Με το «1946: Μόνο Μίσος» ο Θανάσης Πέτρου αναμετράται με το ιστορικό πλαίσιο του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, ίσως της πιο τραυματικής περιόδου του σύγχρονου ελληνικού κράτους, καθώς η αφήγησή του τοποθετείται χρονικά στο διάστημα μεταξύ της Απελευθέρωσης και της έναρξης του εμφυλίου. Βεβαίως, η έννοια του συλλογικού τραύματος διατρέχει όλα τα έργα της ιστορικής σειράς του, από τον Εθνικό Διχασμό («Οι Όμηροι του Γκαίρλιτς») και τη Μικρασιατική Καταστροφή («1922: Το τέλος ενός Ονείρου» και «1923: Εχθρική Πατρίδα»), μέχρι τη δικτατορία Μεταξά («1936: Ετοιμόρροπη Δημοκρατία») και την περίοδο της Κατοχής – Αντίστασης («1941: Αυστηρά Συσκότισις»), όμως η εμφύλια διαμάχη του 1946-1949 παραμένει μέχρι και σήμερα η πιο βαθιά διχαστική περίοδος του ελληνικού 20ου αιώνα.
Σπάζοντας την σιωπή
Είναι χαρακτηριστικό ότι το «1946: Μόνο Μίσος» είναι μία από τις ελάχιστες απόπειρες αφήγησης του ελληνικού εμφυλίου πολέμου σε κόμικς, μολονότι το είδος των ιστορικών κόμικς είναι σε άνθηση τα τελευταία χρόνια. Είχε προηγηθεί βέβαια το «Τέρμινους» του Λευτέρη Παπαθανάση, όμως αφενός έχει περάσει σχεδόν μία δεκαετία από την κυκλοφορία του τελευταίου από τις εκδόσεις ΚΨΜ και αφετέρου, εάν δεν κάνω σοβαρό λάθος, τουλάχιστον από το 2010 κι έπειτα 1 Το 2006 είχε εκδοθεί το «Εκ των Υστέρων» του Γιώργου Μαλισιόβα, ένας εξαντλημένος τίτλος που προσωπικά πληροφορήθηκα από το άρθρο του John Antono για τα αντιπολεμικά κόμικς στο τεύχος #1 της Φούσκας δεν έχει εκδοθεί κανένα άλλο ελληνικό κόμικ που να έχει επιχειρήσει να αφηγηθεί κάποια ιστορία ενταγμένη στο ιστορικό πλαίσιο του ελληνικού εμφυλίου πολέμου.
Εκ πρώτης όψεως, το θεματικό αυτό κενό των ελληνικών κόμικς προκαλεί εντύπωση, ιδίως λαμβάνοντας υπόψιν ότι η ιστορική έρευνα έχει στρέψει το ενδιαφέρον της στην περίοδο αυτή τουλάχιστον από την δεκαετία του 1990 (η οποία σημαδεύτηκε από την «έκρηξη των μαρτυριών» της δεκαετίας του 1980), ενώ ιδιαιτέρως από την περίοδο της κρίσης, στη δημόσια σφαίρα έχει εμφανώς ενταθεί το ενδιαφέρον για την δεκαετία του ’40. Χαρακτηριστικά, μου είναι ακόμη νωπή η μνήμη της προ ημερών ανεπανάληπτης επίσκεψης περίπου 1000 επισκεπτών στη Μακρόνησο και της ξενάγησής τους εκεί από τα ΑΣΚΙ, μία δράση που κρατά ζωντανή την μνήμη χιλιάδων ανδρών και γυναικών εξορισθέντων που βασανίστηκαν, εξοντώθηκαν, ενώ κάποιοι από αυτούς σκοτώθηκαν για τις ιδέες τους.
Αναζητώντας μία ερμηνεία για το παράδοξο αυτό, ίσως θα πρέπει να αναλογιστούμε την πολιτική επιλογή της λήθης για τη δεκαετία του ’40 και ιδίως για τον εμφύλιο, η οποία ήταν η επίσημη γραμμή του μετεμφυλιακού ελληνικού κράτους. Στη Μεταπολίτευση η επιβεβλημένη αυτή λήθη αναχαιτίστηκε μερικώς με την αναγνώριση της Αντίστασης το 1982 και ύστερα με την αναγνώριση της Μακρονήσου ως ιστορικού τόπου το 1989, χωρίς όμως η επίσημη κρατική αφήγηση να επιχειρήσει να αναμετρηθεί σοβαρά με το βαθύ συλλογικό τραύμα του εμφυλίου, το οποίο παραμένει ανοιχτό μέχρι και σήμερα.
Διαιρεμένη μνήμη
Σε κάθε περίπτωση, τα δύο αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα είχαν υιοθετήσει εξαρχής το καθένα το δικό του αυτόνομο ερμηνευτικό πλαίσιο για την περίοδο 1946-1949. Και βέβαια, τα δύο αυτά ερμηνευτικά πλαίσια, τα οποία επεδίωκαν να κατασκευάσουν την συλλογική μνήμη της περιόδου, ήταν διαμετρικά αντίθετα. Μελετώντας τα, ο ιστορικός Πολυμέρη Βόγλης 2 βλ. Πολυμέρης Βόγλης, «Οι μνήμες της δεκαετίας του 1940 ως αντικείμενο ιστορικής ανάλυσης: μεθοδολογικές προτάσεις» σε Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, Τασούλα Βερβενιώτη, Ευτυχία Βουτυρά, Βασίλης Δαλκαβούκης, Κωσταντίνα Μπάδα (επιμ.), Μνήμες και Λήθη του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2008 παρατήρησε ότι στην περίπτωση της δεκαετίας του ’40 στην Ελλάδα δεν υπάρχει μία ενιαία συλλογική μνήμη, αλλά αντίθετα μία «διαιρεμένη μνήμη». Συγκεκριμένα, ενώ η Αριστερά ανέδειξε «τον ηρωισμό της εαμικής αντίστασης, τον προδοτικό ρόλο των ταγμάτων ασφαλείας, τη βία των συμμοριών της λευκής τρομοκρατίας, τη Μακρόνησο, τις πολιτικές διώξεις και την προσφυγιά στις ανατολικές χώρες», το ερμηνευτικό πλαίσιο της Δεξιάς «συντίθεται από τα εγκλήματα των κομμουνιστών, την τρομοκρατία της ΟΠΛΑ, το πλιάτσικο, το παιδομάζωμα, τη στρατολογία, τα αποσχιστικά σχέδια σε βάρος της Μακεδονίας». Μέχρι και σήμερα, στην πραγματικότητα, το στρατόπεδο των νικητών του εμφυλίου δεν έχει μετατοπίσει ριζικά το ερμηνευτικό του πλαίσιο (παρόλο που προσπαθεί να το εξευγενίσει), το οποίο διαδόθηκε δια της βίας στον στρατό, στις εκκλησίες, αλλά κυρίως στις φυλακές και τις εξορίες και αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο της μεταπολεμικής «εθνικοφροσύνης».
Στην αφήγηση του Πέτρου είναι δεδομένα τα ανωτέρω ερμηνευτικά σχήματα των δύο αντιμαχόμενων πολιτικών στρατοπέδων. Έτσι, λοιπόν, οι πρώην συνεργάτες των κατακτητών κατηγορούν τους «εαμοβούλγαρους» για «συμμοριτοπόλεμο» με σκοπό την απόσχιση της Μακεδονία (κατηγορία ιδιαίτερης βαρύτητας στο ιστορικό συγκείμενο της Θεσσαλονίκης του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, τόπο στον οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία). Από την άλλη πλευρά, αποτυπώνεται η διάθεση εκδίκησης των ανταρτών και του λαού απέναντι στους δωσίλογους. Ιδιαίτερα στις πρώτες σελίδες της ιστορίας, οι οποίες τοποθετούνται χρονικά στις ημέρες της Απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από τον ΕΛΑΣ, γίνεται εκτενής αναφορά στις συλλήψεις των δωσίλογων και στην παραπομπή τους στα Λαϊκά Δικαστήρια. Συγκεκριμένα, σε μία συγκέντρωση ανδρών και γυναικών του ΕΛΑΣ ο λόγος του αξιωματικού επικεντρώνεται στην επιτακτική ανάγκη της σύλληψης και της λογοδοσίας των δωσίλογων: «Θα τους ξετρυπώσουμε και θα λογοδοτήσουν τις ελεεινές πράξεις στα Λαϊκά Δικαστήρια. Έχουμε λίστες με ονόματα και είναι δική μας δουλειά, δουλειά της Λαϊκής Πολιτοφυλακής, να συλλάβουμε αυτούς του δωσίλογους». Είναι σαφές ότι τα Λαϊκά Δικαστήρια εμπεριέχονται στην αφήγηση ως μία «σκοτεινή» πτυχή της ιστορίας, ως μία κατάχρηση της εξουσίας που είχαν πάρει στα χέρια τους οι αντάρτες απελευθερώνοντας την πόλη της Θεσσαλονίκης από τους κατακτητές.
Βεβαίως, ο Πέτρου επικαλούμενος τα «Λαϊκά Δικαστήρια» έχει προφανώς υπόψιν του την σύντομη περίοδο της Απελευθέρωσης. Παρόλα αυτά, ο θεσμός των Λαϊκών Δικαστηρίων στη δεκαετία του ’40 δεν περιορίζεται μονάχα σε αυτή τη σύντομη περίοδο και θα ήταν λάθος να παρουσιάζονται ως ένας θεσμός αυθαίρετης επιβολής βίας. Αντιθέτως, τα Λαϊκά Δικαστήρια ήταν ένας πρωτότυπος θεσμός απονομής δικαιοσύνης, ο οποίος γεννήθηκε την περίοδο της Κατοχής στα χωριά της Ελεύθερης Ελλάδας (δηλαδή στα χωριά που ήλεγχε το ΕΑΜ πριν την απελευθέρωση) και αποτέλεσε σημαντικό πεδίο λαϊκής συμμετοχής στα κοινά και ιδίως στην (κατά βάση) συμβιβαστική επίλυση των διαφορών των κατοίκων τους. Ιδιαίτερη μνεία σχετικά οφείλεται στην μελέτη προφορικής ιστορίας της Ρίκης Βαν Μπούσχοτεν στον πληθυσμό του Ζιάκα Γρεβενών, 3 Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν Ανάποδα Χρόνια. Συλλογική Μνήμη και Ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900-1950), εκδόσεις Πλέθρον στην οποία αναδεικνύεται η νομιμοποίηση του «λαϊκού αισθήματος δικαιοσύνης» που απένειμαν τα Λαϊκά Δικαστήρια, τα οποία είχαν μεγάλο κύρος σε χωριά όπως το Μεσσολόγι όπου «ο κόσμος προτιμούσε τα λαϊκά δικαστήρια, ενώ παράλληλα λειτουργούσαν ακόμα τα αστικά», σύμφωνα με μία απ’ τις μαρτυρίες.
Η λειτουργία της σιωπής στην αφήγηση
Πάντως, παρά τις συχνές αναφορές, στο μοναδικό καρέ του έργου που εικονογραφείται η συνεδρίαση μίας σύνθεσης Λαϊκού Δικαστηρίου βλέπουμε μία βουβή εικόνα στην οποία τρεις κατηγορούμενοι στέκονται όρθιοι μπροστά σε ένα τραπέζι, πίσω από το οποίο κάθονται τρεις λαϊκοί δικαστές με στρατιωτική ενδυμασία. Τους παράγοντες της δίκης έχουν περικυκλώσει ένοπλοι μαχητές του ΕΛΑΣ.
Έχει ενδιαφέρον να αναδειχθεί με αφορμή το συγκεκριμένο καρέ η λειτουργία της σιωπής ως αφηγηματικού εργαλείου στο κόμικ του Πέτρου. Είναι προφανές ότι πρόκειται για μία έντονα φορτισμένη εικόνα, η οποία, δια της σιωπής, υπονοεί κατάχρηση της εξουσίας του αντάρτικου στρατού απέναντι σε όσους συνελήφθησαν από τη Λαϊκή Πολιτοφυλακή και κατηγορήθηκαν ως Δωσίλογοι. Το θυμικό των ίδιων των μαχητών του ΕΛΑΣ που τους συνέλαβαν ήταν έντονο, καθώς πριν τους οδηγήσουν στο Δικαστήριο, τους φώναζαν «εθνοπροδότες, ήρθε η ώρα να λογοδοτήσετε για τα εγκλήματά σας! Ο Λαός θα σας δικάσει! […] Φωτιά και Τσεκούρι!». Τελικά το αποτέλεσμα της δίκης, το οποίο είχε προαναγγελθεί, το αντιλαμβανόμαστε στο επόμενο καρέ και πάλι δια της σιωπής, απ’ τα συνοφρυωμένα βλέμματα των καταδικασμένων σε θάνατο.
Στην περίπτωση που εξετάσαμε ο Πέτρου χρησιμοποίησε το αφηγηματικό εργαλείο της σιωπής προκειμένου να αναμετρηθεί με ένα δυσερμήνευτο ζήτημα, δηλαδή με την στάση των ανταρτών απέναντι σε όσους κατηγόρησαν για δωσιλογισμό, το οποίο περιπλέκεται ακόμα περισσότερο γνωρίζοντας πλέον για την ατιμωρησία των δωσίλογων κατά τα μεταπολεμικά χρόνια. Ίσως η σιωπή σε αυτά τα καρέ να μην επιδιώκει να δημιουργήσει απλώς έντονη ατμόσφαιρα, αλλά να ερμηνεύεται ως μία προσπάθεια του δημιουργού να υπονοήσει την ύπαρξη κενών ερμηνείας και τεκμηρίωσης στο εν λόγω ιστορικό πλαίσιο.
Ενδιαφέρον έχει, πάντως, ότι το ίδιο αφηγηματικό εργαλείο (την σιωπή) χρησιμοποιεί ο Πέτρου και αργότερα, με διαφορετικό σκοπό αυτή τη φορά, στην περίπτωση της αφήγησης του Ισαάκ, του Εβραίου που γύρισε από το Άουσβιτς και επιστρέφοντας είδε το μαγαζί του πατέρα του να έχει αλλάξει ιδιοκτησία. Στην σκηνή που έκατσε με τον Αμπατζή και τον κυρ-Θόδωρο, τους παλιούς γείτονές του, και τους διηγήθηκε την εμπειρία του Ολοκαυτώματος, τα καρέ είναι βουβά. Την διήγηση την παρακολουθούμε μόνο απ’ τις εκφράσεις φρίκης που σχηματίζονται στα πρόσωπα των χαρακτήρων. Στο συγκεκριμένο σημείο, ο Πέτρου αξιοποιεί την σιωπή προκειμένου να επιταχύνει την αφήγηση, αφαιρώντας μεθοδικά ιστορικά στοιχεία τα οποία θεωρεί δεδομένα για το αναγνωστικό κοινό.
Ο ρόλος των γυναικών
Άξια αναφοράς είναι επίσης η ανάδειξη του ρόλου μίας γυναίκας πρωταγωνίστριας, της Ελένης, της κόρης του Αμπατζή, στον αγώνα της ΕΠΟΝ αρχικά και στη συνέχεια του Δημοκρατικού Στρατού. Ο ρόλος των γυναικών στην Αντίσταση και στον Εμφύλιο ήταν επί δεκαετίες υποφωτισμένος, όμως από τα τέλη του 20ου αιώνα και εξής μελετάται πλέον συστηματικά, με ενδεικτικότερες τις σχετικές μελέτες της Τασούλας Βερβενιώτη, ιδίως την «Γυναίκα της Αντίστασης» (Οδυσσέας, 1994 και Κουκκίδα, 2013), τις «Μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού» (Κουκκίδα, 2026) και τους «Άμαχους του Ελληνικού Εμφυλίου» (Κουκκίδα, 2021).
Ως ΕΠΟΝίτισσα η Ελένη αρχικά συμμετείχε σε επικουρικές δουλείες που ανατίθονταν στις γυναίκες που ήταν οργανωμένες στις γραμμές της Αντίστασης. Έτσι, ανέλαβε να μιλήσει με τον λαό, προκειμένου να χαρτογραφήσει τις ανάγκες του, αλλά και να διερευνήσει τις απόψεις του για τις αντιστασιακές οργανώσεις και την προοπτική της Απελευθέρωσης και της Λαοκρατίας. Με αυτό το εύρημα ο Πέτρου δίνει τον λόγο στους κατοίκους της Θεσσαλονίκης, σε μία διαδοχή καρέ που παραπέμπει στην λειτουργία της προφορικής ιστορίας. Όταν ο ΕΛΑΣ αποχωρεί από την Θεσσαλονίκη και ο στρατός με τις παρακρατικές αντικομμουνιστικές οργανώσεις επιβάλλουν την Λευκή Τρομοκρατία, η Ελένη βρίσκεται κρυμμένη σε καταφύγιο με άλλους συντρόφους της, ενώ όταν η ασφάλειά τους δεν ήταν πια εξασφαλισμένη, ακολούθησαν την κομματική εντολή να διαφύγουν στη Γιουγκοσλαβία για «εκπαίδευση» και «προετοιμασία». Η αποφασιστικότητά της αποτυπώνεται σε ένα πορτρέτο της με την στολή του ΔΣΕ από τα βουνά της Γιουγκοσλαβίας, με το οποίο ο Πέτρου ίσως προοικονομεί ότι θα εμβαθύνει σε αυτή την υποφωτισμένη πτυχή του Εμφυλίου Πολέμου στο επόμενο κεφάλαιο της σειράς του, το οποίο και θα αφορά τα χρόνια της διεξαγωγής της στρατιωτικής σύγκρουσης Εθνικού Στρατού – ΔΣΕ.