Το δοκίμιο «Δίδυμοι» της Αριστέας-Ευαγγελίας Κουκουνούρη, το οποίο δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Χάρτης (τεύχος 63, Μάρτιος 2024) στο πλαίσιο του αφιερώματος «Διαδρομές στη Μεταιχμιακή Αθήνα», αποτελεί μία ιδιαίτερη αφήγηση της πόλης. Ήδη από τον τίτλο του αφιερώματος, ο αναγνώστης προϊδεάζεται για μια προσέγγιση του αστικού χώρου μέσα από τις έννοιες του ορίου, της μετάβασης και της ενδιάμεσης κατάστασης.
Η επιλογή αυτής της προσέγγισης δεν είναι συμπτωματική. Η συγγραφέας, η οποία είναι αρχιτέκτων μηχανικός και υποψήφια διδακτόρισσα του ΕΜΠ, αξιοποιεί το ακαδημαϊκό και θεωρητικό της υπόβαθρο, οργανώνοντας το κείμενο γύρω από θεμελιώδεις αρχιτεκτονικές έννοιες όπως είναι: το «Κατώφλι», δηλαδή εκείνο το σημείο τομής που διασταυρώνονται το δημόσιο με το ιδιωτικό, η παρουσία με την απουσία, η λειτουργική χρήση με την ερείπωση· η «Σκάλα» όπου η λειτουργία της δεν περιορίζεται στη λειτουργία της κατακόρυφης κυκλοφορίας, αλλά μετατρέπεται σε εργαλείο ανάγνωσης της κάτοψης, της γεωμετρίας και της μνήμης του κτηρίου, οι «Καθρέφτες» και οι «Κλειδαρότρυπες» που λειτουργούν ως εργαλεία πρόσβασης, οπτικής και ερμηνείας που συνομιλούν διακριτικά με θεωρητικά και λογοτεχνικά σχήματα των Perec, Foucault και Cortázar.
Το κατώφλι: Από την ατομική μύηση στις συλλογικές χωρικότητες
Ένα από τα πλέον υποβλητικά τμήματα του κειμένου είναι η προσέγγιση του «κατωφλιού» ως ενός ισχυρού αρχιτεκτονικού τόπου. Η συγγραφέας τοποθετεί τον περιπλανώμενο παρατηρητή κάτω από το περίτεχνο στέγαστρο του ξενοδοχείου Μπάγκειον, σε ένα σημείο μεταιχμιακό «μεταξύ φύσης και κατασκευής, ιδιωτικού και δημόσιου χώρου, χρήσης και μη-χρήσης, διατήρησης και ερειπίωσης, παρουσίας και απουσίας». Η περιγραφή αυτή ξεπερνά την εικόνα της εισόδου. Το κατώφλι γίνεται μια στιγμή αποχωρισμού της προηγούμενης ταυτότητας και ταυτόχρονα μια είσοδος σε έναν διαφορετικό τρόπο αντίληψης του χώρου. Είναι μια διαφορετική εμπειρία του χώρου.
Κι όμως, εδώ ανοίγει ένας ιδιαίτερα ενδιαφέρων διάλογος με τον Σταύρο Σταυρίδη και τη θεωρία του κοινού χώρου. Αντλώντας από τη θεωρία του Victor Turner, ο Σταυρίδης προτάσσει ότι οι κοινοί χώροι είναι από τη φύση τους κατωφλιακοί: χώροι που δεν ανήκουν ολοκληρωτικά ούτε στο δημόσιο ούτε στο ιδιωτικό, αλλά παραμένουν ανοιχτοί στη διαπραγμάτευση και στη συνάντηση. Όπως γράφει, οι κοινοί χώροι «αποκτούν μία ύπαρξη αμφίβολη, ίσως επισφαλή – μία ύπαρξη, όμως, που μοιάζει επίσης με ιό: γίνονται ενεργοί καταλύτες για διαδικασίες επανιδιοποίησης της πόλης ως κοινού».
Εδώ εντοπίζεται και μία δημιουργική ένταση του κειμένου. Η Κουκουνούρη στο κείμενό της, αντιμετωπίζει το κατώφλι κυρίως ως προσωπική εμπειρία μύησης. Ο πλάνης περνά σε μια «αθέατη όχθη» και προσανατολίζεται μέσα στο ερείπιο. Ο Σταυρίδης, αντίθετα, μάλλον, θα έβλεπε το ίδιο κατώφλι ως συλλογική δυνατότητα: όχι ως πέρασμα ενός μοναχικού επισκέπτη, αλλά ως τόπο όπου οι άνθρωποι επαναδιαπραγματεύονται τη σχέση τους με την πόλη.
Ίσως, η ιστορία του Μπαγκείου φαίνεται να υποστηρίζει περισσότερο αυτή τη δεύτερη ανάγνωση. Το ίδιο το Μπάγκειον, εξάλλου, υπήρξε ιστορικά ένας χώρος πυκνής κοινωνικότητας: το καφενείο του αποτελούσε κέντρο πολιτικών ζυμώσεων, καλλιτεχνικών συναντήσεων και καθημερινών πρακτικών, σε άμεση αλληλεπίδραση με το ΝΕΟΝ και την πλατεία Ομονοίας.
Κάτι που αξίζει να αναφερθεί είναι ότι παρότι τα κτήρια (Μπάγκειον και Μέγας Αλέξανδρος), αποκτούν προσωποποιημένη φωνή, η ίδια η Ομόνοια παραμένει στο κείμενο περισσότερο ως ατμοσφαιρικό σκηνικό παρά ως ο ζωντανός ιστορικός πρωταγωνιστής της δημόσιας σφαίρας.
Η σκάλα και η ετεροτοπία της κλειδαρότρυπας
Στο κεφάλαιο «Η Σκάλα», η Κουκουνούρη επιτυγχάνει μια εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στην τεχνική περιγραφή και τη λογοτεχνική υφή. Η αναφορά στον Cortázar και η λεπτομερής απόδοση της κάτοψης του ξενοδοχείου, το αίθριο, τα δωμάτια γύρω από τη σάλα χορού, οι μεσοτοιχίες και οι βοηθητικοί χώροι, εμπλέκουν ενεργά τον αναγνώστη στη χωρική διάταξη του κτίσματος.
Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η εικόνα όπου «κάτω από τον σοβά που ξεφτίζει κι αποχωρίζεται το σώμα του κτηρίου ξεπροβάλλουν οι τοιχογραφίες μιας άλλης εποχής». Η ερείπωση αντιμετωπίζεται ως μια διαδικασία σταδιακής αποκάλυψης των στρωμάτων του χρόνου που όμως ακόμα διακρίνονται τα σημάδια της χρήσης.
Στην ενότητα «Η Κλειδαρότρυπα», η θεωρητική θεμελίωση κορυφώνεται μέσα από τη συνομιλία με τις «ετεροτοπίες» του Michel Foucault. Η πόρτα και η κλειδαρότρυπα γίνονται τα μέσα που ορίζουν το όριο και την πρόσβαση («αν δεν υπήρχε η πόρτα δεν θα υπήρχε και το κλειδί»). Η θεωρία αναδύεται πειστικά μέσα από το ίδιο το υλικό αντικείμενο, αν και η ετεροτοπία προσλαμβάνεται εκ νέου ως ατομικό βίωμα του παρατηρητή παρά ως κοινωνικοπολιτική συνθήκη.
Το ερείπιο ως αισθητική επιλογή
Ένα κεντρικό χαρακτηριστικό της προσέγγισης είναι η αισθητικοποίηση της εγκατάλειψης. Τα φθαρμένα επιχρίσματα, οι άδειες αίθουσες, οι σκόνες και τα ξεθωριασμένα δωμάτια συνθέτουν μια ποιητική και ελεγειακή ατμόσφαιρα.
Ωστόσο, η αισθητική αυτή προσέγγιση ενέχει τον κίνδυνο να παρουσιαστεί η φθορά ως μια «φυσική μοίρα» των κτηρίων. Ίσως ο έντονα νοσταλγικός και ελεγειακός τόνος του κειμένου να λειτουργεί ως μια συναισθηματική κραυγή, εκφράζοντας το πόσο κρίμα είναι που αυτά τα κτίσματα περιήλθαν σε τέτοια εγκατάλειψη. Παράλληλα, όμως, αποφεύγεται ο άμεσος σχολιασμός του γενικότερου πλαισίου: οι μετασχηματισμοί της Ομόνοιας, οι οικονομικές και αστικές αναδιαρθρώσεις, καθώς και οι πολιτικές αποφάσεις που οδήγησαν στην απαξίωσή τους.
Συμπέρασμα
Το κείμενο «Δίδυμοι» της Αριστέας-Ευαγγελίας Κουκουνούρη συνιστά μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και υψηλού επιπέδου συμβολή στη σύγχρονη αστική λογοτεχνία και την αρχιτεκτονική θεωρία. Το κύριο προσόν του έγκειται στην ικανότητά του να μεταφράζει αυστηρές αρχιτεκτονικές έννοιες σε βιωματικό, ποιητικό λόγο, προσφέροντας στον αναγνώστη μια βαθιά αισθητηριακή περιήγηση στα μνημεία της μεταιχμιακής Αθήνας.
Η δομή του κειμένου, με τη μετάβαση από το Κεφάλαιο Α΄ («Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ») στο Κεφάλαιο Β΄ («ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ») και την τελική κορύφωση στο «Η ΕΝΩΣΗ», αποκαλύπτει ένα εξαιρετικά μελετημένο αρχιτεκτονικό, φιλοσοφικό και λογοτεχνικό σχεδιάγραμμα. Η χρήση των σχεδόν ίδιων τίτλων με την προσθήκη διαζευκτικών όρων («ή…») στο δεύτερο μέρος δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για μια μετάβαση από το αντικειμενικό/χωρικό στο υποκειμενικό/υπαρξιακό που αποκτά συμβολικό, ψυχαναλυτικό και μυθολογικό περιεχόμενο και τελικά καταλήγει σε μια διαλεκτική σύνθεση που ολοκληρώνεται στην «Ένωση».
Το διαζευκτικό «ή…» μπορεί να μην λειτουργεί απαραίτητα ως αποκλεισμός αλλά ως καθρέφτισμα, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του κειμένου «Δίδυμοι» που παράλληλα παραπέμπει στα δύο αντικριστά και δίδυμα ξενοδοχεία της Ομόνοιας, το Μπάγκειον και τον Μέγα Αλέξανδρο. Μπορεί να εκφράζει δηλαδή, τη μορφή, το κτήριο, τον εξωτερικό παρατηρητή με το περιεχόμενο, την ψυχή και το εσωτερικό ημερολόγιο.
Παρά ταύτα, η κριτική ανάγνωση αποκαλύπτει τα όρια αυτής της αμιγώς «αρχιτεκτονικής-ποιητικής» ματιάς. Εστιάζοντας σχεδόν αποκλειστικά στην ατομική εμπειρία του πλάνη/παρατηρητή, στην αισθητική της φθοράς, και τον ποιητικό παραλληλισμό, η πόλη και τα κτήριά της αντιμετωπίζονται περισσότερο ως ένα επιβλητικό σκηνικό μνήμης και λιγότερο ως ένα πεδίο συλλογικών πρακτικών, κοινωνικών συγκρούσεων και διεκδικήσεων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η υπαρξιακή πρόσληψη του πλάνη ως «ξένου». Ο περιπλανώμενος νιώθει ξένος μέσα στους γρήγορους ρυθμούς της σύγχρονης πόλης, καθρεφτίζοντας έτσι την ίδια την ετερότητα του ερειπωμένου κτηρίου που στέκει πλέον ως αλλότριος οργανισμός στην καρδιά της Ομόνοιας.
Εν κατακλείδι, οι «Δίδυμοι» πετυχαίνουν απόλυτα τον στόχο τους ως ποιητική ανατομία της αστικής μνήμης, υπενθυμίζοντας παράλληλα την ανάγκη να συμπληρώνεται η αισθητική πρόσληψη του ερειπίου από μια κριτική κατανόηση της ιστορικής και κοινωνικής πραγματικότητας της σύγχρονης πόλης.