Madame Web – Κακό, αλλά για Sony μπορούσε και χειρότερα

Αλέξανδρος Μινωτάκης Από Αλέξανδρος Μινωτάκης 9 Λεπτά Ανάγνωσης

Προετοιμάσου κατάλληλα πριν μπεις στην αίθουσα

Στο Madame Web μπαίνεις με τις απαιτήσεις στα τάρταρα, χαμηλά-χαμηλά, να μην μπορείς να απογοητευτείς. Μετά τα 2 Venom και το Morbius, δεν υπάρχει δικαιολογία για τίποτε άλλο, οι αυταπάτες απαγορεύονται πλέον. Αν μπεις λοιπόν στο Madame Web όπως πρέπει, αυτό θα σε ανταμείψει· όχι γιατί είναι καλό, αλλά γιατί είναι τόσο κακό όσο περιμένεις — και όχι περισσότερο.

Το story

Το σενάριο ξεκινάει από το 1973, όταν η έγκυος Constance Webb ταξιδεύει στο Περού για να μελετήσει ένα σπάνιο είδος αράχνης που θεωρείται πως έχει θεραπευτικές ιδιότητες. Εκεί, ο οδηγός της με τη ζούγκλα (Ezekiel Sims) θα την εξαπατήσει, θα κλέψει τη σπάνια αράχνη και στην πορεία θα την πυροβολήσει. Η Constance θα γεννήσει την κόρη της με τη βοήθεια μίας φυλής ιθαγενών που την εκθέτουν στο τσίμπημα της αράχνης αλλά πεθαίνει αμέσως μετά τη γέννα. 30 χρόνια αργότερα, το 2003, η Cassandra Webb δουλεύει ως διασώστρια σε ασθενοφόρο στη Νέα Υόρκη και μετά από ένα ατύχημα που παραλίγο να κοστίσει τη ζωή της, αρχίζει να έχει περίεργες εμπειρίες που στην αρχή μοιάζουν με deja vu. Στη συνέχεια, θα ανακαλύψει ότι τα ανεξήγητα αυτά φαινόμενα αποτελούν το κλειδί για να σώσει τη ζωή σε τρεις έφηβες κοπέλες, οι οποίες έχουν μπει στο στόχαστρο του Ezekiel Sims που έχει εν τω μεταξύ αποκτήσει (και αυτός) δυνάμεις από τη σπάνια αράχνη.

Σεναριακές ανασφάλειες

Το βασικό πρόβλημα του Madame Web είναι ότι δεν εμπιστεύεται κανέναν. Δεν εμπιστεύεται το κοινό του, δεν το θεωρεί ικανό να παρακολουθήσει αυτό το τρομερά σύνθετο σενάριο. Δεν εμπιστεύεται ούτε τον εαυτό του ότι μπορεί να αφηγηθεί αυτή την ιστορία με τρόπο έξυπνο, κινηματογραφικό, με καλή ροή και τις σωστές κορυφώσεις. Από την αρχή, η ταινία δείχνει μία ανασφάλεια: θα καταλάβουν οι θεατές  τι συμβαίνει; μπορώ να τους το εξηγήσω. Ακριβώς επειδή διακατέχεται από αυτή την ανασφάλεια, από την πρώτη στιγμή, η ταινία παίρνει τα μέτρα της: σε βομβαρδίζει με exposition. Οι χαρακτήρες σταματάνε να συζητήσουν τι συμβαίνει, τι ξέρουν και τι δεν ξέρουν. Τα ίδια αντικείμενα (κυρίως το ημερολόγιο της Constance Webb) εμφανίζονται διαρκώς για να βεβαιωθούμε ότι όλοι έχουν καταλάβει τι συμβαίνει. Ακόμα χειρότερα, όλες οι «αποκαλύψεις» εξελίσσονται κάπως έτσι καθώς κάποιος χαρακτήρας, για κάποιο λόγο (κάποιες φορές ασαφή) αρχίζει να μιλάει για να εξηγήσει τον ρόλο του μέσα σε όλο αυτό.

Πιθανότατα ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι ότι πρόκειται για ταινία που θέλει να εισάγει πολλούς χαρακτήρες συγχρόνως και να στρώσει τον δρόμο για τα σίκουελ που (υποτίθεται ότι) θα βγουν τα επόμενα χρόνια. Όμως αυτό δεν είναι δικαιολογία, ειδικά όταν η ταινία κυλάει με τόσο κόπο, χωρίς την παραμικρή άνεση με αποκορύφωμα ένα σύντομο ταξίδι της πρωταγωνίστριας στο Περού όπου πάει εκεί (γιατί άλλο; ) για να της μιλήσει ένας άνδρας μες τη ζούγκλα και να της εξηγήσει τι συμβαίνει, προτού την στείλει πίσω στη Νέα Υόρκη. Για μία ταινία γεμάτη κλισέ, πραγματικά έλειψε ένα κλασικό training montage που ίσως προχωρούσε λίγο πιο ομαλά την πλοκή και τους έκανε να σταματήσουν να μιλάνε.

Δεν γεννηθήκαμε χθες...

Δευτερεύον ίσως, αλλά κομμάτι όλου αυτού, είναι ότι η ταινία υποτιμά το πόσο εξοικειωμένο είναι πλέον το ευρύ κοινό με το spiderlore, τις δυνάμεις, τα ονόματα, οτιδήποτε. Οπότε οι διάφορες αποκαλύψεις για τις δυνάμεις της Madame Web αλλά και τα κρυμμένα easter egg για τον SpiderMan (που δεν εμφανίζεται σε ταινίες Sony), στερούνται κάθε πρωτοτυπίας και ενδιαφέροντος. Αν είσαι φανατικός/-η με SpiderMan, για λίγο σε ιντριγκάρει το ερώτημα από πού προκύπτουν οι δυνάμεις των spider-persons σε αυτό το σύμπαν και αν όλες σχετίζονται με τις αράχνες από το Περού — αλλά η ίντριγκα φεύγει γρήγορα εξαιτίας του πόσο ανιαρή είναι η ταινία που δεν μπορεί να κρατήσει το ενδιαφέρον σου ούτε σε αυτό.

Μια χαμένη ευκαιρία

Σε σχέση με το καστ, υπάρχει μία ισότητα: αδικούνται όλες και όλοι εξίσου, από το σενάριο και τους διαλόγους. Όπως και πριν, ισχύει ότι η ταινία είχε το «καθήκον» να βάλει πολλούς χαρακτήρες ταυτόχρονα που οι τέσσερις τους (η Madame Web και οι τρεις κοπέλες) είναι πρωταγωνίστριες. Αλλά και πάλι, αυτό δεν είναι δικαιολογία. Η ταινία δεν δίνει χώρο σε κανέναν να αναπνεύσει, δεν προσφέρει διαλόγους που θα αναδείκνυαν τις ικανότητες τους και σε καμία περίπτωση δεν δείχνει το πώς «δένονται» οι πρωταγωνίστριες για να γίνουν ομάδα. Σε μία σκηνή, εν τη απουσία της Madame Web (Dakoa Johnson), οι Julia Cornwall, Anya Corazon και Mattie Franklin (τις υποδύονται οι Sydney Sweeney, Isabela Merced και Celeste O’ Connor αντίστοιχα) πάνε σε ένα τυπικό αμερικάνικο diner και καταλήγουν να χορεύουν το Toxic πάνω σε τραπέζια για να ακούσουν μετά κατσάδα από τη Madame Web. Αυτό ήταν, τόσο χώρο τους παραχωρεί η ταινία για να υποδυθούν τις έφηβες — το υπόλοιπο διάστημα πρέπει να επαναλαμβάνουν κλισέ και να μας διηγούνται πόσο δύσκολες είναι οι ζωές τους καθώς έρχονται όλες από οικογένειες με προβλήματα. Μέσα σε όλο αυτό, η Dakota Johnson καταφέρνει να ξεχωρίσει, η μεταμόρφωση της σε Madame Web κυλάει σχεδόν όμορφα και αφήνει την αίσθηση ότι σε μία ταινία με λίγο αξιοπρεπές σενάριο, θα ήταν πολύ καλή. Από την άλλη, μακράν ο πιο αδικημένος είναι ο villain, Ezekiel Sims (Tahar Rahim)· ο χαρακτήρας του δεν έχει κανένα υπόβαθρο, επαναλαμβάνει δύο φορές την ίδια περίπου ατάκα για το πόσο άδικα του έχει φερθεί ο κόσμος και δεν μας προσφέρει καμία άλλη εξήγηση για τις πράξεις του ή για το σχέδιο του. Με τόσα που έχουμε δει σε υπερηρωικές ταινίες κατά καιρούς, θέλει προσπάθεια να αδιαφορήσεις τόσο πολύ για έναν χαρακτήρα που έχει τόσο κεντρικό ρόλο στο να δέσει την ταινία και την πρωταγωνιστική ομάδα. 

Φταίνε πάλι οι γυναίκες;

Για ποιο πράγμα δεν ευθύνεται το Madame Web; Για τις ορδές των alt right trolls που βρήκαν ευκαιρία, μετά και το Marvels, να βγουν να μας πουν «go woke-go broke» και να μας εξηγήσουν ότι οι πρόσφατες αποτυχίες των υπερηρωικών ταινιών οφείλονται στην έντονη παρουσία των γυναικών στο καστ. Λες και τόσα χρόνια δεν έχουμε δει τα ίδια και χειρότερα σε σειρά ταινιών με άνδρες πρωταγωνιστές — απλά εκεί κανένας δεν βάζει θέμα για το φύλο των πρωταγωνιστών. Ας μην επεκταθούμε άλλο εδώ με τους ακροδεξιούς «φίλους» μας.

Συμπερασματικά

Τελικά, το Madame Web είναι κακό, αρκετά κακό. Ο μόνος λόγος που διαλέγουμε στον τίτλο να πούμε ότι «μπορούσε και χειρότερα» είναι γιατί πάντα πάει και ακόμα παρακάτω όπως μας έχουν δείξει ταινίες σαν τα Venom, Morbius, Fantastic Four (2015), Suicide Squad (το πρώτο). Όμως, έχει παραγίνει το κακό με τη Sony. Κολλημένη σε μία προηγούμενη αισθητική (που δεν γίνεται ανεκτή επειδή η ταινία τοποθετείται στο 2003) και προχειρογραμμένα σενάρια, παράγει τη μία αποτυχία μετά την άλλη. Προσπάθησε, απέτυχε και κάπου εδώ μπορεί να σταματήσει — και να συνεχίσει βέβαια τα καταπληκτικά animation του Spider-verse.

Μοιραστείτε το Άρθρο
Συνάντησε μικρός το Star Wars και έκτοτε βρήκε πως θέλει να γίνει Jedi. Προπονείται με διαλογισμό 18 ώρες την μέρα. Τις υπόλοιπες τις περνάει καμουφλαρισμένος ως υποψήφιος διδάκτορας γιατί κανείς δεν του είπε πως ανακλήθηκε το Order 66.