Περιέχει spoilers για την ταινία Digger. Συγγνώμη, δεν γινόταν αλλιώς.
Ο Digger Rockwell είναι ένας από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους στον κόσμο. Ως ιδιοκτήτης της μεγαλύτερης πετρελαϊκής εταιρείας στον κόσμο, το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι τα λεφτά και η γάτα του. Σύντομα, θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια τεράστια οικολογική καταστροφή, για την οποία ευθύνεται ο ίδιος. Και ξαφνικά, αυτός ο αδίστακτος επιχειρηματίας θα κληθεί να γίνει ο σωτήρας της ανθρωπότητας.
Η νέα ταινία του Alejandro González Iñárritu (The Revenant) ήταν ένα από τα πιο φιλόδοξα εγχειρήματα τόσο της φετινής χρονιάς όσο και του ίδιου. Με πρωταγωνιστή τον Tom Cruise στον ομώνυμο ρόλο, ένα υπέρλαμπρο καστ και μεγάλο budget, ο Μεξικανός σκηνοθέτης συνεχίζει τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις μέσα από τον φακό του σινεμά, αναζητώντας την τομή μεταξύ τέχνης και πραγματικής ζωής
Το φιλμικό παρελθόν...
Η ταινία ξεκινά ως μια σάτιρα που φαίνεται να ακολουθεί τα ίχνη παλαιότερων προκατόχων του είδους, όπως το Brazil του Gilliam, το M.A.S.H. του Altman ή, πιο φανερά, το Dr. Strangelove του Kubrick. Ήρωες-καρικατούρες, που κάνουν νευρικές κινήσεις και πετούν γρήγορες ατάκες, πολλές φορές χωρίς νόημα, παραπέμποντας σε αρχετυπικούς χαρακτήρες ή υπαρκτά πρόσωπα. Σύντομα, όμως, η φόρμα αυτή αρχίζει να παρεκτρέπεται ή, μάλλον, καλύτερα, να αναπροσαρμόζεται σε μια νέα πορεία μέσα από ένα τέχνασμα του σεναρίου. Περίπου στο πρώτο μισάωρο της ταινίας ανακαλύπτουμε ότι αυτό που βλέπουμε είναι μια πανάκριβη θεατρική παράσταση και ότι όλοι οι χαρακτήρες που παρακολουθούμε είναι στην πραγματικότητα ηθοποιοί που ερμηνεύουν τους ρόλους τους.
και ο μπερδεμένος meta φακός
Αυτή η φόρμα δεν είναι πρωτόγνωρη στο σινεμά του Iñárritu. Την έχουμε ξανασυναντήσει στο Birdman, όπου ο σκηνοθέτης πειραματίστηκε για πρώτη φορά με τον κατακερματισμό της δραματουργίας και τα ερωτήματα γύρω από την τέχνη και την πραγματικότητα. Στο Digger, όμως, το πάει ένα βήμα παραπέρα. Η ταινία εναλλάσσεται συνεχώς ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες: αυτή της ιστορίας του θεατρικού έργου και εκείνη της ίδιας της παράστασης. Οι ιστορίες και οι χαρακτήρες περιπλέκονται, δημιουργώντας μια meta οπτική της καλλιτεχνικής εμπειρίας, που μας θυμίζει πλέον περισσότερο τη Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης του Kaufman.
Οι πρωταγωνιστές της ιστορίας, είτε πρόκειται για τους ηθοποιούς είτε για τους χαρακτήρες που ερμηνεύουν, μοιάζουν να είναι παγιδευμένοι μέσα στη θεατρική εξτραβαγκάντζα στην οποία συμμετέχουν, σπάζοντας συνεχώς τον τέταρτο τοίχο και αμφισβητώντας τα όρια της θεατρικής (και κινηματογραφικής) σύμβασης. Με άλλα λόγια, το Digger σκάβει συνεχώς στα έγκατα της δημιουργίας, προκειμένου να φέρει στην επιφάνεια τις διαφορετικές αναπαραστάσεις που κρύβονται πίσω από την καλλιτεχνική δημιουργία.
Αυτό το τέχνασμα αποτελεί τη δύναμη και ταυτόχρονα την αδυναμία της ταινίας. Έννοιες όπως η αφήγηση και η φόρμα ανακατεύονται και διαλύονται, δημιουργώντας έναν οργανωμένο αχταρμά αναπαραστάσεων και γεμίζοντας τον σκηνικό χρόνο με έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών, ο οποίος μπορεί πολύ εύκολα και, λογικά, να μπερδέψει και να ξενερώσει τον θεατή.
Ζούμε μέσα από την Τέχνη (και τον Τομ Κρουζ)
Σε μία σκηνή της ταινίας, ο ηθοποιός που υποδύεται τον Digger αμφισβητεί τη σκηνοθέτρια της παράστασης, τόσο για την πορεία του έργου όσο και για την ίδια του την ερμηνεία. Μέσα από αυτό το πιραντελικό ξέσπασμα, ο Iñárritu φαίνεται να προσπαθεί να βρει τη λύτρωση μέσα από την αμφισβήτηση, αλλά και την παρηγοριά που προσφέρει η ίδια η τέχνη στον θεατή.
Μεγάλο ατού της ταινίας είναι επίσης η ερμηνεία του Tom Cruise, ο οποίος αναλαμβάνει διπλό ρόλο, σε μία από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του. Με ένα μεγάλο όγκο προσθετικών να καλύπτει το πρόσωπό του και να τον κάνει σχεδόν αγνώριστο, εναλλάσσεται πανεύκολα ανάμεσα στον φωνακλά Digger και στον ηθοποιό που τον υποδύεται. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει και στον πάντα υπέροχο John Goodman, ο οποίος ερμηνεύει τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών (καθώς και τον ηθοποιό που τον υποδύεται), φέρνοντας μια αύρα από τα παλιά, μιας και η ερμηνεία του θυμίζει χαρακτήρα από το παλιό σινεμά των αδελφών Coen.
Τελικά;
Το Digger είναι μια δύσκολη και οριακά επιτηδευμένη ταινία. Τα σεναριακά του τεχνάσματα, σε συνδυασμό με την ανάγκη του να συνδυάσει πολλά ετερόκλητα στοιχεία (η ταινία μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και post-apocalyptic), ενδέχεται να την κάνουν ιδιαίτερα κουραστική και δύσκολη για τον θεατή.
Παρόλα αυτά, είναι σίγουρα μια ταινία που αξίζει να δει κανείς. Αποτελεί ένα από τα πιο φιλόδοξα εγχειρήματα του σύγχρονου mainstream σινεμά και, παρόλο που τα αρνητικά της είναι εμφανή, διαθέτει ορισμένες πανέμορφες αρετές που μπορεί να δικαιώσουν τον θεατή. Αρκεί κι εκείνος, με τη σειρά του, να είναι ανοιχτός στο να τις δεχτεί.