Λίγα εικοσιτετράωρα μετά τις εννέα υποψηφιότητες για Όσκαρ, δημοσιεύεται το άρθρο στο Page Six Hollywood που εξηγεί τον λόγο για τον οποίο ο δημιουργός του Marty Supreme, Josh Safdie, ήρθε σε ρήξη με τον αδερφό του, Benny Safdie και διαχωρίστηκαν οι κινηματογραφικές τους καριέρες.
Το περιστατικό έχει ως εξής σύμφωνα με το δημοσίευμα: Στα γυρίσματα της ταινίας των Safdie Bros, Good Time, το 2017, ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι επιλέχθηκε να υποδυθεί μια σεξεργάτρια. Μόλις μπήκε στο γύρισμα, βρέθηκε σε μία ερωτική σκηνή, με τον πρωταγωνιστή αυτής, Buddy Duress, να την ρωτάει αν θα μπορούσε να κρατήσει τα γεννητικά του όργανα. Ο Josh Safdie κατηγορείται ότι δεν διέκοψε τις κάμερες από το να συνεχίζουν να καταγράφουν. Υποστηρίζεται ότι δεν γνώριζε την ακριβή ηλικία του κοριτσιού παρά μόνο πληροφορήθηκαν με τον αδερφό του, μετά, όταν πλέον το κορίτσι βρισκόταν σε πλήρη σύγχυση. Κατηγορείται, επίσης, ότι παρέβη τον κανόνα Screen Actors Guild, ο οποίος ορίζει ότι οι συνθήκες εργασίας δεν θα πρέπει να είναι επιβλαβείς για την υγεία και την ηθική των ανηλίκων. Η σκηνή αφαιρέθηκε από την ταινία το 2017, λίγο πριν την πρεμιέρα της στις Κάννες, “για αισθητικούς λόγους”, όπως ανέφεραν οι δύο σκηνοθέτες. Αργότερα, το 2022, ο τότε συμπαραγωγός τους, Sebastian Bear-McClard απείλησε να μιλήσει δημόσια για το γεγονός και έτσι τα δύο αδέρφια σταμάτησαν τις κινηματογραφικές τους συνεργασίες.
Αν με ρωτάτε, δεν έχω καταλάβει γιατί οι ίδιες κατηγορίες δεν βαρύνουν εξίσου και τον Benny Safdie, ως παρόντα κατά τη διάρκεια του σκηνικού, σε μία εξίσου δική του ταινία.
Το 2018, ο Josh Safdie έλαβε ως δώρο ένα βιβλίο με τα απομνημονεύματα του Marty Reisman, πρωταθλητή του πινγκ-πονγκ, πράγμα που τον βοήθησε να συλλάβει την ιδέα για το επόμενο έργο του. Είχε προσεγγίσει ήδη τον Timothee Chalamet για να πρωταγωνιστήσει, και εκείνος, αφού δέχτηκε, ξεκίνησε να προπονείται από τότε και για τα επόμενα οχτώ χρόνια.
Η επιτυχία του Marty Supreme άγγιξε κάτι το ιδεατό και είμαστε ακόμα στην αρχή. Σε μία ανταγωνιστική περίοδο αγοράς που βρίθει από remakes και franchises, έχει κιόλας στεφθεί η ταινία που σημείωσε το μεγαλύτερο μέσο όρο ανοίγματος από το 2016 και η πιο προσοδοφόρα για την A24, κοστίζοντας της αρχικά 60 εκατομμύρια δολλάρια.
Αν παρατηρήσει κανείς το πλάνο προώθησης του Marty Supreme, η επιτυχία αυτή θα φανεί κάτι το αναμενόμενο. Το promotion ήταν επιεικώς υπερβολικό, βγαλμένο από τις μεγαλύτερες φαντασιώσεις διαφημιστών και παραγωγών.
Ο Chalamet μπήκε αμέσως στη διαδικασία αυτού που πλέον ονομάζεται Experiential Marketing, δηλαδή βιωματικό μάρκετινγκ, κάνοντάς το μέρος του ρόλου του.
Ένα link που είχε εμφανιστεί στο προφίλ του στο instagram, έμοιαζε, αρχικά, με κάποιο online μίτινγκ που διέρρευσε καταλάθος μεταξύ του ίδιου και του προσωπικού της A24, στο οποίο ο Chalamet παρουσίαζε ιδέες, όπως το να βαφτεί το Άγαλμα της Ελευθερίας ή ο Πύργος του Άιφελ ή κάποιες συσκευασίες γνωστών τροφίμων πορτοκαλί, είχε, μάλιστα βρει ακριβώς την απόχρωση που έπρεπε να χρησιμοποιηθεί, πράγμα που το κοινό άργησε λίγο να καταλάβει ότι ήταν φάρσα. Ακολούθησαν εμφανίσεις με τους σωματοφύλακές του να τον συνοδεύουν φορώντας πορτοκαλί μπάλες του πινγκ-πονγκ, αντί για κεφάλια, sold out προβολές μόλις των πρώτων τριάντα λεπτών της ταινίας, ένα τεράστιο πορτοκαλί αερόστατο να πετάει στον ουρανό του Los Angeles, συνεργασία με την Airbnb για την διοργάνωση ενός υπόγειου αγώνα πινγκ-πονγκ, ακόμα και ψεύτικος διαγωνισμός ταλέντων με τον ίδιο και τους bodyguards του ως κριτές. Η φρενίτιδα κορυφώθηκε με την κυκλοφορία του γνωστού, πλέον, μπουφάν Marty Supreme, το οποίο ξεπούλησε όλα του τα κομμάτια, σχεδόν σε μία ημέρα, πριν καν την πρεμιέρα, με τους διασημότερους ανθρώπους της Αμερικής να το φοράνε και να φωτογραφίζονται με αυτό, ή ανθρώπους που το αγόραζαν, απλά για να το πουλήσουν στην τριπλάσια τιμή όταν θα θεωρείται πια συλλεκτικό, πλάνο βασισμένο στην σύγχρονη τάση της επένδυσης σε μοντέρνα πράγματα που μοιάζουν vintage. Στις 30 Δεκεμβρίου έγινε viral ένα ακόμα βίντεο με τον Chalamet να στέκεται στην κορυφή μιας πορτοκαλί σφαίρας, κατασκευασμένης από εκατομμύρια φωτάκια led, όπου και πάλι προανήγγειλε την ταινία.
Στην πραγματικότητα, όλος αυτός ο όγκος είχε ως σκοπό να προετοιμάσει το κοινό για τον χαρακτήρα του Marty. Παρόλα αυτά, το πιο τρελό, αν και ολίγον τι δυστοπικό, είναι πως με κάποιον τρόπο οι ιδέες του πραγματοποιήθηκαν, αφού το Empire State Building έγινε, όντως, πορτοκαλί για να διαφημίσει την ταινία, όπως, επίσης, και το κουτί των δημητριακών Wheaties.
Το περιοδικό Vulture πριν λίγο καιρό εισήγαγε και εξήγησε τον όρο New Media Circuit, σύμφωνα με τον οποίο όλα τα δημόσια πρόσωπα, πρέπει να είναι πανταχού παρόντα, να πρωταγωνιστούν σε κάθε βίντεο του TikTok, σε κάθε reel του instagram, να είναι πρώτα στις τάσεις, να δίνουν συνεντεύξεις και να πλασάρουν τα πάντα, σκεπτόμενα τις δημόσιες σχέσεις, ώστε να μην νιώσουν αναλώσιμοι. Πώς ήταν δυνατόν, λοιπόν, να ξέφευγε το Marty Supreme από αυτό;
Ο Josh Safdie συνεργάστηκε με τον Ronald Bronstein για μία ελαφρώς εμπνευσμένη ιστορία από τον Marty “The Needle” Reisman, πρωταθλητή στα περισσότερα τουρνουά πινγκ-πονγκ, δεξιοτέχνη του αθλήματος, αλλά και γνωστού μικροαπατεώνα στις γειτονιές του Μανχάταν. Περίπου όπως ο πρωταγωνιστής τους, ονόματι Marty Mauser, ένας εικοσιτριάχρονος Εβραίος μεγαλωμένος στην κακόφημη, ανατολική πλευρά του μεταπολεμικού Μανχάταν, της Αμερικής των 50s δηλαδή.
Άθλια και γεμάτη ζωή, όπως είναι αυτή η πόλη, έτσι είναι και ο Marty. Αναγκάζεται να δουλεύει στο κατάστημα υποδημάτων του θείου του, ο οποίος κάνει τα πάντα για να τον δελεάσει να μείνει. Η φιλοδοξία του, όμως, είναι πέρα από οτιδήποτε μικροαστικό. Το υπερφυσικό ταλέντο του στην επιτραπέζια αντισφαίριση τον κάνει το απόλυτο θύμα του American Dream.
Φαίνεται να έχει δίπλα του ανθρώπους, που τον νοιάζονται και τον πιστεύουν, με πρώτη την παιδική του φίλη Rachel Mizler (Odessa A’zion), με την οποία, παρότι παντρεμένη, ο Marty διατηρεί κάποιου είδους ερωτικό δεσμό. Οι δυο τους συντηρούν ένα roller coaster τρυφερότητας, απογοήτευσης και αφοσίωσης, κυρίως μονόπλευρης, καθώς η Rachel φαίνεται να αναγνωρίζει την συναισθηματική του αναπηρία και παράλληλα να τον στηρίζει περισσότερο από τον καθένα.
Ο Marty, όμως, οραματίζεται εμμονικά το πώς θα υλοποιήσει την δική του φαντασίωση, μία ζωή που δεν περιλαμβάνει κανέναν και τίποτα πέρα από το να φτάσει στην κορυφή, με όποιο κόστος. Ο πρώτος του στόχος κατακτιέται όταν επιτέλους καταφέρνει να λάβει συμμετοχή στον διαγωνισμό του British Open, έχοντας την εικόνα του εαυτού του ως το απόλυτο φαβορί. Φτάνοντας στον τελικό, θα αντιμετωπίσει τον Koto Endo (Koto Kawaguchi), έναν Ιάπωνα πρωταθλητή, παίκτη με αρκετά ιδιόμορφη τεχνική, από τον οποίο και θα ηττηθεί ανεπανόρθωτα. Να σημειώσουμε εδώ, ότι ο Koto Kawaguchi είναι πράγματι πρωταθλητής του πινγκ-πονγκ και μάλιστα κωφός, και ένας ακόμα μη επαγγελματίας ηθοποιός που η οικογένεια Safdie αρέσκεται να περιλαμβάνει στο cast της.
Θέτοντας ως στόχο ζωής να πάρει την ρεβάνς στο παγκόσμιο πρωτάθλημα της Ιαπωνίας, ο Marty επιστρατεύει κάθε είδους μηχανορραφία ώστε να αποκτήσει τα απαιτούμενα χρήματα για να ταξιδέψει εκεί. Στον δρόμο του, θα συναντήσει αρκετές φορές την Kay Stone (Gwyneth Paltrow), μία κάπως ξεπεσμένη movie star και σύζυγο του πλέον κατάλληλου ανθρώπου να εκμεταλλευτεί για τον στόχο του, Milto Rockwell (Kevin O’Leary), με την οποία και θα συνάψει ερωτική σχέση, βασισμένη περισσότερο στην αμοιβαία τους απελπισία και εξάρτηση από τις αποφάσεις και επενδύσεις του άντρα της.
Ο συνεχής αυτός αγώνας δρόμου του Marty περνάει μέσα από την ταπεινότητα και την έπαρση. Η αδυναμία είναι κάτι αδύνατο να αποδεχτεί. Με το θράσος που τον διακατέχει κλέβει και εξαπατά, ξεπουλάει και προδίδει συνεχώς όσους τον βοηθούν, πασχίζοντας παράλληλα να αποφύγει τις καταστροφικές καταστάσεις που ο ίδιος έχει προκαλέσει. Η ευφυία του είναι αδιαμφισβήτητη, υπονομεύεται, όμως, από την αλαζονεία.
Το εσωτερικό χάος που τον χαρακτηρίζει πηγάζει από το ότι πάντα στέκεται μετέωρος ανάμεσα στην λύτρωση και την καταδίκη. Η υπερβολική ανάγκη για καταξίωση του έχει στερήσει την αξιοπρέπεια και τον κατατάσσει σε μία θέση σχεδόν αυτοκαταστροφική. Γίνεται αφόρητος, παρόλα αυτά, κάνει το κοινό και τους γύρω του να τον συμπαθούν και να τον υποστηρίζουν, κυρίως με την σιγουριά και την ανεμελιά που επιδεικνύει κατά την διάρκεια των αγώνων.
Ο Chalamet δεν χάνει ποτέ τον θεατή. Εμφανίζεται κυριολεκτικά σε κάθε σκηνή και είναι εξαιρετικός σε κάθε μία από αυτές. Μία άκρως υπερκινητική ταινία την κάνει να μοιάζει με χορογραφία, σχεδόν δεν παρατηρούμε ότι ποτέ, κανείς, δεν κοιμήθηκε και δεν έφαγε καθ’ όλη της την διάρκεια. Τα μάτια μας είναι στραμμένα στην πορεία και την μελέτη γύρω από τον χαρακτήρα του, παρακάμπτοντας την πεποίθηση για τον θρίαμβο του αουτσάιντερ και επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον μας στην ψύχωση, το αυτοσαμποτάζ και την συμφωνία αίματος μεταξύ ανέλιξης και ηθικής, ανευθυνότητας και τελειομανίας.
Αν και οι χώροι όπου αγωνίζεται είναι κατασκευασμένοι σαν πανομοιότυποι του τότε, το Lawrence’s Broadway Table Tennis Club π.χ, είναι φτιαγμένο για τις ανάγκες της ταινίας με την βοήθεια παλιών, ασπρόμαυρων φωτογραφιών, το Marty Supreme δεν είναι μία αθλητική ταινία. Δεν υπάρχουν καθόλου σκηνές προπόνησης, ούτε καν προπονητής, ούτε φυσικά ανάλυση της τεχνικής κανενός και από κανέναν. Μπορεί να μοιάζει η ιστορία του με αυτή του Reisman, αλλά κινείται πιο πολύ στο σύμπαν των αθλητικών αναφορών των αδερφών Safdie. Θα μπορούσαμε να το εκλάβουμε ως μία μορφή πορτρέτου της Αμερικής του ‘50, αφού εκτός του πρωταγωνιστή και της κινηματογράφησης, αποκλειστικά σε 35mm, του Darius Khondji, όλο το τοπίο αποτελείται από βρόμικα σκηνικά (το συνεργείο του Josh Safdie έβρεχε ανά τακτά χρονικά διαστήματα τα σκουπίδια των σκηνών), δίνοντας την ίδια αίσθηση.
Κάτι που παρεκκλίνει από την μετάδοση αυτής της αίσθησης είναι η επιλογή του σάουντρακ, το οποίο αποτελείται αμιγώς από κομμάτια της δεκαετίας του ‘80. Ακούμε New Order, Alphaville και Tears For Fears σε συνδυασμό με ένα original score του Daniel Lopatin, που, ενώ, κανονικά και αυτό θα προορίζονταν για άλλης εποχής έργο, εδώ δένουν απόλυτα με την ένταση και το διάχυτο pop στοιχείο της ταινίας.
Η ζωή του Marty εκτυλίσσεται σχεδόν ολόκληρη μπροστά μας σε σχεδόν δυόμιση ώρες και μας αφορά, όπως μας αφορούν οι περισσότερες ιστορίες με πρωταγωνιστή κάποιον με αυτά τα ελαττώματα, τα κακά στοιχεία του χαρακτήρα, ώσπου να αναγνωρίσουμε σε αυτόν κάτι από τον εαυτό μας. Η σύνδεση μας με την πραγματικότητα είναι που επιφέρει την κάθαρση ή, στην προκειμένη, τον μοιραίο συμβιβασμό.