Νaza αποκαλεί ο ισραηλινός στρατός και οι υπηρεσίες πληροφοριών τις αποδεκτές παράπλευρες απώλειες ανθρώπων κατά τη διάρκεια μιας πολεμικής επιχείρησης. Δεν υπάρχει καν διαχωρισμός εάν πρόοκειται για παιδιά. Στο πλαίσιο μιας διευρυμένης γενοκτονίας, όπου εχθρός είναι ένας ολόκληρος λαός, αυτός της Παλαιστίνης, η ίδια η φράση “παράπλευρες απώλειες” χάνει το νόημά της.
"Η Γάζα είναι γεμάτη πτώματα"
Αυτό παραδέχονται οι συνεντευξιαζόμενοι αξιωματικοί του IDF σε στρατό και υπηρεσίες πληροφοριών, στο βραβευμένο ντοκιμαντέρ Naza των Yuval Abraham και Rachel Szor, υπό την αιγίδα του βρετανικού Guardian. Οι ίδιοι αποκαλύπτουν τους λεπτομερείς, τεχνολογικά εξελιγμένους και απάνθρωπους μηχανισμούς με τους οποίους το Ισραήλ προχωρά στην αδίστακτη γενοκτονία των Παλαιστινίων και την αρπαγή της γης τους. Οι συνεντεύξεις είναι αποκαλυπτικές και διαφωτιστικές, τόσο για το πώς όσο και, περισσότερο, το γιατί. Η γενοκτονία και η πλήρης εξάλειψη των Παλαιστινίων αποκαλύπτεται ως είναι, όχι απλά μια εκδικητική πράξη για την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023, αφού άλλωστε είχε ξεκινήσει δεκαετίες πριν από αυτό. Γιατί για το Ισραήλ, μια δομή που χτίστηκε πάνω σε ξένη γη, με ξένους πόρους, ο πόλεμος δεν είναι η τελευταία λύση. Πολύ περισσότερο, αποτελεί βασική προϋπόθεση της ύπαρξής του. Το Ισραήλ δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς πόλεμο, χωρίς ιμπεριαλισμό, χωρίς γενοκτονία. Είναι μια προωθημένη μηχανή θανατοπολιτικής και η αίσθηση αυτή είναι διάχυτη στην ισραηλινή κοινωνία, στην οποία οι ενστάσεις για τη γενοκτονία είναι οριακά ανύπαρκτες.
Οι στρατιωτικοί αναφέρουν πως παρακολουθούν τα πάντα στη Γάζα, γνωρίζουν τα πάντα πριν καν συμβούν. Αποκαλύπτουν πώς χρησιμοποιούν συστήματα ΑΙ για να εντοπίζουν όχι μόνο τους στόχους της Χαμάς, αλλά και τις οικογένειές τους, τις οποίες στη συνέχεια βομβάρδιζουν. Το αν θα πετύχουν ή όχι τους κυρίως στόχους τους είναι αδιάφορο. Απλά θα ξαναπροσπαθήσουν. Αναφέρουν το πώς οι πολιτικοί ισχυρισμοί για “ανθρώπινες ασπίδες” είναι γελοίοι και οι ίδιοι γελούν με αυτό. Αναφέρουν πως οργάνωνουν τη λιμοκτονία της Γάζας, πώς ελεύθεροι σκοπευτές σκότωνουν αμάχους που εξαθλιωμένοι προσπαθούν να φτάσουν το ελάχιστο φαγητό που επιτρέπεται να μπει στην περιοχή. Πώς καίνε τα σπίτια των εκτοπισμένων Παλαιστινίων για να τους αναγκάσουν να μη γυρίσουν, πως τους βομβάρδιζουν όταν γύριζουν στα συντρίμμια για να μαζέψουν το οτιδήποτε. Πώς η ζωή και ο θάνατος γινόνται για αυτούς παιχνίδι και αστεϊσμοί.
“Σχεδίαζαν να μας φέρουν ψυχολόγους, αλλά τελικά δε μας χρειάστηκε”
Πολύ πιο σοκαριστική είναι η ψυχραιμία, η αποδοχή της κατάστασης. Ο απόλυτος κυνισμός με τον οποίο μιλάνε και, πολύ περισσότερο, κάνουν αυτές τις πράξεις. “Έδινα την εντολή για τον βομβαρδισμό ενός κτιρίου και μετά έβγαινα με φίλους”, αναφέρει κάποιος, ενώ άλλοι επιμένουν πως αυτό που έκαναν ήταν φυσικό. “Δεν είναι η θέση μου να κρίνω ή να έχω αντιρρήσεις. Ο ρόλος μου είναι τεχνικός, είμαι ένα γρανάζι σε ένα σύστημα. Αν δεν το έκανα εγώ, θα το έκανε κάποιος άλλος”. Οι ομιλίες τους αποκαλύπτουν μια βαθύτερη αλλοτρίωση, μια απανθρωποποίηση η οποία δεν είναι μεμονωμένη. “Η ισραηλινή κοινωνία πιστεύει ότι δεν υπάρχουν αθώοι στη Γάζα”, αναφέρει κάποιος άλλος. Γίνεται έτσι λοιπόν πρόδηλο ότι η γενοκτονία, τα εγκλήματα πολέμου και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δεν είναι πολιτική ενός ανθρώπου, του Νετανιάχου, για τον οποίο έχει ήδη εκδοθεί ένταλμα σύλληψης από το Διεθνές Δικαστήριο. Είναι πολιτική ενός ολόκληρου μηχανισμού, συνεκτικός δεσμός μιας ολόκληρης κοινωνίας, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που θυμίζει τη ναζιστική Γερμανία.
Η οπτική των εξομολογήσεων
Είναι δύσκολο με ένα τόσο καταιγιστικό θέμα και αποκαλύψεις να εστιάσει κανείς στην εικόνα του πώς είναι δοσμένο. Οι δημιουργοί το αναγνωρίζουν αυτό και έτσι οι συνεντεύξεις είναι δοσμένες στο σκοτάδι μιας ταράτσας, με τα πρόσωπα των συνεντευξιαζόμενων κρυμμένα. Η φωνή τους είναι αλλοιωμένη, ενώ ακόμα και ο γραφικός τους χαρακτήρας, στα σχέδια που κάνουν πάνω στο χαρτί και εξηγούν το πώς δολοφονούν ανθρώπους, είναι θολωμένος. Μένει μόνο η φιγούρα τους, αυτή ενός ανώνυμου στρατιώτη μεταξύ χιλιάδων “που κάνει το στρατιωτικό του καθήκον”. Τα κενά συμπληρώνονται από νυχτερινές λήψεις του Τελ Αβίβ, της πόλης που οι Ισραηλινοί έχτισαν καταστρέφοντας δεκάδες χωριά των ντόπιων και σβήνοντας από παντού την ιστορία και τον πολιτισμό τους. Επιπλέον χρησιμοποιούνται και εικόνες αρχείου, τόσο του Μπίμπι όσο και πλάνα από δελτία ειδήσεων, μέσα από παράθυρα, για να δέσουν τις αφηγήσεις σε ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο, αυτό της 7ης Οκτωβρίου, μια όχι τυχαία επιλογή και καθόλου πολιτικά αθώα. Οι εικόνες του σύγχρονου Τελ Αβίβ, με τους ουρανοξύστες, τη κίνηση και τη ζωή που κυλά κανονικά έρχονται σε άμεση αντίθεση με το μακελειό που συμβαίνει μόλις 60 χιλιόμετρα μακριά, για το οποίο έχουμε δεκάδες εικόνες από τους ίδιους του Παλαιστίνιους. Σκηνοθετικά είναι πολύ ταιριαστό ωστόσο και καταφέρνει να βάλει το σωστό συναισθηματικό και καλλιτεχνικό πλαίσιο.
“Η σημαντικότερη ταινία της εποχής μας”
Το Naza πήρε το Ειδικό Βραβείο Κριτικής Επιτροπής στη Βενετία και ώθησε το κοινό σε ένα 25λεπτο χειροκρότημα, πράγμα που έσπασε το ρεκόρ, κατά 2 λεπτά, της προηγούμενης ταινίας,η οποία ήταν το The Voice of Hind Rajab. Το ντοκιμαντέρ κατάφερε να ενοχλήσει το Ισραηλ τα φιλοσιωνιστικά έντυπα (στη χώρα μας έχουμε δεκάδες τέτοιους λακέδες) καθώς βλέπουμε για πρώτη φορά από μέσα την οπτική και άρα αποδοχή της ισραηλινής κοινωνίας για αυτήν την -αναγνωρισμένη από τους ίδιους – γενοκτονία. Γεγονός που εκθέτει το Ισραήλ και δικαιολογεί την απέλαση με την οποία απειλούνται οι δημιουργοί. Ωστόσο, δεν είναι το πρώτο ντοκιμαντέρ που δημιουργήθηκε ποτέ για την γενοκτονία στην Παλαιστινη. Οι ίδιοι οι Παλαιστίνιοι έχουν ήδη δημιουργήσει αμέτρητη πληροφορία και ίσως ο πανικός που συνέβη με το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ και όχι με άλλα των Παλαιστινίων είναι κάτι που λέει περισσότερα για εμάς και όχι για τους δημιουργούς του Νaza, όπως φαίνεται και από το ίδιο το ντοκιμαντέρ, το οποίο κλείνει με ένα πλάνο τραβηγμένο στη Γάζα, μετά από έναν βομβαρδισμό.
Χωρίς να αναιρείται η ανάγκη και μίας τέτοιας πληροφορίας, έχουν σίγουρα περισσότερη αξία οι μαρτυρίες των ίδιων των καταπιεσμένων αλλά και η δική μας ικανότητα να τις ακούμε χωρίς να αποδίδουμε την ταμπέλα του θύματος. Να τις αντιμετωπίζουμε ως μαρτυρίες, ντοκουμέντα και γεγονότα, ειδικά όταν τα στοιχεία που τις επικυρώνουν είναι αδιάσειστα. Η οπτική του θύτη (που ευτυχώς το Naza τη δίνει ως τέτοια και όχι, όπως ο Νolan, ως απόπειρα ανθρωποποίησης ή εξιλέωσης) είναι σημαντική ως στοιχείο, ως συμπλήρωμα για τη καταδίκη του συμβάντος. Εξάλλου, ούτε οι ίδιοι οι Ισραηλινοί που μιλούν φαίνεται να μετανιώνουν για κάτι ή να επιθυμούν να σταματήσει αυτό το έγκλημα. Δε θα μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο, γιατί έχουν γαλουχηθεί από μια ολοκληρωτική δομή, έναν στρατό που έφτιαξε ένα κράτος και όχι το αντίθετο, όπως συνέβη σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο. Το να δίνουμε περισσότερη βαρύτητα στην ομολογία και όχι στο συμβάν είναι τεράστιο ζήτημα οπτικής του κόσμου στον οποίο ζούμε.
Ούτε η Δύση ούτε ο κόσμος συνολικά δε θα έπρεπε να περιμένουν την κυνική ομολογία του θύτη για να πειστεί, και, ευτυχώς, σε πολλές περιπτώσεις δεν το κάνουν. Το ίδιο το Ισραήλ ξέρει πώς η εξαγορασμένη με εκβιασμούς, χρήματα και αίμα αποδοχή του (μία ακόμα ομολογία του ντοκιμαντέρ) από τη διεθνή κοινή γνώμη τελειώνει και έτσι εντείνει τις κινήσεις του για την εξολόθρευση των Παλαιστινίων. Μόνο καθήκον όποιου θέλει να λέγεται άνθρωπος είναι να στέκεται με την Παλαιστίνη όπως μπορεί. Με μποϊκοτάζ, με πορείες, με τις διεθνείς κινήσεις για το σπάσιμο του αποκλεισμού. Με καταδίκη του σιωνισμού και των εκπροσώπων του παντού. Με την Παλαιστίνη μέχρι τη λευτεριά.