Κάντε μπάνιο σαν σωστοί/-ες nerds!

Σειρές

Published on September 24th, 2021

0

Κομάντα και Δράκοι – Είναι τελικά μια φτηνή αντιγραφή του Stanger Things;

Πρεμιέρα έκανε προχθες στο Mega η σειρά ”Κομάντα και Δράκοι”. Το ελληνικό κοινό γι ακόμη μια φορά διχασμένο. Είναι μια καλή προσπάθεια της ελληνικής τηλεόρασης για να δώσει κάτι διαφορετικό στο διψασμένο κοινό ή είναι μια κακή αντιγραφή και ας μην ασχοληθούμε μαζί της; Πάμε να δούμε.

Παραπονιόμαστε συχνά πως ”η ποιότητα της ελληνικής τηλεόρασης στη μυθοπλασία δεν είναι καλή ” και πως ”Στο εξωτερικό τα πράγματα είναι πάντα καλύτερα”. Σε κάθε προσπάθεια θα υπάρχει πάντα μια μεμψιμοιρία για το πόσο κακό αποτέλεσμα θα ΄χει αφού δεν έχουμε τις δυνατότητες. Εν μέρει, δεν έχουμε άδικο αλλά δεν έχουμε και το απόλυτο δίκιο. Ανήκω σε εκείνους που κάθισαν να την δουν με σκοπό να την ”επικρίνω’‘ για την προσπάθεια αντιγραφής της γνώστης σειράς ”Stranger Things”. Όλοι έλεγαν πως θα βλέπαμε μια στεγνή κακή αντιγραφή της. Τελικά αυτό που είδαμε ήταν μια καλή προσεγμένη προσπάθεια, που παρά τα defaux της, θα καταφέρει, ίσως, να ανοίξει το δρόμο σε ένα είδος που δεν βλέπουμε συχνά στην ελληνική τηλεόραση.

Η υπόθεση της σειράς μας μεταφέρει σε ένα χωριό της Κρήτης όπου ο μικρός Γιώργος μετακομίζει με τον πατέρα του και τα αδέρφια του. Εκεί γνωρίζεται με τα παιδιά του χωριού, τα οποία έχουν φτιάξει μια ”συμμορία” τα λεγόμενα ‘‘Κομάντα”. Η αντίπαλη συμμορία είναι αυτοί των Δράκων. Κάποιων κακών ενήλικων ντόπιων που βασανίζουν ένα ιδιαίτερο αγόρι το Ντόντο. Ο Γιώργος απο την πρώτη στιγμή που πατά το πόδι του στο νησί βιώνει τρομακτικές εμπειρίες τις οποίες δεν μπορεί να εξηγήσει. Ο πατέρας του πιστεύει πως η αλλαγή περιβάλλοντος και ο θάνατος της μητέρας του, τον έχουν επηρεάσει αλλά στην πραγματικότητα ο Γιώργος φέρεται να έχει μαγικές δυνάμεις που τώρα ανακαλύπτει και για κάποιο ιδιαίτερο λόγο ενεργοποιήθηκαν με την μετακόμιση τους στο νέο μέρος. Ένα μέρος που κρύβει αρκετά σκοτεινά μυστικά και μια κατάρα η οποία ξυπνά κάθε 100 χρόνια. Εικάζω πως με την βοήθεια του γκουρού Μπάμπα Μποπ ( Γιάννη Ζουγανέλη) ο μικρός Γιώργος, η συμμορία, ο πατέρας και όλο το υπόλοιπο χωριό στο τέλος θα πειστούν πως πρέπει να σταματήσουν το ”Κακό” .

Απλή υπόθεση που έχουμε δει άπειρες φορές σε ταινίες, σειρές και βιβλία. Γιατί γκρινιάζουμε το λοιπόν;

Αρχικά, η φήμη πως πρόκειται για την ελληνική μεταφορά της σειράς ‘‘Stranger things’‘ έκανε πολλούς θαυμαστές της αμερικανικής σειράς να στραβομουτσουνιάσουν. Είναι αλήθεια πως καμία μεταφορά ξένης σειράς στην ελληνική τηλεόραση δεν πήγε πότε καλά. Ούτε σε τηλεθέαση αλλά ούτε σε αποτέλεσμα. Ουκ ολίγες φορές έχουμε δει άνευρες μεταφορές πετυχημένων ξένων κωμικών σειρών στις μικρές μας οθόνες και μας έχουν προκαλέσει συναισθήματα απογοήτευσης ( πλην ελαχίστων εξαιρέσεων όπως το ”Ευτυχισμένοι Μαζί ” και η σειρά ”Σ’αγαπώ, μ’αγαπάς” με αρκετές αποκλίσεις απο τα πρωτότυπα σενάρια ώστε να ταιριάζουν στα γούστα του ελληνικού κοινού* ) . Πολλώ μάλλον να δούμε μεταφορά μιας σειράς φαντασίας, ενός είδους άγνωστου για την ελληνική τηλεόραση και να περιμένουμε το αποτέλεσμα να ΄ναι καλό.. Οπότε δεν τους αδικώ για το θάψιμο..άλλωστε και εγώ χασκογελούσα με την ιδέα αυτή.

Δεν ξέρω αν το άφησαν να αιωρείται ως διαφημιστικό τρικ ή αν όντως στα επόμενα επεισόδια θα δούμε να πέφτει αντιγραφή αλλά πιστεύω πως έκανε κακό στην σειρά, επειδή προδιάθεσε ένα κομμάτι των τηλεθεατών να το δει εξ΄αρχής αρνητικά. Πολλοί φίλοι μου οι οποίοι έβλεπαν την αμερικάνικη σειρά αρνήθηκαν να δουν χθες το ΄΄Κομάντα και Δράκοι” λέγοντας πως θα είναι γελοιότητα.

Τελικά αυτό που είδαμε στις οθόνες μας ήταν μια αξιοπρεπής προσπάθεια.

Προσεγμένη παραγωγή, κινηματογραφική αντίληψη εικόνας, γεμάτη και έξυπνη σκηνοθετική ματιά όπου καταφέρνει να σε βάλει μέσα στο κάδρο της λήψης και όλα αυτά που έχετε διαβάσει για την σκηνοθετική οξυδέρκεια και καλαισθησία του Θοδωρή Παπαδουλάκη. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει πως πρόκειται για ένα εξαιρετικό σκηνοθέτη ο οποίος έχει δώσει δείγμα γραφής και υπογραφής απο την σειρά ”Το νησί” μια δεκαετία πίσω..( Αν και σαν σενάριο ποτέ δεν κατάλαβα το ντόρο που έκανε αλλά τέσπα )

Αυτό βέβαια που φόβιζε τους λάτρεις των σειρών φαντασίας δεν είναι τόσο η εικόνα και τα σπέσιαλ εφφε, που σε τέτοιες σειρές έχουν την τιμητική τους, όσο αν θα μπορούσε να σταθεί μια καλή ιστορία φαντασίας μέσα στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία.

Έχω ακούσει άπειρες φορές την γκρίνια απο Έλληνες συγγραφείς βιβλίων φαντασίας πως το ελληνικό αναγνωστικό κοινό δεν προτιμά να διαβάζει βιβλία που έχουν ελληνικά ονόματα ή που εξελίσσονται στην Ελλάδα ή χρησιμοποιούν την ελληνική μυθολογία σαν ύλη για την υπόθεση. Προτιμούν να διαβάσουν ξένα βιβλία ακόμα και αν αυτά κλέβουν τα πάντα απο την ελληνική μυθολογία αρκεί να μην διαβάζουν το όνομα ”Γιώργος” ”Τασος” και ”Μαρία”.

Η αλήθεια είναι πως είμαστε συνηθισμένοι να βλέπουμε σειρές φαντασίας απο ξένες χώρες και να θεωρούμε πως μια καλή ιστορία πρέπει να εξελίσσεται κάπου στην Αμερική ή έστω στο εξωτερικό. Δεν έχουμε συνηθίσει να συμβαίνει δίπλα μας και δη στο σήμερα.

Ευτυχώς το πρώτο επεισόδιο της σειράς μας εξέπληξε και σε αυτό το σημείο, το οποίο για μένα ήταν αυτό που περίμενα πως θα την κατάστρεφε.. Η σειρά κατάφερε να βάλει τον θεατή στο σήμερα, στο εδώ και στο τώρα. Ο κορωνοϊός υπάρχει στην σειρά όπως υπάρχει και γύρω μας. Το γεγονός αυτό δημιουργεί άμεσα στον θεατή το αίσθημα της σύνδεσης με την σειρά, βλέπει κομμάτια της δικής του καθημερινότητα μέσα σε αυτό. Παρακολουθούμε τις αντιδράσεις των απλών χωρικών, τις αντιδράσεις τους απέναντι στην πανδημία, στο σύγχρονο τρόπο ζωής που φέρουν οι Αθηναίοι ( έξυπνοι χιουμοριστικοί διάλογοι όπου σατιρίζουν τον βιγκανισμό έναντι της ελληνικής επαρχιακής νοοτροπίας για το φαγητό και την σχέση με τα ζώα) τον τρόπο προσέγγισης του αρσενικού και του θηλυκού στα πρώτα τους ερωτικά σκιρτήματα.

Η ιστορία της Ναυσικάς( Αναστασία Τσιλιμπίου) και του Νεκτάριου (Χρήστος Στρατάκης) βάζει στις οθόνες μας τους εφήβους που συχνά απουσιάζουν σαν ηλικιακή ομάδα στην ελληνική τηλεόραση ή μάλλον παρουσιάζονται σαν καρικατούρες ενός τρόπου ζωής που έρχεται σε αντίθεση με την σοβαρότητα των μεγάλων. Και όμως εδώ βλέπουμε ένα σύγχρονο δυναμικό κορίτσι το οποίο παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια και σίγα σιγά βγαίνει μέσα απο τον ψηφιακό κόσμο χάρη στην φύση και τον έρωτα που την σπρώχνει να δει την πραγματική και συνάμα γεμάτη μυστικά και φαντασία ζωή γύρω της.

Οι κεντρικοί πρωταγωνιστές της σειράς άλλωστε είναι παιδιά στην προεφηβεία, ένα ηλικιακό στάδιο το οποίο απο μόνο του είναι μια ”μαγική” μετάβαση απο τον κόσμο των παιδιών στο κόσμο της εφηβείας και απο το κόσμο της φαντασίας στην εισαγωγή της εκλογίκευσης. Βέβαια με χάλασε αρκετά το γεγονός πως αντιγράφανε περισσότερο πιτσιρίκια, τα οποία περιμένω να στρίβουν την γωνία σε κάποιο δρόμο του Μέιν της Αμερικής, εμπνευσμένα απο τον Στίβεν Κινγκ παρά παιδάκια μεγαλωμένα στην Ελλάδα.

Αυτές οι ηλικιακές ομάδες δεν παρουσιάζονται συχνά σε ελληνικές σειρές. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που πίστευε ακράδαντα πως μια σειρά που έχει πρωταγωνιστές παιδιά ή εφήβους είναι ”παιδική” και δεν θα παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον για τους ενήλικες θεατές. Ίσως γι αυτό αρκετοί χθες στα κοινωνικά δίκτυα έκραζαν πως ”Ας πάμε να δούμε ”Ετερος Εγώ”. Αυτό σε συνδυασμό πως πρόκειται για ελληνική σειρά φαντασίας μπορώ άνετα να ακούσω συζητήσεις του στυλ ” Βλέπουμε κανένα παραμύθι τώρα;” να λέγεται απο Έλληνα γονιός ακόμα και εν έτη 2021.

Προσωπική μου ενόχληση όχι μόνο χθες αλλά και γενικότερα είναι ο ρυθμός εκφορά λόγου στην ελληνική τηλεόραση και πόσο πιστευτός είναι. Γενικά στην ελληνική τηλεόραση είτε θα ουρλιάζουν πιστεύοντας πως κάνουν θέατρο ή που θα ΄χουν μια αγγελοπουλική προσέγγιση όπου λένε μια λέξη κάθε ένα λεπτό. Στην πραγματική ζωή αυτό δεν συμβαίνει. Χθες, ένιωσα λίγο άβολα με κάποιες ερμηνείες νιώθοντας πως δεν έχουν τον σωστό ρυθμό αλλά είναι δικιά μου παραξενιά που ίσως υπόκεινται στο γεγονός πως έχουμε συνηθίσει την αγγλική γλώσσα στα αυτιά μας, όπου οι λέξεις δεν είναι τόσο μακροσκελείς και ο ρυθμός τους διαφορετικός. Τέσπα, αυτές είναι δικές μου παραξενιές.

Σχολιάστηκε αρκετά στο Twitter πόσο καλά παίζουν τα παιδιά σε σχέση με τους μεγάλους. Είναι γνωστό το ρητό : ”Πως δεν πρέπει να παίζεις σε ταινία με παιδί ή σκύλο” αλλά θεωρώ, πως έτσι αδικούνται πολύ οι ερμηνείες των ενηλίκων, όπως της πάντα γοητευτικής Μαρίνας Καλογήρου ως Ίρις ακόμα και του Γιάννη Ζουγανέλη που ομολογώ τον είχα στο στόχαστρο, παρόλα αυτά κατάφερε χθες να με πείσει ως γκουρού της Ανατολής.

Δεν μπορώ να μην σχολιάσω την συμμετοχή του Λευτέρη Κοκογιαννάκη ως Ντόντο, όχι όμως με την ψευτο-ευαισθησία της μάζας που είδα στα κοινωνικά δίκτυα αλλά με την ματιά του ανθρώπου που γνωρίζει απο τις αριστερές της καταβολές πως κάνεις άνθρωπος δεν περισσεύει εκτός κοινωνίας και πως δεν είναι απλά ΄΄ενα μπράβο΄΄ η προσπάθεια του και η δύναμη της θέλησης, είναι αυτό που θα μπορούσε να καταφέρει εξ΄αρχης αν όλοι εμείς είχαμε πραγματικά ενσυναίσθηση για το διπλανό μας και δεν αποστρέφαμε το βλέμμα μας απο το διαφορετικό.

Παρότι ήμουν έτοιμη, λοιπόν, να στήσω την σειρά στα 10 μέτρα τελικά δεν το έκανα. Σκεπτόμενη πως όσα ελαττώματα και μπορούσα να της βρω δεν μπορούσα να μην της τα συγχωρέσω στην τελική αφού μιλάμε για μια πρωτόλεια προσπάθεια για το ελληνικό τηλεοπτικό τοπίο. Οκ, θα μπορούσα να γκρινιάξω για κάποια πραγματάκια αλλά θα ήμουν άδικη. Είναι άδικο σε μια πρώτη αρκετά αξιοπρεπή προσπάθεια να μπαίνεις σε διαδικασία να κρίνεις αυστηρά επειδή έχεις δει καλύτερες σειρές στο εξωτερικό.. Είναι απλά άδικο.

Άλλωστε ας σκεφτούμε, εμείς οι κοντά στα 40 πως η ποιότητα των σειρών ανέβηκε στην Αμερική την τελευταία δεκαετία . Παλιότερα αυτό που σήμερα λέμε ”κινηματογραφική λήψη” δεν έπαιζε σε καμία σειρά του εξωτερικού και τα σενάρια των ας πούμε ”X-Files” δεν ήταν πάντα εντυπωσιακά ούτε καν τα εφφέ τους πειστικά. Όσοι είμαστε λοιπόν, πάνω απο 30 δεν δικαιούμαστε να ασκούμε τόσο αμείλικτη κριτική.

Δεν γνωρίζω ποια θα είναι η πορεία της σειράς και ούτε θέλω να την κρίνω ως αριστούργημα απο το πρώτο επεισόδιο, ούτε να την ρίξω στα Τάρταρα. Προσωπικά θα την χαζέψω χωρίς να ΄χω τρελές προσδοκίες.

Τώρα αν είμαι αισιόδοξη πως θα ανοίξει το δρόμο στο είδος και θα δούμε αντίστοιχες προσπάθειες στο μέλλον, το θεωρώ δύσκολο και δεν είναι μόνο θέμα κόστους. Θεωρώ πως, ακροθιγώς, είδαμε πως στο ελληνικό κοινό υπάρχουν αγκυλώσεις στο να δεχτεί αυτό το είδος μυθοπλασίας στους δέκτες του χωρίς να είναι έτοιμο να το καταδικάσει στo πρώτο στραβοπάτημα.

*Ευχαριστούμε την αναγνώστρια μας Δήμητρα Παπανικολάου για την διόρθωση.

Tags: , , , , , ,


About the Authors

Γεννημένη στην Αθήνα. Γράφω για ταινίες, κινούμενα σχέδια και κάπου-κάπου για άγνωστα ιστορικά γεγονότα ( όχι εδώ αλλού ως Ματριόσκα η Κόκκινη γκουκλαρέ το ). Δεν έχω ξεπεράσει το γεγονός πως δεν μπόρεσα να μείνω για πάντα στο Παρίσι. Πρόδηλα δεν μπορώ να γράψω ένα βιογραφικό σημείωμα της προκοπής αλλά δεν πειράζει είμαστε στην εποχή της εικόνας.



Back to Top ↑