Πώς μετατρέπεται μια ζωντανή μητρόπολη σε ένα σκηνοθετημένο θεματικό πάρκο της ίδιας της ιστορίας της; Ποιος ασκεί το δικαίωμα στη μνήμη, στον δημόσιο χώρο και στην ίδια την καθημερινότητα μιας πόλης, όταν αυτή επανασχεδιάζεται χάριν του βλέμματος του περιστασιακού επισκέπτη; Στο νέο του βιβλίο ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ, Δ. Πλάντζος, «Συνέβη στην Αθήνα: Αρχαιολογία, Κληρονομιά, Αστικές Μεταμορφώσεις», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του 21ου αιώνα (μία επαυξημένη έκδοση της μελέτης «Athens Demapped» που κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 2025 από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου της Coimbra), προσφέρει μια βαθιά, πολυεπίπεδη ανατομία της ελληνικής πρωτεύουσας με διεπιστημονική μεθοδολογία που αξιοποιεί κυρίως την αρχαιολογία, την αρχιτεκτονική, την πολεοδομία και τις urban studies. Πρόκειται για ένα κείμενο βαθιά πολιτικό και κριτικό, που απογυμνώνει τις φαντασιώσεις που διέπουν το αθηναϊκό τοπίο από τη γέννηση του νεοελληνικού κράτους στο οποίο τέθηκαν τα νεοκλασσικά του θεμέλια, έως τη σημερινή συνθήκη της παγκοσμιοποιημένης τουριστικοποίησης.
It Happened in Athens
Ήδη από τον τίτλο του, ο συγγραφέας στήνει μια εννοιολογική παγίδα, δανειζόμενος τον τίτλο της ομώνυμης αμερικανικής ταινίας του 1962 (It Happened in Athens, σε σκηνοθεσία Andrew Marton), μιας ρομαντικής, εξιδανικευμένης αναπαράστασης της Αθήνας των πρώτων Σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων του 1896. Η ταινία του Marton αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του τρόπου με τον οποίο η δυτική ποπ κουλτούρα κατασκεύασε ένα στερεοτυπικό, αναχρονιστικό όνειρο για την πόλη: μια αγγελικά πλασμένη «ετεροτοπία ερειπίων», γραφικότητας και κλασικής καθαρότητας. Το «Συνέβη στην Αθήνα», παράλληλα, αντηχεί σαν τίτλος αστυνομικού μυθιστορήματος ή κινηματογραφικής ταινίας, παραπέμποντας σε κάτι που ολοκληρώθηκε, σε ένα τετελεσμένο γεγονός. Η χρήση του αορίστου («συνέβη») στέκεται στο μεταίχμιο μεταξύ ρομαντικοποίησης και κριτικής της επιτηδευμένης οικειοποίησης του παρελθόντος στον σχεδιασμό της πόλης. Τελικά, η Αθήνα αντιμετωπίζεται ως το πρωταρχικό εργαστήριο του εθνικού εαυτού, η πόλη-βιτρίνα όπου δοκιμάστηκαν όλες οι ιδεολογικές κατασκευές της νεοελληνικής ταυτότητας.
Το εγχείρημα αυτό συνδέεται οργανικά με την ευρύτερη μελέτη του συγγραφέα στο πεδίο της «Αρχαιολογίας του Παρόντος», στην οποία έχει εμβαθύνει με έργα όπως «Το Πρόσφατο Μέλλον: η κλασική αρχαιότητα ως βιοπολιτικό εργαλείο» (2016) και «Η Αρχαιοπολιτική» (2023). Στην σκέψη του Πλάντζου η κλασική αρχαιότητα δεν εξετάζεται ως ένα νεκρό αντικείμενο ανασκαφής και διδασκαλίας, αλλά ως ένα ζωντανό βιοπολιτικό εργαλείο συγκρότησης της εθνικής ταυτότητας. Ως εκ τούτου, έννοιες που έχει ήδη υποστηρίξει στην εργογραφία του, όπως η «αρχαιοπολιτική» (η επίκληση δηλαδή της αρχαιότητας ως μηχανισμού επιβολής, πειθάρχησης και φίμωσης του αντιλόγου), χρησιμοποιούνται ως έννοιες – κλειδιά στην ανάλυση του «Συνέβη στην Αθήνα» προκειμένου να τεκμηριωθεί -μεταξύ άλλων- ότι ο νεοκλασικισμός του 19ου αιώνα (μέσω των πολεοδομικών σχεδίων των Κλεάνθη, Σάουμπερτ και Κλέντσε) δεν ήταν μια αθώα αισθητική επιλογή, αλλά ένας κρατικός μηχανισμός που επέβαλε μια κατασκευασμένη καθαρότητα πάνω στο μετα-οθωμανικό, «ακατάστατο» παρελθόν, διαγράφοντας τις λαϊκές και πολυπολιτισμικές εγγραφές της πόλης.
Αποχαρτογραφώντας το νεοκλασικό φάντασμα
Αυτή η πρωτογενής χαρτογράφηση του εθνικού χρόνου, που συνεχίστηκε αργότερα με τη μουσειοποίηση του αστικού ιστού και την αρχαιολογική «επένδυση» του Μετρό ως διεπαφή με το παρελθόν, δίνει σήμερα τη θέση της σε μια επιθετική αποχαρτογράφηση. Στο σημείο αυτό, μάλιστα, εντοπίζεται η πιο καίρια κοινωνική και πολιτική κριτική του βιβλίου: ο αστικός χώρος δεν σχεδιάζεται πλέον για να εξυπηρετήσει τις βιοτικές ανάγκες των κατοίκων του, αλλά παραδίδεται στις αμείλικτες δυνάμεις της αγοράς. Ο εξευγενισμός (gentrification), η επέλαση της βραχυχρόνιας μίσθωσης, οι αμφιλεγόμενες πεζοδρομήσεις και η αλόγιστη τουριστικοποίηση γεννούν το λεγόμενο «τουριστικό παράδοξο». Μέσα στην αγωνία της να πουλήσει την ιστορική της αυθεντικότητα ως εμπορεύσιμο προϊόν στο παγκόσμιο κεφάλαιο, η Αθήνα καταστρέφει την ίδια την οργανική ζωή και την κοινωνική υφή που υπόσχεται. Οι παραδοσιακές γειτονιές εκτοπίζονται, οι αόρατες κοινότητες (μετανάστες, φτωχοποιημένα στρώματα, άστεγοι) εξαφανίζονται και το ιστορικό κέντρο μετατρέπεται σε ένα αποστειρωμένο θεματικό πάρκο για το βλέμμα του περιστασιακού επισκέπτη.
Απέναντι σε αυτή τη βιοπολιτική επιβολή, ο Πλάντζος αναδεικνύει τις αντιστάσεις των σωμάτων μέσα στην πόλη. Το «δικαίωμα στην πόλη» επανενεργοποιείται από τα κάτω μέσα από πρακτικές αντι-χαρτογράφησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η street art και τα graffiti που δημιουργούν ένα «αντιαρχείο» μνήμης που ορθώνει ανάστημα απέναντι στις θεσμικές σιωπές. Εκεί όπου οι τοίχοι της πόλης, φέροντας ως σφραγίδα ένα μεταφορικό memento mori λόγω της εφήμερης φύσης τους, μετατρέπονται σε ζωντανές επιφάνειες ορατότητας για τα καταπονημένα σώματα της κρίσης, διεκδικώντας «χωρική δικαιοσύνη» ενάντια στην εμπορευματοποιημένη βιτρίνα του αστικού εξευγενισμού. Βέβαια, η ίδια η τέχνη του δρόμου παραμένει ένα βαθιά διεκδικούμενο και αμφίσημο πεδίο, καθώς μολονότι οι αυτόβουλες, αντισυμβατικές παρεμβάσεις λειτουργούν παραδοσιακά ως ρήξεις στον αστικό ιστό, τα θεσμικά έργα ανάθεσης (όπως οι μεγάλες τοιχογραφίες που προωθούνται από δήμους ή ιδιωτικούς φορείς) εκθέτουν την τέχνη του street art στον κίνδυνο στης ενσωμάτωσης στις πρακτικές του city branding. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η street art απογυμνώνεται από τη ριζοσπαστική της ορμή, μετατρέπεται σε εικαστική «καλλωπιστική» βιτρίνα και επιστρατεύεται εκ νέου, ακόμη και μέσω της ανακύκλωσης αρχαιοπρεπών μοτίβων, για να υπηρετήσει την τουριστική κατανάλωση και την επαναχαρτογράφηση της πόλης με όρους αγοράς.
Η Αθήνα καταλήγει, έτσι, να είναι η «πόλη της απομάγευσης». Μια μητρόπολη που, στην εμμονή της να υποδυθεί την ιστορική της ταυτότητα για τις ανάγκες της τουριστικής αγοράς, παύει να είναι ένας ζωντανός, συμπεριληπτικός χώρος για τους ανθρώπους της. Η κριτική ματιά του Πλάντζου, με ενσυναίσθηση, αλλά χωρίς ρομαντικές αυταπάτες, μας φέρνει αντιμέτωπους με τη σκληρή πραγματικότητα της αστικής μας συνθήκης, συμπυκνωμένη στη φράση με την οποία σφραγίζει τη μελέτη του: «…μια αρχαιολογία του παρόντος παραμένει αρχαιολογία όπως κάθε άλλη: περιγράφει καλύτερα ό,τι είναι πλέον νεκρό».