Μία απ’ τις πιο ευχάριστες εκδοτικές εκπλήξεις του φετινού Comicdom-Con Athens 2026 ήταν μία νέα μετάφραση έργου του Jacques Tardi στα ελληνικά, για πρώτη φορά από τις Εκδόσεις του Αύριο, συγκεκριμένα του «Ο Γαμημένος Πόλεμος» (“Putain de guerre!” ο πρωτότυπος τίτλος του έργου που κυκλοφόρησε το 2008 από τις εκδόσεις Casterman). Πρόκειται για την δεύτερη αφήγηση του Tardi με θέμα τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ιστορικό πλαίσιο στο οποίο επανέρχεται καθώς τον αφορά προσωπικά, αφού στον πόλεμο αυτόν συμμετείχαν οι παππούδες του (και μάλιστα ο ένας σκοτώθηκε στο μέτωπο). Η πρώτη φορά που καταπιάστηκε με τον πρώτο παγκόσμιο ήταν στο “C’ était la guerre des tranchées”, το οποίο κυκλοφόρησε επίσης από τις εκδόσεις Casterman το 1993, αλλά δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Σε αμφότερα τα έργα, τα οποία έχουν λάβει βραβεία Eisner για τις αγγλόφωνες μεταφράσεις τους από τις εκδόσεις Fantagraphics, συνεργάστηκε με τον ιστορικό Jean-Pierre Verney, ειδικό στον Α’ Π.Π., με σκοπό την επιστημονική τεκμηρίωση του κόμικ (σεναριακά και οπτικά).
Η παρουσία του Tardi στα ελληνικά
Μολονότι ο Tardi είναι ένας ζωντανός θρύλος των γαλλοβελγικών κόμικς, στα ελληνικά έχουμε σημαντικές μεν, ελάχιστες δε μεταφρασμένες εκδόσεις των έργων του, κάποιες απ’ τις οποίες, μάλιστα, είναι επί χρόνια εξαντλημένες. Βέβαια, στο ελληνικό κοινό ο Tardi είχε συστηθεί πριν πολλά χρόνια μέσα από τις σελίδες της Βαβέλ, στην οποία είχαν φιλοξενηθεί κάποια κόμικς του, αλλά και σημαντικά αφιερώματα για το μέχρι τότε έργο του. Μάλιστα, το μακρινό 1986 είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις της Βαβέλ το εξαντλημένο πλέον «Ομίχλη στη Γέφυρα Τολμπιάκ», ενώ και το «Μελαγχολικό Κομμάτι της Δυτικής Ακτής» (συνεργασία Tardi – Manchette) προέκυψε το 2006 μέσα από μία συνεργασία των εκδόσεων Άγρα με την Βαβέλ. Αξιοσημείωτη, φυσικά, ήταν η κυκλοφορία της «Κραυγής του Λαού» από τις εκδόσεις ΚΨΜ το 2011, μία διασκευή του μυθιστορήματος του Jean Vautrin με θέμα την Παρισινή Κομμούνα, ενώ η τελευταία εμφάνιση του δημιουργού στα ελληνικά έγινε με έναν απροσδόκητα underground τρόπο, καθώς το 2014 μεταφράστηκε από τις εκδόσεις Σανγκάη η «Πρηνής Θέση του Σκοπευτή» (επίσης διασκευή μυθιστορήματος του Manchette) σε λίγα αντίτυπα που εξαντλήθηκαν γρήγορα.
Το παραπάνω σύντομο χρονικό μαρτυρά πόσο σημαντική (και δυστυχώς σπάνια) είναι κάθε μετάφραση στα ελληνικά της εργογραφίας του Tardi, πολλώ δε μάλλον όταν γίνεται με την συναίσθηση του ειδικού της βάρους απ’ τους συντελεστές της. Στην περίπτωση των Εκδόσεων του Αύριο η φροντίδα δεν περιορίστηκε στο σκληρόδετο εξώφυλλο και το μεγάλο σχήμα, καθώς η έγκυρη και ρέουσα μετάφραση της Ιωάννας Μαύρη μεταφέρει εξαιρετικά τον τόνο της αφήγησης στην ελληνική γλώσσα, ενώ μάλιστα ενισχύεται οπτικά απ’ το καλοδουλεμένο lettering του Αλέξανδρου Πολυχρονόπουλου. Επιπλέον, το κυρίως έργο πλαισιώθηκε με πρωτότυπα εισαγωγικά κείμενα του τελευταίου, καθώς και του Άρη Χατζηστεφάνου, αλλά και με μία συνέντευξη του δημιουργού στον Γιάννη Ανδρουλιδάκη. Μολονότι κάποιες σποραδικές εμφανίσεις του «δαίμονα του τυπογραφείου» γίνονται αισθητές (φαινόμενο που δεν εμφανίζεται σπάνια σε εκδόσεις που κυνηγούν τα deadlines για να κυκλοφορήσουν στο Comicdom), πάντως τελικά δεν επηρεάζουν αρνητικά τη συνολική αναγνωστική εμπειρία.
Το συλλογικό τραύμα των επιζώντων του σφαγείου
Στόχος του Tardi στον «Γαμημένο Πόλεμο» είναι να αναμετρηθεί με τη φρίκη των χαρακωμάτων, να αποδομήσει τη φύση του πολέμου, τοποθετώντας στο επίκεντρο το συλλογικό τραύμα των στρατιωτών που επιβίωσαν. Για τον λόγο αυτό και τοποθέτησε στη θέση του πρωταγωνιστή έναν ανώνυμο εργάτη, ο οποίος έχει συνείδηση ότι ο πόλεμος ήταν ένα σφαγείο για τους φτωχούς και ότι όλοι όσοι βρίσκονταν και από τις δύο πλευρές των χαρακωμάτων (και ο ίδιος ανάμεσα σε αυτούς) για τη χώρα τους και τον στρατό της, ήταν απλά αναλώσιμοι. Με τα λόγια του ίδιου: «θα ήμουν πρώτης τάξης νεκρός, χαμένος μες στη σύγχυση. Ένα κουφάρι χωρίς όνομα, ένας εξαφανισμένος. Ποιος θα νοιαζόταν για έναν τορναδόρο των εργοστασίων της οδού Παναγιώ στο 20ό διαμέρισμα του Παρισιού; Εξάλλου, όταν πεθαίνει ένας φτωχός, δεν κουνιέται φύλλο». Και πράγματι, βρέθηκε να πολεμάει καθόλη την διάρκεια του πολέμου στο Δυτικό Μέτωπο, το οποίο υπήρξε «μία μηχανή σφαγής τέτοια που πιθανότατα ουδέποτε είχε γνωρίσει η ιστορία του πολέμου», όπως την αποτιμά ο Eric Hosbawm στην Εποχή των Άκρων και εξηγεί: «εκατομμύρια στρατιωτών βρέθηκαν αντιμέτωποι απέναντι στα χαρακώματα με στοιβαγμένα σακιά άμμου στα παραπέτα. Εκεί ζούσαν σαν ποντίκια μαζί με τους αρουραίους και τις ψείρες […] μέχρις ότου την κατάλληλη στιγμή, εξαπολύσουν κύματα στρατιωτών που σκαρφάλωναν στα παραπέτα των χαρακωμάτων, τα οποία συνήθως προστατεύονταν από σπείρες και ιστούς συρματοπλεγμάτων, για να εφορμήσουν προς τα αντίπαλα χαρακώματα […] και να τους θερίσουν τα αντίπαλα πυρά».
«Δεν είχα καταλάβει τίποτα από τις έξυπνες στρατηγικές. Η αλήθεια είναι ότι δεν μου εξήγησαν τίποτα», αναφέρει δεικτικά ο πρωταγωνιστής. Ο διάχυτος κυνισμός του, όμως, δεν είναι ένδειξη κάποιου προνομίου, αλλά το αποτέλεσμα του αδιεξόδου στο οποίο εγκλωβίστηκε όταν υποχρεώθηκε να φορέσει την στρατιωτική στολή. Πριν καν φύγει για το μέτωπο, σκεφτόταν ότι ζήλευε τους αιχμαλώτους πολέμου επειδή «γι’ αυτούς ο πόλεμος είχε τελειώσει». Και μόλις βρέθηκε στην πρώτη μάχη, σε μία αυτοκτονική έφοδο που είχε σχεδιάσει κάποιος υπαξιωματικός, κρύφτηκε για να μην σκοτωθεί. Δεν πρόκειται για κάποιο σημάδι «δειλίας», καθώς είχε αντιληφθεί ότι οι ύμνοι στην «ανδρεία» και την «γενναιότητα» των πολεμιστών, δεν ήταν παρά η ψευδής εικόνα που καλλιεργούσαν για τον πόλεμο όσοι είχαν συμφέρον να συνεχιστεί αυτή η «βρώμικη βιομηχανία». Βέβαια, όταν άρχισαν να διαδίδουν τέτοιες ιδέες οι φαντάροι σε συζητήσεις μεταξύ τους, δεν άργησαν να βρεθούν αντιμέτωποι με στρατοδικεία και εκτελέσεις.
Σε αντίθεση με το κυρίαρχα εθνικά αφηγήματα για τον Α’ Π.Π., ο πρωταγωνιστής του Tardi δεν αντιλαμβάνεται τη μάχη στα χαρακώματα ως πατριωτικό καθήκον, αλλά ως τον «γαμημένο» πόλεμο που έχει ανάγκη να τραφεί με «σάρκα ανθρώπινη». Αξίζει να ξεκαθαριστεί ότι ο χαρακτηρισμός «γαμημένος», ο οποίος τοποθετείται και στον τίτλο του έργου (“Putain” στα γαλλικά, “Goddamn” στα αγγλικά) δεν ακολουθεί την ανούσια προβοκατόρικη μαρκετίστικη πεπατημένη διαφόρων best sellers του σωρού (π.χ. “The Subtle Art of not Giving a F*ck”, “Unfu*k Yourself”). Αντίθετα, ο πρωταγωνιστής στη σκέψη – μονόλογό του καταριέται τον πόλεμο, τη συνθήκη αυτή στην οποία μοιραία παγιδεύτηκε, προσπαθώντας να αποφύγει τον θάνατο που έμοιαζε να τους έχει όλους περικυκλώσει. Στην κορύφωση της οργής του εμφανίζονται τα αναθέματα στον «γαμημένο πόλεμο», σε ένα κείμενο το οποίο, σημειωτέον, χαρακτηρίζεται από την παντελή έλλειψη διαλόγων, καθώς ολόκληρη η αφήγηση έχει την δομή ενός μονολόγου, ενός γράμματος ή μιας εξομολόγησης.
Στο τεχνικό κομμάτι της οπτικής αφήγησης, αξίζει να ξεχωρίσουμε μία τεχνική αντικατοπτρισμού που χρησιμοποιεί σχεδιαστικά ο Tardi, αντιπαραβάλλοντας τα δύο στρατόπεδα με όμοια εικαστικά μέσα, προκειμένου να αποτυπώσει τις ομοιότητες των ανθρώπων που απαρτίζουν τα δύο στρατόπεδα. Επιπλέον, όσο προχωρούν οι σελίδες (και τα χρόνια του πολέμου) σταδιακά το σχέδιο γίνεται σχεδόν ασπρόμαυρο, αποβάλλοντας τα εντονότερα χρώματα των πρώτων ημερών. Έτσι, με την σκοτεινή και μουντή χρωματική παλέτα της εικονογράφησης των χαρακωμάτων θολώνουν οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των εθνικών συμβόλων που διακρίνουν τις στρατιωτικές στολές, προκειμένου να αναδειχθούν τα κοινά πάθη των στρατιωτών και των δύο πλευρών των χαρακωμάτων.
Μονάχα ένας στους τρεις Γάλλους στρατιώτες γύρισε σώος από τον πόλεμο, σύμφωνα με τον Hobsbawm. Δηλαδή, οι δύο στους τρεις είτε σκοτώθηκαν στη μάχη, είτε γύρισαν με κάποια αναπηρία. Επιπλέον, η κτηνωδία του μετώπου είχε ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον ίδιο, ότι «οι περισσότεροι από τους άνδρες που υπηρέτησαν στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο […] μίσησαν ενσυνείδητα τον πόλεμο». Αυτό το μίσος για τον πόλεμο, το οποίο έχει καταγραφεί ιστορικά και στην Ελλάδα (ας θυμηθούμε το μανιφέστο «Πόλεμος κατά του Πολέμου» του Συνεδρίου των Παλαιών Στρατιωτών), αποτύπωσε ο Tardi ως ένα αντι-μνημείο, μια αντιπαραθετική (και από τα κάτω) μνήμη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.