Του Γιώργου Μανουρά
الصراط (As-Sirāt) σύμφωνα με το Ισλάμ είναι η γέφυρα που ενώνει την Κόλαση με τον Παράδεισο και την οποία κάθε πιστός πρέπει να διαβεί την Ημέρα της Κρίσης. Περιγράφεται ως πιο λεπτή από μια τρίχα και πιο κοφτερή από ένα σπαθί.
Υπάρχουν ταινίες που όταν ανάβουν τα φώτα και βγαίνεις από την αίθουσα νιώθεις σαν να έχουν πειράξει κάτι μέσα σου. Που ενώ περπατάς και τις σκέφτεσαι, δεν είσαι σίγουρος για το πως να περιγράψεις τα συναισθήματα που σου άφησαν. Που χρειάζονται λίγες ώρες ή και μέρες για να κατασταλάξεις τις σκέψεις σου και το πώς να πεις στους φίλους σου να πάνε να τις δουν. Το Sirat του Oliver Laxe είναι μια τέτοια ταινία. Είναι μια ταινία δύσκολη, όχι γιατί είναι δύσκολο να την παρακολουθήσεις ή να συγκεντρωθείς στην πλοκή (κάθε άλλο) αλλά γιατί είναι δύσκολο το να αναμετρηθείς με το βαθύτερο νόημά της. Είναι μια ταινία άγρια, όχι γιατί περιέχει άγρια βία αλλά γιατί είναι άγριο το να παίρνει κάποιος την αγωνία που κουβαλάς για τα μελλοντικά δυστοπικά ενδεχόμενα που κυοφορεί η εποχή και να τα μετατρέπει σε υπαρξιακό άγχος για το τι θα βρούμε απλώς λίγο πιο κει, στην άκρη του εν εξελίξει παρόντος.
Αν αφαιρέσεις από το Mad-Max την επικότητα, τα visual και τον ηρωισμό αυτό που παίρνεις είναι το Sirat. Και στον -καθόλου φανταστικό- κόσμο του Sirat δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα το επικό. Δεν υπάρχουν εκθαμβωτικοί ήρωες. Τα σώματα των πρωταγωνιστών αποτελούν τόπους φθοράς και ακρωτηριασμού. Της σάρκας, της ψυχής και της συνείδησης. Οι ρεϊβερς που πλαισιώνουν τον κεντρικό χαρακτήρα είναι αυτοεξόριστοι λιποτάκτες. Νομάδες στην Έρημο του Πραγματικού και στην πραγματική έρημο ταυτόχρονα. Η φύση είναι πανταχού παρούσα, αιώνια και επικίνδυνη. Σε διαρκή μεταβολή και σε παραλυτική ακινησία. Η αμμοθύελλα μετατρέπεται σε καταρρακτώδη βροχή και το ποτάμι γίνεται ένα με τους ιζηματογενείς κόκκινους βράχους. Η φωτογραφία και η σκηνοθεσία σε μαγεύουν τόσο που προς στιγμή σε κάνουν να ξεχνάς το αίσθημα ότι κάτι δεν (θα) πάει καλά.
Όπως στο Children of Men του Alfonso Cuarón, έτσι και στο Sirat το τέλος του πολιτισμού δεν έχει επέλθει με κάποιο θεαματικό τρόπο. Απλώς γνωρίζεις ότι είναι εκεί και οι κοινωνίες των ανθρώπων μηχανικά και απελπισμένα συνεχίζουν την πορεία τους. Σε αντίθεση όμως με το πρώτο, το Sirat δεν γεννάει καμία ελπίδα για μεσσιανική λύτρωση. Εδώ οι θεοί μοιάζει να έχουν πεθάνει πολύ πριν από αυτούς που τους κατασκεύασαν και η αναγέννηση έχει στερεύσει από πρώτη ύλη. Θα λέγαμε ότι η αφηγηματική οπτική της ταινίας βρίσκεται πιο κοντά σε αυτή του The Road του John Hillcoat, καθώς και εκεί οι πρωταγωνιστές κινούνται σε έναν πλανήτη που δεν υπόσχεται καμία συνέχεια.
Ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος αποτελεί το βουβό φόντο πάνω στο οποίο όλα κινούνται. Δεν έχει μαχητικά αεροσκάφη, εκρήξεις και πυρηνικές κεφαλές. Έχει μαυραγοριτισμό καυσίμων και ασυρμάτους που σιγούν στο κάλεσμα για βοήθεια. Οι ανακοινώσεις ΝΑΤΟϊκών στρατηγών στο ραδιόφωνο ορίζουν το πλαίσιο της καταστροφής που φαίνεται να λαμβάνει χώρα κάπου μακριά(?), ενώ οι χαρακτήρες τις σκιπάρουν γρήγορα αλλάζοντας σταθμό. Κάπως σαν κι εμάς όταν σκιπάρουμε τα βιντεάκια θανάτου στον socialmediακό κυβερνοχώρο της κανονικοποιημένης γενοκτονίας. Οι στρατιώτες που εμφανίζονται είναι παροδικοί κι αυτοί. Από τη μία προσπαθούν να περιορίσουν την, καθώς φαίνεται, “αδιάφορη” κοινότητα των ρεϊβερς, διασφαλίζοντας την ύπαρξη και διατήρηση των πάσης φύσεως συνόρων. Από την άλλη και οι ίδιοι με τη σειρά τους φαίνεται να αδιαφορούν για την “τρέλα” που κουβαλάνε αυτοί οι περιθωριακοί αποικιοκράτες της ερήμου. Αυτοί οι Λευκοί Διάβολοι που έχουν το προνόμιο να ψάχνουν τους τόπους και τα μέσα για να συνεχίσουν να βυθίζονται σε έναν τριπαριστικό λήθαργο μη-αναμέτρησης.
Στο Sirat το ξάφνιασμα δεν λειτουργεί ως edgy σκηνοθετικό τρικ απλώς για να ενοχλήσει τον θεατή και να εκβιάσει ένα κάποιο συναίσθημα. Εδώ το σοκ είναι πιο βαθιά τραυματικό, με την έννοια ότι σε φέρνει αντιμέτωπο με την πραγματικότητα και τη θέση σου σε αυτή. Τι κάνεις όταν τα πάντα γύρω σου μοιάζουν με ναρκοπέδιο; Που βαδίζεις σε έναν κόσμο γεμάτο απειλή και πως αναμετριέσαι με την απουσία νοήματος; Και όταν αυτό το σοκ συλλογικοποιείται μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα, παύει να είναι ατομική υπόθεση τόσο η αγωνία όσο και η αναζήτηση διεξόδου. Έτσι, το ξάφνιασμα μετατρέπεται σε ριζοσπαστική υπόθεση αφύπνισης του συλλογικού μας εαυτού. Είναι ένα κάλεσμα σε δράση προς την κοινότητα των θεατών και μια απάντηση στην πολιτισμική αναζήτηση που αυτή φέρει στον πυρήνα της. Αφού είδαμε όλοι μαζί, κανείς δεν μπορεί να υποκριθεί πως δεν ήξερε.
Το soundtrack της ταινίας -το οποία μου έχει κολλήσει και ακούω καθημερινά τις τελευταίες πέντε μέρες- δεν αποτελεί απλώς ένα ηχητικό χαλί πάνω στο οποίο εξελίσσεται η πλοκή. Η ambient και ψυχεδελική techno του Kanding Ray είναι η πραγματική άυλη πρωταγωνίστρια της ταινίας. Εδώ δεν μπορούν να ακουστούν όμορφες συγχορδίες, ούτε να ειπωθούν στίχοι γεμάτοι νόημα. Εδώ η εναλλαγή ανάμεσα σε spiritual υπνωτικά tempo και βρώμικες trance μπασογραμμές συνοδεύει και καθορίζει ταυτόχρονα τόσο την περιπλάνηση στην έρημο όσο και την ψυχογράφηση των χαρακτήρων. Εδώ η “εικόνα” της μουσικής -που είναι και η εικόνα της ίδιας της ταινίας στην πραγματικότητα- είναι ένα φθαρμένο ηχείο, πειραγμένο από δεύτερο χέρι, να σκονίζεται από την αιώνια άμμο ενώ εκσφενδονίζει ηχητικά κύματα προς μια απέραντη ξηρασία. Τα BPM δεν συντονίζονται απλώς με τους διεγερμένους από το σοκ παλμούς των θεατών αλλά και με την απεγνωσμένη αναζήτηση των “ηρώων”.
Και είναι αυτή, η αναζήτηση, η κινητήρια δύναμη της ταινίας. Η αναζήτηση αυτής που χάθηκε. Είτε αυτή είναι μια κόρη -ένα απολωλός πρόβατο που αγνοούμε αν παραστράτησε ή αν εγκατέλειψε- είτε μιας (εξω)κοσμικής γαλήνης. Η αναζήτηση ενός trance μακριά από τον πολιτισμό και όσα αυτός κατέστρεψε. Η αναζήτηση αυτού που λείπει και αυτού που θα λείψει. Ενός μέλλοντος που φέραμε στον κόσμο και που με κρότο το βλέπουμε να μετατρέπεται σε παρελθόν. Και πάνω σε αυτή τη γέφυρα της Κρίσης, τα κομμάτια των όσων υπήρξαμε και όσων κατα-φέραμε θρυμματίζονται ένα-ένα. Ο θάνατος της ελπίδας και η ακύρωση του μέλλοντος, στο Sirat μετουσιώνονται σε υλοποιημένη συνθήκη. Σε αυτόν τον κόσμο, η ψυχεδελική έκσταση από εργαλείο ουτοπικού οραματισμού έχει μετατραπεί σε καταφύγιο απέναντι στη συνειδητοποίηση της δυστοπίας. Η επιστροφή στις παρελθοντικές μυστηριακές τελετουργίες, στην νομαδική κοινοτική συγκρότηση, στη συλλογικοποίηση του τραύματος και της επούλωσης έρχονται ως προσπάθεια ανακούφισης και διεξόδου από τη γνώση ότι το τέλος είναι εδώ. Και για όσους βιώνουν αυτή τη μετάβαση δεν μένει τίποτα άλλο πέρα από το να χορέψουν πάνω στα συντρίμμια του πολιτισμού και να περιπλανηθούν ως ένα ενιαίο σώμα προσφύγων πάνω στην άχρονη έρημο.