Προτάσεις για καλοκαιρινό διάβασμα!

Fantasy

Published on July 17th, 2021

0

Προδημοσίευση – Witcher: Ο Καιρός της Περιφρόνησης

Οι εκδόσεις SEΛINI μας φέρνουν στα ελληνικά τα βιβλίο “Ο Καιρός της Περιφρόνησης” του Andrzej Sapkowski. Άλλος ένας τίτλος της σειράς “Witcher” ή “Μία περιπέτεια του Γητευτή” κυκλοφορεί στα ελληνικά, ενώ παράλληλα το Netflix έχει προγραμματίσει για το Δεκέμβριο του 2021 την πρεμιέρα της δεύτερης σεζόν της πολύ επιτυχημένης σειράς με πρωταγωνιστή τον Geralt.

Αν έχετε δει τη σειρά του Netflix, αν σας έχει κολλήσει η μελωδία του “Toss a coin to your witcher” ή αν έχετε λιώσει στα videogames του franchise, τότε δεν πρέπει να χάσετε χρόνο. Ξεκινήστε να διαβάζετε τα βιβλία του Anrzej Sapkowski. Ο συγγραφέας συνδυάζει άριστα τις περιγραφές με  τη δράση, το διάλογο και την ανάπτυξη των χαρακτήρων. Ανταποκρίνεται στη βασική πρόκληση της λογοτεχνίας του φανταστικού, δηλαδή να παρακινήσει τον αναγνώστη να δημιουργήσει στη φαντασία του έναν ολόκληρο κόσμο, χωρίς να γίνεται κουραστικός. «Στήνει» σκηνές δράσης με ένταση και ζωντάνια αλλά δεν τους δίνει καθοριστικό ρόλο. Ο τελευταίος λόγος ανήκει στον Γκέραλτ και τους συμπρωταγωνιστές του που καλούνται να πάρουν δύσκολες αποφάσεις : ποιος είναι το τέρας και ποιός το έλλογο ον, ποιος πρέπει να ζήσει και ποιος όχι, πότε πρέπει να παρέμβουν και πότε να αφήσουν τα πράγματα να πάρουν την πορεία τους. 

Παρακάτω, σε συνεργασία με τις εκδόσεις SEΛINI. σας παρουσιάζουμε σε προδημοσίευση τις δέκα πρώτες σελίδες του βιβλίου:

Κεφάλαιο πρώτο

Για να βγάζει κανείς το ψωμί του ως έφιππος αγγελιοφόρος, έλεγε συνήθως ο Άπλγκατ στους νεαρούς που ήθελαν να ενταχθούν στην υπηρεσία, χρειάζονται δύο πράγματα: χρυσό κεφάλι και σιδερένιος κώλος.

Το χρυσό κεφάλι είναι απαραίτητο, δίδασκε ο Άπλγκατ, επειδή στο επίπεδο δερμάτινο σακίδιο, που έχει δεμένο κατά-σαρκα στο στήθος κάτω από τα ρούχα, ο αγγελιοφόρος μεταφέρει μόνο τα μηνύματα μικρής σημασίας, που μπορούν άφοβα να κατατεθούν σε επίβουλο χαρτί ή περγαμηνή. Τα πραγματικά σημαντικά μηνύματα, από τα οποία εξαρτώνται πολλά, ο αγγελιοφόρος πρέπει να τα αποστηθίσει και να τα επαναλάβει σε εκείνον για τον οποίο προορίζονται. Λέξη προς λέξη, ενώ καμιά φορά οι λέξεις αυτές δεν είναι απλές. Δύσκολα προφέρονται, ακόμα δυσκολότερα αποστηθίζονται. Για να τις θυμάσαι και να μην κάνεις λάθος επαναλαμβάνοντάς τες, πρέπει να έχεις όντως χρυσό κεφάλι.

Ως προς τα οφέλη του ατσάλινου πισινού, κάθε αγγελιοφόρος θα τα διαπιστώσει μόνος του. Όταν θα έχει περάσει στη σέλα τρεις μέρες και τρεις νύχτες, κάνοντας εκατό ή και διακόσια μίλια μέσα από χωματόδρομους και, καμιά φορά, όταν χρειάζεται, από κατσάβραχα. Ναι, σίγουρα, δεν κάθεται συνέχεια στη σέλα· πού και πού ξεπεζεύει για να ξεκουραστεί. Ο άνθρωπος αντέχει πολλά, ενώ το άλογο δεν μπορεί. Και όταν μετά την ξεκούραση πρέπει να ξανανέβει στη σέλα, ο πισινός του φαίνεται να φωνάζει: «Βοήθεια, με σκοτώνουν!»

Οι νέοι περιστασιακά γκρίνιαζαν: Ποιος τους χρειάζεται σήμερα τους έφιππους αγγελιοφόρους, κύριε Άπλγκατ; Από το Βένγκερμπεργκ στη Βιζίμα, για παράδειγμα, δεν θα φτάσεις γρηγορότερα από τις τέσσερις ή ίσως και πέντε μέρες, ακόμα και αν ιππεύεις το πιο σβέλτο άλογο. Ενώ, ο μάγος από το Βένγκερμπεργκ πόσο χρόνο θέλει για να μεταφέρει το μήνυμα στον μάγο της Βιζίμα; Μισή ώρα, το πολύ. Το άλογο του αγγελιοφόρου μπορεί να κουτσαθεί. Μπορεί να τον σκοτώσουν ληστές ή Σκίουροι, να τον κατασπαράξουν λύκοι ή γρύπες. Υπήρχε αγγελιοφόρος· δεν υπάρχει πια αγγελιοφόρος. Ενώ το μήνυμα του μάγου πάντα θα φτάσει· δεν θα μπερδέψει το δρόμο του, δεν θα αργήσει ούτε θα χαθεί. Τι τους θέλουμε τους αγγελιοφόρους εφόσον οι μάγοι υπάρχουν παντού, σε κάθε βασιλική αυλή;

Οι αγγελιοφόροι δεν χρειάζονται πλέον, κύριε Άπλγκατ. Για κάποιο χρονικό διάστημα ο Άπλγκατ σκεφτόταν ότι δεν είναι πια χρήσιμος σε κανέναν. Ήταν τριάντα έξι ετών, κοντός αλλά δυνατός και μυώδης, δεν φοβόταν τη δουλειά και είχε, αναμφισβήτητα, χρυσό κεφάλι. Θα μπορούσε να βρει άλλη εργασία για να συντηρεί τον εαυτό του και τη γυναίκα του, να εξοικονομεί ένα κομπόδεμα για την προίκα των δύο ακόμα ανύπαντρων κοριτσιών του και να βοηθάει τη μία παντρεμένη κόρη, της οποίας ο άντρας ήταν ένα χαμένο κορμί, που δεν τα κατάφερνε ποτέ στις δουλειές του. Μόνο που ο Άπλγκατ δεν ήθελε και δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του να κάνει άλλη δουλειά. Ήταν ο Βασιλικός Αγγελιοφόρος.

Και ξαφνικά, μετά από ένα μεγάλο και οδυνηρό διάστημα λησμονιάς και απραξίας, ο Άπλγκατ ήταν και πάλι χρήσιμος. Οι οπλές των αλόγων ηχούσαν ξανά στους δρόμους και στα δασικά μονοπάτια. Οι αγγελιοφόροι, όπως τους παλιούς καλούς καιρούς, είχαν ξεκινήσει πάλι να διασχίζουν τη χώρα, μεταφέροντας μηνύματα από πόλη σε πόλη.

O Άπλγκατ ήξερε γιατί συνέβαινε αυτό. Είχε δει πολλά και είχε ακούσει ακόμα περισσότερα. Περίμεναν από αυτόν ότι το κείμενο του μηνύματος που μετέφερε θα έσβηνε αμέσως από τη μνήμη του, θα το ξεχνούσε, ώστε να μην μπορεί να το θυμηθεί ούτε με βασανιστήρια. Ο Άπλγκατ όμως θυμόταν και καταλάβαινε γιατί οι βασιλιάδες είχαν πάψει ξαφνικά να επικοινωνούν με τη βοήθεια της μαγείας και των μάγων. Τα μηνύματα που μετέφεραν οι αγγελιοφόροι έπρεπε να μείνουν μυστικά από τους μάγους. Οι βασιλείς είχαν σταματήσει ξαφνικά να εμπιστεύονται τους μάγους και να μοιράζονται μαζί τους τα μυστικά τους.

Ο Άπλγκατ, όμως, δεν ήξερε τι είχε προκαλέσει την ξαφνική ψυχρότητα στις σχέσεις των βασιλιάδων με τους μάγους, αλλά δεν τον ένοιαζε και πολύ. Κατά την άποψή του, τόσο οι βασιλείς όσο και οι μάγοι ήταν πλάσματα ακατανόητα και απρόβλεπτα, κυρίως τώρα που οι καιροί γίνονταν δύσκολοι. Και δεν υπήρχε περίπτωση, κάποιος που διέσχιζε τη χώρα από πόλη σε πόλη, από κάστρο σε κάστρο, από βασίλειο σε βασίλειο, να μην αντιληφθεί ότι οι δύσκολοι καιροί έρχονταν.

Οι δρόμοι είχαν γεμίσει από στρατό. Σε κάθε βήμα συναντούσες φάλαγγες πεζικού ή ιππικού, ενώ ο κάθε διοικητής που έβλεπες ήταν νευριασμένος, αγχωμένος, αγενής και τόσο σίγουρος για τις ικανότητές του, που θα έλεγε κανείς ότι η μοίρα όλου του κόσμου εξαρτιόταν μόνο από αυτόν. Επίσης, οι πόλεις και τα κάστρα ήταν γεμάτα με αρματωμένο κόσμο και μέρα και νύχτα επικρατούσαν πυρετώδη τρεχαλητά. Οι συνήθως άφαντοι δήμαρχοι και καστελάνοι τώρα βάδιζαν ασταμάτητα πάνω στα τείχη και τις αυλές· θυμωμένοι σαν τις σφήκες πριν την καταιγίδα ούρλιαζαν, έβριζαν, έδιναν διαταγές, μοίραζαν κλοτσιές. Προς τα οχυρά και τα φρούρια, μέρα και νύχτα έρχονταν εφοδιοπομπές από βαριά φορτωμένα κάρα, τα οποία συναντούσαν τα γρήγορα, ελαφριά και άδεια που επέστρεφαν. Κοπάδια ζωηρών τρίχρονων αλόγων που έτρεχαν κατευθείαν από τους στάβλους ύψωναν σύννεφα σκόνης από τους δρόμους. Τα αλογάκια, ασυνήθιστα στο χαλινάρι και στον οπλισμένο ιππέα, εκμεταλλεύονταν χαρωπά τις τελευταίες μέρες ελευθερίας, προσθέτοντας επιπλέον δουλειά στους ιπποκόμους και ουκ ολίγα προβλήματα σε άλλους χρήστες των δρόμων.

Με άλλα λόγια, στον καυτό, ατάραχο αέρα πλανιόταν η απειλή του πολέμου.

Ο Άπλγκατ σηκώθηκε και κοίταξε τριγύρω. Κάτω, στους πρόποδες του λόφου, λαμπύριζε το ποτάμι, ρέοντας σε μαιάνδρους ανάμεσα σε λιβάδια και συστάδες δέντρων. Πέρα από το ποτάμι, προς νότο, απλώνονταν οι δρυμοί. Ο αγγελιοφόρος επιτάχυνε το άλογο. Ο χρόνος τον πίεζε.

Βρισκόταν δυο μέρες στο δρόμο. Η βασιλική διαταγή και η αλληλογραφία τον βρήκαν στο Χάγγε, όπου ξεκουραζόταν μετά την επιστροφή του από το Τρέτογκορ. Τη νύχτα άφησε το φρούριο, καλπάζοντας στο δρόμο παράλληλα με την αριστερή όχθη του Πόνταρ, πριν το χάραμα πέρασε τα σύνορα της Τεμερία και τώρα, μεσημέρι της επόμενης μέρας, ήταν κιόλας στις όχθες του ποταμού Ισμηνού. Εάν ο βασιλιάς Φόλτεστ ήταν στη Βιζίμα, ο Άπλγκατ θα του παρέδιδε το μήνυμα την ίδια κιόλας νύχτα. Δυστυχώς, ο βασιλιάς έλειπε από την πρωτεύουσα· βρισκόταν στα νότια της χώρας, στο Μάριμπορ, σχεδόν διακόσια μίλια μακριά από τη Βιζίμα. Ο Άπλγκατ το ήξερε και γι’ αυτό, στην περιοχή της Λευκής Γέφυρας, άφησε το δρόμο που οδηγούσε δυτικά και πήγε από τα δάση κατευθυνόμενος προς το Ελάντερ. Ρίσκαρε λιγάκι. Στα δάση τριγύριζαν ακόμη οι «Σκίουροι» και αλίμονο σε όποιον έπεφτε στα χέρια τους ή μπροστά στα τόξα τους. Ο βασιλικός αγγελιοφόρος, όμως, πρέπει να ρισκάρει. Αυτή είναι η δουλειά του.

Πέρασε το ποτάμι χωρίς κόπο· είχε να βρέξει από τον Ιού-νιο και τα νερά του Ισμηνού είχαν κατέβει αισθητά. Πηγαίνοντας στην άκρη του δρυμού, έφτασε στο δρόμο που οδηγούσε νοτιοανατολικά της Βιζίμα, προς τα χυτήρια, τα σιδηρουργεία και τους οικισμούς των νάνων στα όρη Μαχάκαμ. Στο δρόμο κυκλοφορούσαν κάρα και έφιππες διμοιρίες που συχνά τον προσπερνούσαν. Ο Άπλγκατ ανακουφίστηκε. Όπου υπήρχε πολυκοσμία, δεν υπήρχαν Σκόια ’ταέλ. Η εκστρατεία εναντίον των εχθρικών προς τους ανθρώπους ξωτικών, είχε ξεκινήσει στην Τεμερία πριν από ένα χρόνο· οι κυνηγημένοι στα δάση λόχοι των Σκίουρων χωρίστηκαν σε ομάδες και οι μικρότερες από αυτές έμεναν μακριά από τους πολυσύχναστους δρόμους και δεν έστηναν καρτέρια.

Πριν βραδιάσει, είχε φτάσει κιόλας στα δυτικά σύνορα του πριγκιπάτου Ελάντερ, στο σταυροδρόμι δίπλα στο χωριό Ζαβά-ντα, απ’ όπου είχε ευθύ και ασφαλή δρόμο προς το Μάριμπορ· σαράντα δύο μίλια βατού, πολυσύχναστου χωματόδρομου. Στο σταυροδρόμι υπήρχε ένα χάνι. Αποφάσισε να ξεκουραστούν, εκείνος και το άλογό του. Ήξερε ότι, αν ξεκινούσε την αυγή, πριν από τη δύση του ήλιου θα αντίκριζε τα αργυρόμαυρα λάβαρα στις κόκκινες σκεπές των πύργων του κάστρου του Μάριμπορ.

Ξεσέλωσε τη φοράδα του και την περιποιήθηκε ο ίδιος, διώχνοντας τον ιπποκόμο. Ένας βασιλικός αγγελιοφόρος δεν αφήνει κανέναν να αγγίζει το άλογό του. Έφαγε μια γερή μερίδα αυγά με λουκάνικο και ένα κομμάτι ψωμί από σίκαλη και ήπιε δυο ποτήρια μπύρα. Άκουσε και διάφορα κουτσομπολιά. Στο χάνι έτρωγαν οδοιπόροι από όλα τα μέρη του κόσμου.

Έτσι, ο Άπλγκατ έμαθε ότι στο Ντολ Άγκρα έγιναν πάλι επεισόδια και ότι η ίλη ιππικού της Λυρίας συγκρούστηκε ξανά στα σύνορα με μία έφιππη ομάδα από το Νίλφγκααρντ. Η Μέβε, η βασίλισσα της Λυρίας, κατηγόρησε ανοιχτά το Νίλφγκααρντ για προκλητικότητα και κάλεσε για βοήθεια τον βασιλιά Ντίμαβεντ από το Αέντιρν. Στο Τρέτογκορ εκτελέστηκε δημόσια ένας ρεδανιανός βαρόνος, που είχε συμμαχήσει κρυφά με τους απεσταλμένους του νιλφγκααρντιανού αυτοκράτορα Εμ-χίρ. Στο Κάεντβεν, οι καταδρομείς των Σκίουρων, ενωμένοι σε μεγάλο λόχο, έσφαξαν πολλούς στο φρούριο του Λέιντ. Οι άνθρωποι του Αρντ Καράιγ, για να εκδικηθούν, προχώρησαν σε πογκρόμ, δολοφονώντας σχεδόν τετρακόσιους από τους μη-ανθρώπους κατοίκους της πρωτεύουσας.

Οι έμποροι που ταξίδευαν από τον νότο έλεγαν ότι στην Τεμερία επικρατεί πένθος και θλίψη ανάμεσα στους μετανάστες από την Τσίντρα, που ήταν συγκεντρωμένοι κάτω από τις σημαίες του στρατάρχη Βίσεγκερντ. Η τρομαχτική είδηση του θανάτου της πριγκίπισσας Κυρίλλας, τελευταίας εξ αίματος απογόνου της βασίλισσας Καλάνθης, γνωστής ως η Λέαινα της Τσίντρα, είχε επιβεβαιωθεί.

Δεν έλειψαν και μερικά άλλα τρομαχτικά και δυσάρεστα κουτσομπολιά: Σε μερικά χωριά στην περιοχή του Άλντερσμπεργκ, την ώρα του αρμέγματος, οι αγελάδες άρχισαν ξαφνικά να βγάζουν αίμα από τους μαστούς τους, ενώ την αυγή μέσα στην ομίχλη κάποιοι είδαν την Παρθένο του Λοιμού, προάγγελο φοβερής καταστροφής. Η Άγρια θήρα, ένας στρατός φαντασμάτων που κάλπαζε στο ουράνιο στερέωμα εμφανίστηκε στο Μπρούγκε, κοντά στο Δάσος Μπρόκιλον, στο απαγορευμένο βασίλειο των Δρυάδων· η Άγρια θήρα, όπως γνωρίζουν όλοι, σηματοδοτεί πάντα πόλεμο. Από το ακρωτήρι Μπρέμερβορντ είδαν ένα πλοίο φάντασμα με ένα φρικιό στο κατάστρωμα· έναν μαύρο ιππότη που το κράνος του ήταν διακοσμημένο με φτερά αρπακτικού πουλιού.

Ο αγγελιοφόρος δεν άκουσε άλλο· ήταν πολύ κουρασμένος. Κατευθύνθηκε προς τον κοιτώνα, έπεσε ξερός στο στρώμα και αποκοιμήθηκε.

Σηκώθηκε τα χαράματα. Όταν βγήκε στην αυλή και διαπίστωσε πως δεν ήταν ο πρώτος που ετοιμαζόταν για το ταξίδι, κάτι που συνέβαινε σπανίως, ξαφνιάστηκε. Ένας μαύρος επιβήτορας στεκόταν σελωμένος πλάι στο πηγάδι, ενώ παραδίπλα, στη γούρνα, μια γυναίκα με αντρικά ρούχα έπλενε τα χέρια της. Ακούγοντας τα βήματα του Άπλγκατ, η γυναίκα στράφηκε, μάζεψε με βρεγμένα χέρια τα πλούσια μαύρα μαλλιά της και τα έριξε πίσω. Ο αγγελιοφόρος υποκλίθηκε. Η γυναίκα ανταποκρίθηκε με ένα ελαφρύ νεύμα.

Μπαίνοντας στον στάβλο σχεδόν έπεσε πάνω σε ένα άλλο πρωινό «πουλάκι», μία κοπέλα με βελούδινο μπερέ, που ξε-προβόδιζε στην αυλή μία γκρίζα φοράδα. Η κοπέλα έτριβε το πρόσωπό της και χασμουριόταν, στηριγμένη στα πλευρά του αλόγου.

«Ωχχ…», μουρμούρισε προσπερνώντας τον αγγελιοφόρο. «Μάλλον θα κοιμηθώ πάνω στο άλογο… Σίγουρα θα κοιμηθώ… Ουάαουαα…».

«Θα σε ξυπνήσει η δροσιά μόλις τρέξεις τη φοραδίτσα», είπε ευγενικά ο Άπλγκατ, τραβώντας τη σέλα από το δοκάρι. «Καλό δρόμο, δεσποινίς».

Η κοπέλα γύρισε και τον κοίταξε σαν να τον είχε προσέξει μόλις τώρα. Τα μάτια της ήταν τεράστια και πράσινα σαν σμαράγδια. Ο Άπλγκατ έριξε το υπόσαγμα πάνω στο άλογο.

«Σας ευχήθηκα καλό δρόμο», επανέλαβε.

Συνήθως δεν ήταν ούτε εγκάρδιος, ούτε ομιλητικός, αλλά τώρα ένιωθε την ανάγκη να μιλήσει με κάποιο συνάνθρωπο, ακόμα και αν αυτός ήταν ένα νυσταγμένο κοριτσόπουλο. Ίσως αυτό να το είχαν προκαλέσει οι πολλές μέρες μοναξιάς στο δρόμο ή το γεγονός ότι η μικρή έμοιαζε λίγο με τη μεσαία του κόρη.

«Είθε οι θεοί να σας φυλάξουν», πρόσθεσε, «από ατύχημα ή κακούς μπελάδες. Είστε μόνες σας και είστε γυναίκες… Αυτή την εποχή, οι καιροί είναι άθλιοι. Παντού στις δημοσιές παραμονεύει ο κίνδυνος…».

Η κοπέλα άνοιξε πιο πλατιά τα πράσινα μάτια της. Ο αγγελιοφόρος ένιωσε να παγώνει η πλάτη του και ένα ρίγος τον διαπέρασε.

«Κίνδυνος…», είπε ξαφνικά η κοπέλα με παράξενη, αλλαγμένη φωνή. «Ο κίνδυνος είναι σιωπηλός. Δεν θα τον ακούσεις όταν έρθει πάνω στα γκρίζα του φτερά. Είδα όνειρο. Άμμο… Η άμμος έκαιγε από τον ήλιο…».

«Τι;» Ο Άπλγκατ πάγωσε. «Τι, δεσποινίς μου; Ποια άμμος;»

Η κοπέλα σάλεψε έντονα κι έτριψε το πρόσωπό της. Η γκρίζα φοράδα τίναξε το κεφάλι της.

«Κύρι!» φώναξε κοφτά η μαυρομάλλα από την αυλή, διορθώνοντας τον ιμάντα και τα σακίδια του μαύρου επιβήτορα. «Βιάσου!»

Η κοπέλα χασμουρήθηκε, κοίταξε τον Άπλγκατ κι ανοιγό-κλεισε τα μάτια της, δίνοντας την εντύπωση ότι η παρουσία του στο στάβλο την είχε ξαφνιάσει. Ο αγγελιοφόρος σώπασε.

«Κύρι!» επανέλαβε η γυναίκα. «Κοιμήθηκες»; «Έρχομαι, κυρία Γενέφερ!» Όταν ο Άπλγκατ σέλωσε επιτέλους το άλογό του και το οδήγησε στην αυλή, δεν υπήρχε ούτε ίχνος από τη γυναίκα ή το κορίτσι. Ο κόκορας λάλησε μακρόσυρτα και βραχνιασμένα, ο σκύλος γάβγισε, ο κούκος κελάηδησε μέσα στα δέντρα. Ο αγγελιοφόρος πήδηξε πάνω στη σέλα και θυμήθηκε τα πράσινα μάτια της νυσταγμένης κοπέλας, τα παράξενα λόγια της. Σιωπηλός κίνδυνος; Γκρίζα φτερά; Καυτή άμμος; «Μάλλον δεν είναι καλά στα μυαλά της», σκέφτηκε. «Πολλές τέτοιες συναντάς τώρα· σαλεμένες κοπελιές, κακοποιημένες στις μέρες του πολέμου από λιποτάκτες ή άλλους αληταράδες… Ναι, σίγουρα είναι σαλεμένη. Ή μήπως μόνο νυσταγμένη, αγουροξυπνημένη; Τι ασυναρτησίες λένε καμιά φορά οι άνθρωποι όταν το χάραμα ταλαντεύονται ακόμα μεταξύ ύπνου και ξύπνιου…».

Τον διαπέρασε ξανά ένα ρίγος και ένιωσε έναν πόνο ανάμεσα στις ωμοπλάτες. Έτριψε την πλάτη του με τη γροθιά του.

Μόλις βρέθηκε στο δρόμο του Μάριμπορ, έμπηξε τη φτέρνα του στα μαλακά του αλόγου και συνέχισε καλπάζοντας. Ο χρόνος τον πίεζε.


Στο Μάριμπορ, ο αγγελιοφόρος δεν ξαπόστασε και πολύ· ούτε μία μέρα δεν είχε περάσει και ο άνεμος βούιζε ξανά στ’ αυτιά του. Το καινούριο άλογο, ένα ψαρό αρσενικό πουλάρι από τους στάβλους του Μάριμπορ, έτρεχε γρήγορα, τεντώνοντας το λαιμό και την ουρά του. Οι ιτιές στο πλάι του δρόμου τρεμόπαιζαν. Ο σάκος με το διπλωματικό ταχυδρομείο πίεζε το στήθος του Άπλγκατ. Ο πισινός του πονούσε.

«Φτου, πας να σπάσεις το λαιμό σου, χαμένε!» ούρλιαξε πίσω του ο καροτσέρης, τραβώντας τα ηνία των τρομαγμένων ζώων. «Τον βλέπετε πώς τρέχει; Σαν να του γλείφει ο θάνατος τις φτέρνες! Τρέξε, τρέξε, παλαβιάρη, έτσι και αλλιώς από τον θάνατο δεν θα ξεφύγεις!»

Ο Άπλκγατ έτριψε το μάτι του που είχε δακρύσει από την ταχύτητα.

Τη χθεσινή μέρα είχε παραδώσει γράμματα στον βασιλιά Φόλτεστ και τώρα σκόπευε να απαγγείλει το μυστικό μήνυμα του βασιλιά Ντίμαβεντ.

«Ντίμαβεντ προς Φόλτεστ. Στο Ντολ Άγκρα όλα είναι έτοιμα. Οι μεταμφιεσμένοι περιμένουν διαταγές. Προβλεπόμενη ημερομηνία: η δεύτερη νύχτα του Νοεμβρίου, μετά τη νέα σελήνη. Οι βάρκες πρέπει να φτάσουν στην άλλη όχθη δύο μέρες αργότερα».

Πάνω από τη δημοσιά πετούσαν σμήνη από κουρούνες, κράζοντας δυνατά. Πήγαιναν ανατολικά, προς το Μαχάκαμ, το Ντολ Άγκρα και το Βένγκερμπεργκ. Προχωρώντας, ο αγγελιοφόρος επαναλάμβανε τα λόγια της μυστικής αποστολής που, με τη μεσολάβησή του, ο βασιλιάς της Τεμερίας έστελνε στον βασιλιά του Αέντιρν.

Φόλτεστ προς Ντίμαβεντ. Πρώτον: Να σταματήσουμε την εκστρατεία. Οι εξυπνάκηδες συγκάλεσαν συνέδριο· θα συναντηθούν και θα συζητούν στο νησί της Θανέντ. Αυτό το συνέδριο μπορεί να αλλάξει πολλά. Δεύτερον: η αναζήτηση για το Λιονταράκι ματαιώνεται. Είναι επιβεβαιωμένο. Το Λιονταράκι είναι νεκρό.

Ο Άπλγκατ σκούντηξε το ψαρόνι με τη φτέρνα του. Ο χρόνος τον πίεζε.


Ανυπομονείτε να διαβάσετε τη συνέχεια; Σας περιμένει στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις SEΛINI!

Tags: , , , ,


About the Authors



Back to Top ↑