ενικότερα αγαπούμε έργα που μιλάνε για τις δεύτερες (ή τελευταίες) ευκαιρίες, για το βάρος που βιώνεις όταν, στο λυκόφως της ζωής σου, θυμάσαι όλα εκείνα που δεν πρόλαβες να κάνεις ή θυσίασες. Βέβαια, το Παλιές Καραβάνες των Wilfrid Lupano και Paul Cauuet απέχει πολύ από κάτι τέτοιο. Όχι, οι δικοί του πρωταγωνιστές δεν έχουν τύψεις που δε κυνήγησαν τις επιθυμίες τους. Δε νιώθουν το βάρος του χρόνου τόσο έντονα πάνω τους. Και αυτό γιατί έζησαν τη δική τους ζωή βάσει των δικών τους θέλω, των δικών τους αγώνων, οι οποίοι άλλωστε συνεχίζονται και μέχρι σήμερα. Αγώνες συνδικαλιστικοί, προσωπικοί, κοινωνικοί, οικογενειακοί. Η καυτή τριάς του κόμικ έχει ζήσει γεμάτες ζωές, αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να προσθέσει μερικά χιλιόμετρα περιπετειών ακόμα στο κοντέρ, και το εννοούμε και μεταφορικά και κυριολεκτικά.
Κι Είμαστε Ακόμα Ζωντανοί
Οι πρωταγωνιστές δεν παρουσιάζονται ως «ηλικιωμένοι» με τη στερεοτυπική έννοια. Δεν είναι απλώς φιγούρες που κοιτούν νοσταλγικά το παρελθόν. Είναι άνθρωποι με επιθυμίες, θυμό, απωθημένα, χιούμορ, αδυναμίες και μια έντονη ανάγκη να αποδείξουν ότι η ηλικία δεν αποτελεί υποχρεωτικά συνώνυμο της αδράνειας. Ο τίτλος «Κι Είμαστε Ακόμα Ζωντανοί» λειτουργεί έτσι σχεδόν σαν σύνθημα.
Ο αγώνας ξανανιώνει...
Ο Lupano γράφει μια κωμωδία η οποία δεν περιορίζεται στο να προκαλεί γέλιο, αν και το καταφέρνει περίφημα. Όλη η συνθήκη στηρίζεται σε μια πολύ συγκεκριμένη κοινωνική ματιά. Οι τρεις φίλοι ανήκουν στη γενιά του γαλλικού Μάη του ’68, μιας γενιάς που κάποτε πίστεψε ότι μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο και στη συνέχεια βρέθηκε να αντιμετωπίζει την ήττα καθημερινά, με μικρά διαλείμματα όμως επιβεβαίωσης και νίκης. Αυτά τα βιώματα αγώνα και συνεχόμενου ρίσκου, καθιστούν το τρίδυμο τόσο ιδιαίτερο. Η πολιτικοποίηση έτσι γίνεται όχι απλά gimmick, αλλά κομβικός τρόπος ύπαρξης στον κόσμο. Ακόμα και αν, ή μάλλον, ειδικά όταν, χρησιμοποιείται ως υπερβολή σε κάποιο gag.
Και συγκινεί...
Παράλληλα, η ιστορία δεν φοβάται να γίνει συγκινητική. Αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που κάνουν τις «Παλιές Καραβάνες» να ξεχωρίζουν από μια απλή κωμωδία. Το γέλιο βρίσκεται διαρκώς δίπλα στη μελαγχολία. Οι ήρωες γνωρίζουν ότι ο χρόνος περνάει και ότι το παρελθόν δεν επιστρέφει. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, η ανάγκη τους να ζήσουν το παρόν αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Είσαι μικρός και δε χωράαααας....
Ωστόσο, αξίζει να αναφερθεί πως, ανά διαστήματα, οι δημιουργοί χάνουν αυτή τη σπιρτάδα και, βεβαρυμένοι από το άχθος των επόμενων γενιών που θα αναγκαστεί να ζήσει σε έναν κόσμο διαλυμένο, καταλήγουν σε έναν στείρο διδακτισμό, που αφορά κυρίως άλλους, νεότερους χαρακτήρες που τα ‘χώνουν’ στους 3 πρωταγωνιστές. Αυτές οι λογικές, του στυλ ‘μαζί τα φάγαμε’ ή ‘όλοι φταίνε’, πέρα από βαθιά λανθασμένες πολιτικά, είναι και αφόρητα κουραστικές και βαρετές μέσα σε ένα σενάριο κατά τα άλλα γεμάτο σκέρτσο.
Σχεδιαστικά σε σταθερά υψηλά επίπεδα...
Από την πλευρά του, ο Paul Cauuet, στο οπτικό κομμάτι, δίνει ένα αποτέλεσμα που όχι μόνο ταιριάζει, αλλά και ενισχύει τον χαρακτήρα του κόμικ. Οι μορφές των ηρώων έχουν έντονη εκφραστικότητα και οι αντιδράσεις τους συχνά προσθέτουν ένα δεύτερο επίπεδο χιούμορ στους διαλόγους. Τα σκίτσα του διατηρούν μια μεγάλη ενάργεια, κάτι που βοηθά στο να διατηρηθεί η ρευστή κίνηση των μορφών και η κινητικότητα των καρέ μεταξύ τους, πιστά στη δυναμική των γαλλοβελγικών κόμικς.
Και τελικά;
Οι Παλιές Καραβάνες είναι ένα κόμικ που μπορεί να διαβαστεί ως κωμωδία, ως road trip, ως κοινωνικό σχόλιο ή ακόμη και ως μια ιστορία για τη φιλία. Στην πραγματικότητα είναι όλα αυτά μαζί. Και αυτό ακριβώς κάνει το πρώτο τεύχος ιδιαίτερο.