Tα τελευταία χρόνια, ειδικά από την καραντίνα και μετά, βλέπουμε διάφορα nerd χόμπι να κερδίζουν έδαφος στο mainstream. Η γενικότερη ενασχόληση με τα πολιτιστικά προϊόντα της Ασίας, από την K-pop και τα κορεάτικα δράματα έως τα manga, πλέον όχι να εισάγεται δυνατά, αλλά να κυριαρχεί στη Δύση. Και, με την κούραση που υπάρχει από την κυρίως αμερικανική και λιγότερο ευρωπαϊκή πολιτιστική παραγωγή, δεν είναι απορίας άξιο που τα πιο ενδιαφέρονται πράγματα στις τέχνες το τελευταίο διάστημα έχουν προέλευση από την νοτιοανατολική Ασία. Tα manga αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα και μπορεί να το καταλάβει κανείς εύκολα με μια βόλτα στα κομιξάδικα. Τα 7 στα 10 βιβλία που φεύγουν από το ράφι είναι manga, ακόμα και στη χώρα μας. Μια πρακτική που ξεκίνησαν οι millenials και πλέον συνεχίζουν και επαυξάνουν τα άτομα της gen Z αλλά και της Α σταδιακά.
Η τεράστια αυτή κατανάλωση εικόνων, πολιτιστικών αναφορών και τεχνοτροπιών από μία τέχνη που έχει συγκεκριμένη προέλευση, χαρακτήρα, μοτίβα και θεματικές, άρρηκτα δεμένες με τη χώρα προέλευσή της, είχε ως αποτέλεσμα διάφοροι λαοί να προσπαθήσουν να φτιάξουν κάτι αντίστοιχο. Στην Νότια Κορέα είχαμε τα manhwa, στην Κίνα τα manhua, στη Γαλλία τα manfra, στη Βρετανία/ΗΠΑ και Aλγερία, τα OEL (original English Language) και DZ manga αντίστοιχα. Οι δημιουργοί κάθε περιοχής εμπνέονται, βασίζονται πάνω σε αυτές τις τεχνικές και τεχνοτροπίες και προωθούν τις δικές τους. Κάτι που γενικά είναι καλό και μας ψήνει.
Το Tomahawk Angel, του Οδυσσέα Θεοδωράτου (γνωστός και ως Mangaka Ody) ήταν αρχικά ένα webtoon σε OEL ύφος, που μπορούσε κανείς να βρει στο νοτιοκορεάτικο Tapas.io. Ωστόσο η επιτυχία του έκανε την Dark Horse να το ανακαλύψει το 2023 και να αναλάβει την κανονική του έκδοση και διανομή, βάζοντάς το σε αρκετά σπίτια. Αρκετό καιρό αργότερα, στα τέλη του 2024 (και αρχές του 25 ο Β’ Τόμος) κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Anubis, σε μετάφραση του πάντα αξιόπιστου Χρήστου Τσέλιου. Αυτά τα αναφέρουμε αφενός για να δείξουμε ότι για να εκδοθεί έργο Έλληνα στην Ελλάδα πρέπει πρώτα να περάσει από το εξωτερικό. Αφετέρου, το Tomahawk Angel μπορεί μια χαρά να χαρακτηριστεί OEL, όμως, πέρα από τη χρήση της Ελλάδος ως σκηνικό, δε δημιουργεί ούτε τις συνθήκες ούτε τα εργαλεία για να ξεκινήσει μια σχολή ελληνικών manga (mangRa ίσως;). Και ίσως δε χρειάζεται, απλά μεγάλο μέρος της προώθησης του εν λόγω ΟΕL έγινε με το σκεπτικό ότι είναι ελληνικό manga, οπότε κρίναμε ότι άξιζε μια τέτοια μίνι εκδοτική αναδρομή.
Πάντως το Tomahawk Angel, παρότι όχι ελληνικό αν και από Έλληνα δημιουργό, διατηρεί κάποια από τα βασικά αγαθά, αλλά και προβλήματα της ελληνικής παραγωγής κόμικς. Το πρώτο είναι το εκπληκτικό του σχέδιο. Κυρίως τα γενικότερα σκίτσα, του κόσμου, των τεράτων, της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Με έντονες τις επιρροές του Tokyo Ghoul, o Θεοδωράτος καταφέρνει μια δημιουργήσει μια πολύ δυνατή ατμόσφαιρα κλειστοφοβίας, φόβου, μυστηρίου αλλά και έξαψης, όπως επίσης και μια φουτουριστική/ post apocalyptic νότα. Αυτό το καταφέρνει και με μία αξιοθαύμαστη ποικιλία. Από μινιμαλιστικά, που αναδεικνύουν τους χαρακτήρες, έως ιδιαίτερα περίπλοκα, με αρχιτεκτονικές ή αφηρημένες μορφές που ενισχύουν την αισθητική του έργου. Τα καρέ είναι συχνά γεμάτα, με προσεκτικά τοποθετημένες λεπτομέρειες που καθοδηγούν το βλέμμα του αναγνώστη. Παράλληλα, η σκίαση, είτε με πυκνό μελάνι είτε με διαβαθμίσεις, προσθέτει κομβικό βάθος και έντονη δραματικότητα. Αυτή η δυναμική διατηρείται και στις άφθονες σκηνές μάχης, που αποτελούν ένα από τα δυνατά χαρτιά του τίτλου.
Το δεύτερο ωστόσο και ίσως το βασικότερο πρόβλημα του έργου είναι δυστυχώς το σενάριο. Ο Θεοδωράτος δεν καταφέρνει σε κανένα σημείο να ξεπεράσει τις αναφορές του και να κάνει πράγματι δικό του το υλικό, ακόμα και αν το έχει σχεδιάσει ο ίδιος. Οι χαρακτήρες του δεν είναι τίποτα παραπάνω από μερικά κινούμενα κλισέ, που απλά υπάρχουν για να πονάνε με ξαφνικούς και ανεξήγητους στο κοινό τρόπους, αφού οι αναγνώστες δεν έχουν προλάβει να συνδεθούν ή να νοιαστούν για αυτούς. Παράλληλα , η εξέλιξη της πλοκής είναι τόσο στερεοτυπική, που εάν κάποιος έχει δει περίπου 10 anime στη ζωή του, μπορεί να μαντέψει ακριβώς πώς θα καταλήξει. Και μέχρι στιγμής δεν έχει βγει καν ο Γ’ Τόμος. Ένα θετικό στοιχείο βέβαια σε αυτό είναι η μετάφραση του Τσέλιου, η οποία και περισώζει κάπως τους, ανά στιγμές cringe, διαλόγους, ενώ τονίζει και την “ελληνικότητα” των ονομάτων, κυρίως αναφορικά με τα τέρατα και το jargon των μαχών.
Επιλογικά, το Tomahawk Angel δεν επανεφευρίσκει τον τροχό, δε δημιουργεί κάποια σχολή και τελικά δεν προσθέτει και κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί στη βιβλιοθήκη μας. Είναι μια ωραία προσθήκη shonen ξύλου, αλλά πολύ μακριά από τα πλέον (υψηλά) standards της βιομηχανίας, ακόμα και στη χώρα μας, όπου βλέπουμε μόνο τον απόηχό της.