται η μικροτεχνία με αντικείμενα (γλυπτά και κεραμική) που μπορούν να αποτελέσουν ένα καλύτερο και χρονολογικά σαφές συνολικό αφήγημα ανά αίθουσα.
Όταν ήρθατε και είδατε το φωτογραφικό αρχείο, υπήρχε ένα χάος; Πώς το οργανώσατε; Πώς το εκθέσατε;
Εδω θα μνημονεύσουμε τις καλές συναδέλφισσες που ήταν πριν από εμένα στο Αρχείο, το αναλογικό τότε αρχείο, και είχαν κάνει καταπληκτική δουλειά στην ταξινόμηση, διαφύλαξη και συνολική οργάνωση των φωτογραφικών τεκμηρίων. Στο Αρχείο υπηρέτησαν οι αρχαιολόγοι Μαρία Πετροπουλάκου, Ισμήνη Τριάντη (μετέπειτα καθηγήτρια Πανεπιστημίου), Δέσποινα Πικοπούλου (1974-1984) και Ελένη Μωράτη, που εργάστηκε σε αυτό το χώρο περίπου από το 1980 μέχρι τον Δεκέμβριο 2009, όταν συνταξιοδοτήθηκε, αλλά συνέχισε με εθελοντικό έργο μέχρι το 2016. Από τις συναδέλφους, προυπήρχε μια μεγάλη και σοβαρή προεργασία. Υπήρχε μια ταξινομηση των αρχαιολογικών εκθεμάτων ανά συλλογή και ανά αριθμό ευρετηρίου. Αυτά ήταν μέσα σε βιομηχανικού τύπου φακέλους, με βάση τον αριθμό ευρετηρίου. Ήταν μια πολύ αξιόλογη και προσεγμένη βάση εργασίας, πολλών χρόνων, άοκνη και σημαντική. Όταν ήρθα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, παράλληλα με την ενασχόλησή μου με την Αρχαιολογική Συλλογή που άνηκα, σιγά σιγά, και με τη βοήθεια συναδέλφων όπως ο πολύ σημαντικός αρχιτέκτονας, συντηρητής και άνθρωπος των ψηφιακών μέσων, Παντελής Φελέρης και η Κέλλυ Δρακομαθιουλάκη, νυν Διευθύντρια Τεχνικών Υπηρεσιών του Μουσείου, προχωρήσαμε, βήμα βήμα, στην ψηφιακή εποχή του Αρχείου και στη ψηφιακή ανασύσταση του Αρχείου. Δημιουργήθηκαν συστοιχίες αποθήκευσης RAID, οι οποίες φιλοξένησαν από το 2000 και μετά ψηφιακές και ψηφιοποιημένες φωτογραφίες και ψηφιοποιημένα αρχειακά έγγραφα. Δεν υπήρχαν αναλογικές φωτογραφίες για το Μουσείο κυρίως από το 2005-2010. Ό,τι ήταν χρήσιμο απο το ασπρόμαυρο αναλογικό φωτογραφικό υλικό (φωτογράφιζαν κυρίως ασπρόμαυρα τα αρχαιολογικά αντικείμενα για καλύτερη ευκρίνεια και για γενικότερους λόγους αρχαιολογικής έρευνας), ψηφιοποιήθηκε, σκαναρίστηκε και εντάχθηκε σε ψηφιακό αρχείο.
Ένα πολύ μικρό μέρος είναι ανηρτημένο στην ιστοσελίδα του Μουσείου. Ευελπιστούμε, και ήδη έχουμε αργήσει, ότι τα επόμενα χρόνια θα υπάρχει μια καλύτερη βάση δεδομένων που θα αφορά στο σύνολο των ψηφιακών και ψηφιοποιημένων συλλογών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Και σε αυτές τις συλλογές θα υπάρχουν και αρχειακά γυάλινα αρνητικά ή θετικά, καθώς και ό,τι άλλο αρχειακό θεωρήσουμε χρήσιμο να είναι ανεβασμένο σε ιστοσελίδα ή σε κάποιο ψηφιακό αποθετήριο. Με το νέο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, που σχεδιάζεται τώρα, θα υπάρχουν, για πρώτη φορά, δύο αίθουσες αφιερωμένες στην ιστορία του Μουσείου. Εκεί θα βάλει -και έχει ήδη βάλει στο σχεδιασμό- η σχετική ομάδα μας (Ομάδα Ιστορίας του Μουσείου), τα αντιπροσωπευτικότερα ιστορικά αρχειακά τεκμήρια που διαθέτουμε γενικά από το Μουσείο και το Αρχείο. Θα μας βοηθήσουν πολύ τα ψηφιακά μέσα και οι ψηφιοποιημένες εικόνες.
Με την ταξινόμηση και ψηφιοποίηση των ιστορικών αρχειακών έγγραφων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου ασχολείται αυτή την περίοδο, η Χαρά Λυμπερέα, αρχειονόμος. Με το ίδιο έργο και άλλες αρχειακές και ιστορικές έρευνες έχουν επίσης ασχοληθεί φοιτητές και φοιτήτριες που έχουν ολοκληρώσει με επιτυχία σχετική πρακτική άσκηση στο Μουσείο κατά τα πρόσφατα έτη. Δεν μένουμε σταθεροί, προχωρούμε ένα μικρό βηματάκι κάθε φορά. Αυτό που με παρηγορεί είναι ότι η αρχειακή έρευνα είναι στα πρώτα της βήματα σε πολλούς χώρους στην Ελλάδα. Ο συγκερασμός, η ανταλλαγή πληροφοριών και η σύσφιξη των αρχειακών δεσμών ανάμεσα σε διάφορες υπηρεσίες και ιδρύματα του πολιτισμού με το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, ως το παλαιότερο Μουσείο στην Ελλάδα, είναι σίγουρο πως στο μέλλον θα αποδώσουν εξαιρετικά στοιχεία για τους ερευνητές και το φιλόμουσο ή ευρύτερο κοινό. Πολλά Μουσεία, Πανεπιστήμια και άλλοι εκπαιδευτικοί φορείς, της Ελλάδας και του εξωτερικού, έχουν συνεργαστεί με το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, τόσο για μελέτες και φωτογραφίσεις όσο και για εκθεσιακά και πρόσφατα και αρχειακά προγράμματα. Το Αρχείο του Μουσείο παρέχει εδώ και περί τα 100 χρόνια φωτογραφίες αρχαίων του Μουσείου στο ερευνητικό, φοιτητικό και ευρύτερο κοινό. Το Αρχείο περιέχει, όπως πιστεύω, ενδιαφέρον υλικό για κάθε επόμενη γενιά, με πολλούς ορίζοντες, πολλά επίπεδα έρευνας, ελπίζω και με σημαντικά ή νέα μελλοντικά πορίσματα.
Εμείς για παράδειγμα, από ένα αρχειακό πρόχειρο έγγραφο («σχέδιο» εγγράφου) μάθαμε τα γενέθλια του φωτογραφικού εργαστηρίου, άρα και του φωτογραφικού αρχείου του Μουσείου, έτος και ημερομηνία των οποίων που δεν γνωρίζαμε, πλην μίας νεότερης βιβλιογραφικής ενημέρωσης σε Διατριβή συναδέλφου. Από ένα σχέδιο εγγράφου, είδαμε πως ο αρχαιολόγος Κωνσταντίνος Κουρουνιώτης, ο ίδιος που διενήργησε και ανασκαφές στη Μικρά Ασία (1921-1922), πριν την Μικρασιατική Καταστροφή (1922), γράφει σε σχέδιο εγγράφου του, τον Μάη του 1923, στην Αθήνα, ως διευθυντής τότε του Μουσείου, ότι η απουσία εργαστηρίου φωτογράφισης των αρχαιοτήτων αποτελούσε «μέγα σφάλμα» και ζητά, από το αρμόδιο Υπουργείο, την έγκριση της σχετικής δαπάνης δημιουργίας εργαστηρίου φωτογράφου και την πρόσληψη φωτογράφου για τις αρχαιότητες, αντί της αποσπασματικής απασχόλησης εξωτερικών φωτογράφων. Άρα η σύλληψη για τη δημιουργία εργαστηρίου αναλογικής φωτογραφίας στο Μουσείο ανήκει στον Κουρουνιώτη, και η πρώτη ιδέα που μπαίνει στο τραπέζι, είναι τον Μάη του 1923. Έχουμε κλείσει 100 χρόνια εργαστηρίου και πάνω κάτω 100 χρόνια αρχειακής φωτογραφίας.
Η απόκρυψη ως πτυχή της Αντίστασης
Γιατί η ιστορία της Απόκρυψης αποτελεί μια διαφορετική, πολιτισμική πτυχή του «ΟΧΙ» και της Αντίστασης που αξίζει να θυμόμαστε κάθε 28η Οκτωβρίου;
Αξίζει πολύ να τη θυμόμαστε, καθώς είναι μια συγκινητική στιγμή ομόνοιας και συνεργασίας πολλών ανθρώπων για το κοινό και ευρύτερο καλό. Ο καλός σκοπός πάντα συγκινεί τους ανθρώπους, όσο και αν είναι τραγικά και δύσκολα τα πράγματα τριγύρω μας και στον κόσμο, πάντα ο καλός σκοπός βρίσκει ανθρώπους που τον αγαπάνε, τον αγκαλιάζουν, τον θαυμάζουν και τον θυμούνται.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ιστορία της Προστασίας/Απόκρυψης των Αρχαίων είναι το νήμα της ιστορίας για τον πολιτισμό. Η ιστορία αυτή αφορά γενικά τον άνθρωπο, τη στιγμή του ναι ή του μεγάλου ΟΧΙ (Κ. Καβάφης, Che fece…. il gran rifiuto), για να θυμηθούμε και τον Κωνσταντίνο Καβάφη, και το κοινό του ΕΑΜ αγαπάει πολύ τις ιστορίες με τον ανθρώπινο παράγοντα. Παρόλο που δεν είμαστε οι πρώτοι που βγάλαμε την ιστορία της Προστασίας/Απόκρυψης των Αρχαίων στη δημοσιότητα. Ο Βασίλειος Πετράκος, αρχαιολόγος, Γενικός Γραμματέας της Αρχαιολογικής Εταιρείας επί σειρά ετών, είναι ο πρώτος ή από τους πρώτους, μετά την Σ. Παπασπυρίδη Καρούζου, που ασχολήθηκαν, μελέτησαν και δημοσίευσαν το θέμα της απόκρυψης, όπως και το στοιχείο των ενεργειών των Μουσείων της Ελλάδας εν όψει του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ίσως τελικά η ιστορία της Προστασίας/Απόκρυψης των Αρχαίων είναι μέρος από το ΌΧΙ των ανθρώπων απέναντι στην καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο επιτιθέμενος κατακτητής σε έναν τέτοιο μεγάλο και αιματοβαμμένο πόλεμο, όπως ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, είναι αυτός που έχει διαπράξει ύβρι. Ο αγώνας των ανθρώπων και τελικά η ιστορία καθιστά τον κατακτητή ηττημένο.
*Ο Βασίλης Λιανός είναι αρχαιολόγος/πολιτιστικός διαχειριστής και συνεργάτης του Panarchaeo